Topikopoiisi
Σελίδες στα Social Media
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Θέσεις
  • Άρθρα
  • Οικο-γεωργία
  • Κοινωνική - αλληλέγγυα οικονομία
  • Εκδηλώσεις
  • Βίντεο
  • Ενδιαφέροντα Ιστολόγια
  • Εικόνες
  • Βιβλία
  • Επικοινωνία

Για μια νέα ηθική της απελευθέρωσης!

27/12/2020

0 Comments

 
 Πέρα από την κοινωνική, για μια γενικότερη οντολογική απελευθέρωση!

Ο κορονοϊός και η κλιματική κρίση έχουν κάνει προφανή τον παραλογισμό του τωρινού συστήματος, σε ένα σημαντικό και κρίσιμο αριθμό ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη. Για αυτούς, αυτή η κατάσταση είναι μια ιστορική ευκαιρία για έναν θεμελιώδη αναπροσανατολισμό στον πολιτισμό, στην ηθική, στην οικονομία, στους τρόπους ζωής, καθώς και στην ίδια την οργάνωση της κοινωνίας. Στους άλλους-στον λεγόμενο «μέσο» άνθρωπο, που σήμερα λόγω συνδημίας υπόκειται σε διάφορους αποκλεισμούς και εγκλεισμούς-δίνεται η δυνατότητα να αναρωτηθούν εκ νέου πώς θέλουν να ζήσουν.
 Το υπάρχον κοινωνικο-οικονομικό σύστημα διαιρεί την κοινωνία, δημιουργεί ακραίες ανισότητες, ενώ ταυτόχρονα μας διαχωρίζει από τη φύση και καταστρέφει τις βάσεις της ζωής μας - και με αυτές και την ίδια τη βάση της κοινωνίας. Μας αποξενώνει τόσο από τους άλλους ανθρώπους, όσο και από τις δικές μας ανάγκες. Κατευθύνει πάρα πολύ την ζωτική μας ενέργεια στον ανταγωνισμό, στην κατοχή μη απαραίτητων υλικών αντικειμένων- πλούτου και πολλές φορές σε άσκοπη εργασία, ενώ ταυτόχρονα πολλές σημαντικές με νόημα δραστηριότητες παραμένουν ημιτελείς ή αόρατες. Με όλα αυτά τα αποτελέσματα, απομυθοποιεί εν τέλει και την πολιτική συναίνεση στα κοινωνικά συμβόλαια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Αυτό το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο ανάπτυξης, κυρίως με την τεχνολογική πρακτική του, έχει ασκήσει σε παγκόσμια κλίμακα τέτοια πίεση στο οικοσύστημα, ώστε το αποτέλεσμα είναι μια απρόβλεπτων διαστάσεων εξαφάνιση των μη ανθρώπινων ειδών, και κατά συνέπεια, έχει βάλει σε μεγάλο κίνδυνο την ύπαρξη της ίδιας της ανθρωπότητας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είναι ηθικά απαράδεκτο να διαμορφώνεται μια πραγματικότητα από τις τεχνολογικές πρακτικές του παρόντος, που τελικά βλάπτει το περιβάλλον μας ή τους συνανθρώπους μας.
Είναι ενδιαφέρον, και ενδεχομένως και ειρωνικό, ότι οι άνθρωποι έχουν επιβιώσει -ιδίως σε κάποιες δύσκολες ιστορικές περιόδους της εξέλιξής τους- ακριβώς επειδή έχουν προσαρμόσει σε αυτούς το περιβάλλον τους και τις άλλες μορφές ζωής-μέσω της τεχνολογικής πρακτικής- αντί να προσαρμοστούν απλώς οι ίδιοι σε αυτά που τους περιβάλλουν. Αλλά σήμερα αυτό που παρατηρούμε είναι ότι ο μετασχηματισμός του μη ανθρώπινου κόσμου που έχουν καταφέρει οι άνθρωποι, ιδίως στην περίοδο που έχει επικρατήσει ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σε παγκόσμιο επίπεδο, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ανθρώπινη επιβίωση, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης.
Και αυτό-για να μην συνεχισθεί μέχρι την τελική κατάρρευση του πλανητικού οικοσυστήματος, το οποίο εμπεριέχει και την ανθρωπότητα-απαιτεί μια ριζικά εναλλακτική λύση και έναν άλλο τρόπο σκέψης, καθώς και μια διαφορετική ηθική για να καθοδηγήσει την κοινωνική πρακτική και την επιδίωξη μιας καλύτερης ζωής-ευζωίας.

Σε αυτό το επίπεδο, ένα βασικό ερώτημα που μπαίνει, για παράδειγμα, είναι: με τι είδους τεχνολογία μπορούμε να προωθήσουμε την εναλλακτική λύση; Σίγουρα όχι με την πρακτική της Silicon Valley!

Ορίζοντας γενικά την τεχνολογία του ανθρώπου ως τρόπο διαμόρφωσης του περιβάλλοντος κόσμου του και ως μια λειτουργία ύπαρξής του σε αυτό τον κόσμο, που εκδηλώνεται στην τεχνολογική πρακτική διαφόρων βαθμών, αντί να λέμε αυστηρά «ναι» ή «όχι» στην τεχνολογία, το ερώτημα σχετικά με το ποια τεχνολογική πρακτική είναι κατάλληλη για την μετάβαση σε κοινωνίες αποανάπτυξης, παίρνει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή: ποιος είναι ο κατάλληλος βαθμός τεχνολογικοποίησης.

 Δεν υπάρχουν σήμερα πάρα πολλά μη ανθρώπινα αντικείμενα ή όντα που μετατρέπονται σε ανθρωπογενή τέτοια, μέσω της τεχνολογικής πρακτικής με πάρα πολλά τεχνολογικά μέσα;
Ο μέσος άνθρωπος-καταναλωτής, στον "αναπτυγμένο" κόσμο, έχει φθάσει στο σημείο να κατέχει 10.000 ανθρωπογενή αντικείμενα-εμπορεύματα μη έχοντας ούτε το χρόνο για να τα χρησιμοποιήσει, ούτε τον χώρο να τα αποθηκεύσει!
Καθώς τα οικοσυστήματα καταρρέουν γύρω μας, σε τοπικό και πλανητικό επίπεδο, υπάρχει ένας πλούτος εμπειρικών στοιχείων που υποστηρίζει την άποψη ότι το ανθρώπινο είδος έχει προχωρήσει υπερβολικά στη μετατροπή του φυσικού περιβάλλοντός του σε τεχνικό τέτοιο. Για να πάμε στην αποανάπτυξη με μειωμένη χρήση υλικών και ενέργειας και άρα να δώσουμε τη δυνατότητα να υπάρξει αποκατάστασή τους, το φαντασιακό και οι πρακτικές μας θα πρέπει σε σημαντικό βαθμό να απελευθερωθούν από το τεχνολογικό πλαίσιο σκέψης.

Μελετώντας και αναλύοντας τον επιστημονικό τρόπο σκέψης και την τεχνολογική πρακτική, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η κυρίαρχη τεχνολογία σήμερα κατευθύνει τους ανθρώπους προς τη συνεχή μετατροπή μη ανθρωπογενών αντικειμένων σε αντικείμενα ανθρώπινης χρήσης. Κατά τρόπο που είναι προβληματικός για την οικολογική λογική και την αλλαγή της κοινωνίας μέσα από την οικολογικοποίησή της. Ο μετασχηματισμός των αντικειμένων σηματοδοτεί μια αύξηση στις αθροιστικές εισροές υλικών και ενεργειακών πόρων. Όσο πιο πολύ τεχνολογική είναι η ανθρώπινη πρακτική, τόσο λιγότερα πράγματα είναι ελεύθερα για χρήση, στη φυσική τους μορφή.
Ακόμη και η μετατροπή των υφιστάμενων τεχνητών αντικειμένων σε νέα αντικείμενα (ανακύκλωση) χρειάζεται ύλη/ενέργεια και συμβάλλει στο συνολικό μεταβολικό φορτίο στη Γη. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις ιδέες του οικολογικού εκσυγχρονισμού της τεχνολογίας, θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η αύξηση του βαθμού της τεχνολογικής πρακτικής σημαίνει αύξηση της ροής ύλης/ ενέργειας. Έτσι, θα χρειασθεί να αμφισβητηθεί έντονα η δεσπόζουσα θέση της σύγχρονης τεχνολογίας ως μέσου οικολογικής αλλαγής, και να διαμορφωθεί το αίτημα για αποχή από την τεχνολογική πρακτική του σήμερα, μέσω μιας νέας ηθικής, της: Απελευθέρωσης από την υπάρχουσα τεχνολογία!

Ποια απελευθέρωση;
Μια εναλλακτική πρακτική που υπερβαίνει τη σύγχρονη τεχνολογία είναι σίγουρα απαραίτητη για τον 21 ο αιώνα. Χρειαζόμαστε έναν νέο τρόπο κατανόησης της ύπαρξης, ένα νέο ήθος και φιλοσοφία, που αφήνει τα όντα να εκδηλώνονται τα ίδια όχι μόνο ως αντικείμενα για ανθρώπινους σκοπούς, αλλά ως εγγενώς σημαντικά, που έχουν αυταξία[1], και η απελευθέρωση από τη σημερινή τεχνολογία και τον σημερινό οικονομικό και επιστημονικό τρόπο σκέψης, το προσφέρει αυτό. Μπορεί να έχει τα εξής χαρακτηριστικά η μέλλουσα ήπια τεχνολογία μας:
  1. Να μην παρεμβαίνει αδικαιολόγητα στα πράγματα.
  2. Να φροντίζει τα πράγματα, με την έννοια ότι τα κάνει έτσι ώστε να μπορούν να εκπληρώσουν τις δυνατότητές τους.
  3. Να αφήνει τα πράγματα να είναι, αυτό δεν περιλαμβάνει απλά το έργο της φροντίδας των πραγμάτων, αλλά και το οντολογικό έργο του να αφήνει και να διατηρεί ανοιχτούς τους τρόπους εξέλιξής τους σε μορφές, μέσω των οποίων μπορούν να εμφανιστούν από μόνα τους, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση.
 Η επιδίωξη μιας τέτοιας τεχνολογικής απελευθέρωσης, μας δίνει τη δυνατότητα να κατοικήσουμε στον κόσμο με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Στην παρούσα κατάσταση όπου οι τεχνολογικές πρακτικές εξακολουθούν να έχουν σοβαρές οικολογικές και συνέπειες στην υγεία, φαίνεται ότι απαιτείται σε μεγάλο βαθμό αυτή η νέα ηθική της απελευθέρωσης-πέρα από την ηθική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Πρέπει να συνδέεται στενά με ένα πλαίσιο σκέψης που επιτρέπει σε μη ανθρώπινα αντικείμενα να ξεδιπλώνονται, όχι ως μόνιμο απόθεμα για χρήση από τον άνθρωπο, αλλά από μόνα τους, και έτσι να εκδηλώνουν τις περίπλοκες δυνατότητές τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η άγρια Ζωή με τα διάφορα ζωϊκά της είδη και τις δυνατότητες αυτοεξέλιξης που έχουν, τα δάση-ιδίως τα τροπικά-με τα διάφορα φυτικά και είδη μικροζωής που έχουν τεράστιες δυνατότητες ακόμα και για ωφελιμιστικούς για τον άνθρωπο ιατροφαρμακευτικούς σκοπούς, η θαλάσσια άγρια ζωή και οι ωκεανοί με τον αξερεύνητο ακόμα ρόλο τους στους κύκλους της ζωής και των φυσικών οικοσυστημάτων του πλανήτη. 
Ένας τρόπος για να υπάρξει αυτή η γενικότερη οντολογική απελευθέρωση, θα μπορούσε να είναι η μη συμμετοχή σε αυτές τις πρακτικές όπου κυριαρχεί η ουσία της σημερινής τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένου του υπολογιστικού-ωφελιμιστικού τρόπου σκέψης, που ενισχύει τον ενσωματωμένο παράγοντα για περισσότερες τεχνολογικές αλλαγές. Αυτό σημαίνει μια μετατόπιση από την ενεργό συμμετοχή σε πολυσχιδείς τεχνολογικές πρακτικές που απαιτούν ένα παγκόσμιο δίκτυο παραγωγής και διανομής, στην «επάρκεια» υλικών και πόρων, τη ριζωμένη σε μια περιοχή.

Η οντολογική απελευθέρωση προσφέρει ένα πεδίο για την εμφάνιση νέων ηθών, αλλά για αυτό απαιτούνται ερμηνείες και πιθανές πολιτικές συνέπειες με προσεκτική εξέταση για την εφαρμογή τους: Οι ανθρωπιστές θα υποστήριζαν ότι είναι πολιτικά επικίνδυνο να εγκαταλειφθεί ο ανθρωποκεντρισμός  και η αρχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπέρ μιας σκοτεινής έννοιας του βιοκεντρισμού και του να "αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι", ενώ αντίθετα ορισμένοι ριζοσπαστικοί περιβαλλοντολόγοι θα υποστήριζαν ότι οι ανθρωπιστές παραμένουν ως τέτοιοι, επειδή υπερεκτιμούν τη σημασία της υποτιθέμενης μοναδικής ικανότητας του ανθρώπου να μιλάει και να σκέφτεται.
Καταρχήν, είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς ότι αυτό το εναλλακτικό ήθος «να αφήσει τα πράγματα να είναι», μπορεί να οδηγήσει σε παθητικότητα έναντι της οποιασδήποτε αδικίας-και της κοινωνικής. Να οδηγήσει στην επανάληψη του φασισμού στην Ευρώπη, στη συνέχιση  της παγκόσμιας πορείας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ή στην εκτεταμένη καταστροφή των οικοτόπων και οικοσυστημάτων. Ωστόσο, ίσως να είναι δυνατόν να μιλήσουμε για σκόπιμη αδράνεια ή ενεργό παθητικότητα στην περίπτωση μιας ηθικής αντιμετώπισης του μη ανθρώπινου κόσμου. Αυτό είναι έτσι επειδή, προκειμένου να μειωθεί η ροή ύλη/ ενεργειας, είναι ακριβώς απαραίτητη η εν μέρει συλλογική αποχή -και η παύση σε κάποιες περιπτώσεις -της τεχνολογικής πρακτικής.
Για να έχουμε μια κοινωνία αποανάπτυξης, ένας μεγάλος όγκος των ορυκτών καυσίμων πρέπει να αφεθεί στο έδαφος, ένα τεράστιο μέρος των δασών πρέπει να αφεθούν να αναπτυχθούν, και τα περισσότερα ψάρια πρέπει να μείνουν στους ωκεανούς. Για να ανακάμψουν τα οικοσυστήματα, η ανθρώπινη δραστηριότητα πρέπει να συρρικνωθεί!
Ο κόσμος είναι ήδη γεμάτος εργαλεία και αντικείμενα για τον ανθρώπινο βίο. Δεν υπάρχει έλλειψη. Στην πραγματικότητα, το αντίστροφο μπορεί να συμβαίνει. Απλά είναι θέμα διαμοιρασμού και κοινής χρήσης σε πλαίσια εκτός της αγοράς, αντί της ατομικής κτήσης και υπερκατανάλωσης, για να γίνει αντιληπτή από τον μέσο άνθρωπο, η ήδη επιτευχθείσα αφθονία-μιλάμε βέβαια κυρίως για τον «αναπτυγμένο» κόσμο. Η αποανάπτυξη από την άποψη της μειωμένης ροής ύλης/ενέργειας, μπορεί να επιτευχθεί με απομακρυνόμενες από την τεχνολογία πρακτικές και η απελευθέρωση με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε πριν, είναι η μόνη διέξοδος.

Κατά συνέπεια, η αποανάπτυξη καλεί τους ανθρώπους να απέχουν από το τεχνολογικό πλαίσιο και πρακτική. Αν και αυτό είναι δύσκολο, επειδή οι περισσότεροι από εμάς έχουν βαθιά μέσα τους παγιωμένες τις ρουτίνες και τις συνήθειες της τεχνολογικής κοινωνίας, υπάρχει πάντα η ελπίδα και η ευκαιρία για μια αλλαγή, ιδίως σήμερα που η συνδημία του Κορώνα, δείχνει πόσο επισφαλής είναι η ανθρώπινη επιβίωση, παρόλα τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτουμε και που πιθανά να είναι και η αιτία της πανδημίας, αφού έχουμε εξαλείψει τις συνθήκες ύπαρξης της άγριας ζωής.

Υπάρχει μια συνεχής ροή ευκαιριών: κάθε παρούσα δραστηριότητα είναι δυνητικά μια νέα αρχή, είναι από μόνη της μια αλλαγή ή η αρχή μιας αλλαγής. Το εάν μια παρούσα δραστηριότητα είναι πραγματικά μια νέα αρχή, εξαρτάται από το τι δημιουργείται και πώς οι άλλοι αντιδρούν σε αυτό.
Αν για παράδειγμα, το καινούργιο είναι αυτό που προτείνουν οι «υπερανθρωπιστές-μετα-ανθρωπιστές», δηλαδή την ίδια την απελευθέρωση από το ανθρώπινο είδος με βαθμιαία προσαρμογή του ανθρώπου στην εικονιστική κοινωνία των μηχανών και των αλγορίθμων, αν επιδιωχθεί με το σημερινό τεχνολογικό υπόδειγμα-της ψηφιοποίησης, ρομποτοποίησης, αυτοματοποίησης, τεχνητής νοημοσύνης-  μια μετεξέλιξη του ανθρώπου με την βιολογική μετάλλαξή του σ' ένα είδος μετα-ανθρώπου, υπερβαίνοντας τους βιολογικούς περιορισμούς για να αποικίσει τελικά το σύμπαν εκπληρώνοντας το πεπρωμένο του, τότε αυτό δε θα αφορά την πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού, αλλά μια οικτρά ελίτ των σημερινών δισεκατομμυριούχων, που έχουν κηρύξει τον «θάνατο στον θάνατο».  Για την πλειοψηφία των ανθρώπων που θα μείνουν πίσω σε έναν κατεστραμμένο πλανήτη, αυτή η χίμαιρα των «υπερανθρωπιστών-μετα-ανθρωπιστών», θα είναι μια δυστοπία και όχι απελευθέρωση!

Τελικά, όπως και η ηθική, η διαλογισμός σαν τρόπος σκέψης, δεν μπορεί να είναι υπεράνω ή να αποστασιοποιηθεί από τις πρακτικές των ανθρώπων σήμερα, αλλά πρέπει μάλλον να διέπει το σύνολο των πρακτικών τους. H παράδοση του διαλογισμού και του «άφησε τα πράγματα να υπάρχουν και να εξελίσσονται μόνα τους» («do nothing»), καθώς επίσης το πάθος για την εθελοντική απλότητα, τον ασκητισμό και την αξιοπρεπή φτώχεια- εμπνευσμένο από τον Γκάντι(Ανατολή) και τον Θορώ(Δύση)- που καταλήγει όχι μόνο στη γενικότερη στάση για σκόπιμη αδράνεια ή ενεργητική παθητικότητα, αλλά και στην πολιτική στάση της ενεργητικής-παθητικής αντίστασης, σε ότι αρνητικό προωθείται σήμερα, θα βοηθήσει προς την κατεύθυνση της γενικότερης απελευθέρωσης.


[1] Ο Χάιντεγκερ, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι «πρέπει να σεβόμαστε όλα τα όντα όχι επειδή μοιάζουν με τους ανθρώπους, όχι επειδή εκτιμώνται από τους ανθρώπους, όχι επειδή είναι πιο έμπειρα από τους ανθρώπους, αλλά επειδή είναι αυτό που είναι».

0 Comments

Οι ρίζες και η τοπολογία της Αποανάπτυξης

23/12/2020

0 Comments

 
Μια λεπτομερής και βάσιμη επισκόπηση του προτάγματος της αποανάπτυξης μπορεί να αναδείξει το ρόλο της σαν ενός «αναδυόμενου παραδείγματος» που προέρχεται από τους τομείς των οικολογικών οικονομικών, της κοινωνικής οικολογίας, της οικονομικής ανθρωπολογίας, του περιβαλλοντικού- κοινωνικού κινήματος και των πρακτικών κάποιων «ομάδων ακτιβιστών» του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Λαμβάνοντας υπόψη τις αναλύσεις των οικολογικών οικονομικών μπορεί να σκιαγραφηθεί και κάποια σχέση μεταξύ της αποανάπτυξης και δύο άλλων παραδειγμάτων: της βιώσιμης ανάπτυξης και της οικονομίας σταθερής κατάστασης. Ειδικά η γαλλική παραλλαγή της αποανάπτυξης είναι μια διασταύρωση δύο πηγών: της πολιτικής οικολογίας και της κριτικής του φαντασιακού της ανάπτυξης, περιλαμβανομένης και μιας «πολιτιστικής» πλευράς, με την έννοια της κριτικής της κουλτούρας και του αξιακού συστήματος της ανάπτυξης.
1. Οι πέντε εννοιολογικές ρίζες της αποανάπτυξης
  • ι) Η πολιτισμική-ανθρωπολογική προσέγγιση, της οποίας ο κύριος εκφραστής είναι ο Λατούς, εκφράζει μια ριζική ανθρωπολογική κριτική του διαβρωτικού μοντέλου του Homo oeconomiqueus, σαν εργαλείου της χρησιμότητας και της μεγιστοποίησης του ορθολογισμού.
  • ii) Η δημοκρατική προσέγγιση, εμπνέεται κυρίως από την κριτική του Ivan Illich για την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και για τα μειονεκτήματα του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής. Η αποανάπτυξη γίνεται προκλητική και στρατηγική λέξη-κλειδί, που «αναζωογονεί το πάθος που απαιτείται για την ύπαρξη μιας δημόσιας σφαίρας» και για περισσότερη δημοκρατία βάσης
  • ιιι) Η περιβαλλοντική-οικολογική παράδοση, η οποία είναι εμπνευσμένη από στοχαστές όπως ο Bookchin και το κίνημα της «κοινωνικής οικολογίας», καθώς και της «βαθιάς οικολογίας», που αμφισβητεί ριζικά την κυριαρχία των ανθρώπων στη φύση. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η αποανάπτυξη έχει σχεδιαστεί ως σημαντική μείωση της ανθρώπινης επίδρασης και κυριαρχίας στη φύση.
  • iv) Η ψυχοπνευματική οπτική, που συνδέεται με την κρίση νοήματος του βιομηχανικού πολιτισμού. Εδώ περιλαμβάνεται η παράδοση του διαλογισμού και του «άφησε τα πράγματα να υπάρχουν και να εξελίσσονται μόνα τους» («do nothing»). Επίσης το πάθος για την εθελοντική απλότητα, τον ασκητισμό και την αξιοπρεπή φτώχεια- εμπνευσμένο από τον Γκάντι(Ανατολή) και τον Θορώ(Δύση)- που καταλήγει στην πολιτική στάση της ενεργητικής-παθητικής αντίστασης
  • v) Τέλος, η βιοοικονομική προσέγγιση, η οποία βασίζεται στη βιοοικονομική θεωρία του Georgescu-Roegen και έχει αναπτυχθεί περαιτέρω από την οικολογική οικονομία των ορίων στις ροές ύλης και ενέργειας.
2. Τοπολογίες της Αποανάπτυξης
Ο γερμανός φιλόσοφος Konrad Ott σκιαγραφεί μια ιδανική-τυπική ταξινόμηση- á la Weber- τεσσάρων μορφών αποανάπτυξης. Ξεκινά το ταξινομητικό του σχήμα από μια λιγότερο ριζοσπαστική, σε μια όλο και πιο ριζοσπαστική μορφή, αμφισβητώντας το status quo και το κοινωνικό σύστημα:
  • ι) Αποανάπτυξη-1: περιλαμβάνει μια γενική κριτική του ΑΕγχΠ ως μέτρο ευημερίας και ζητεί εναλλακτικούς δείκτες. Η προσέγγιση αυτή «απορρίπτει τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ ως απόδειξη για την ορθή χάραξη πολιτικής». Δεν θεωρεί ότι η αύξηση του ΑΕΠ είναι ο κατάλληλος στόχος στον οποίο μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί μια αυξανόμενη συναίνεση όλης της πολιτικής σκηνής. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι συντηρητικές κοινοτικές προσεγγίσεις στο πλαίσιο του κινήματος της αποανάπτυξης (που εστιάζουν στις παραδοσιακές και οικογενειακές αξίες, την ανακατανομή της φροντίδας στην οικογένεια, κλπ.)
  • ιι) Αποανάπτυξη-2: προκύπτει από τον διάλογο για τη βιωσιμότητα και ακολουθεί το δρόμο της ισχυρής βιωσιμότητας. Συνεπώς, λόγω των ηθικών περιορισμών όσον αφορά το περιβάλλον και τη διαγενεακή δικαιοσύνη, απαιτούνται ορισμένες διαρθρωτικές αλλαγές πέραν της στρατηγικής της αποδοτικότητας, προκειμένου να διατηρηθεί η συνεχής αποδοτικότητα του φυσικού κεφαλαίου και να ανοίξει ο δρόμος για μια οικονομία σταθερής κατάστασης. Όσον αφορά την επίτευξη της δυνατότητας αποϋλοποίησης και αποσύνδεσης που υπονομεύεται από τα φαινόμενα του «παίρνω πίσω»( rebound effects), τουλάχιστον στις βιομηχανικές χώρες, η αποανάπτυξη αποδεικνύεται απαραίτητη οδός προς την κατεύθυνση της ισχυρής βιωσιμότητας. Κατά συνέπεια, οι πλούσιες χώρες οφείλουν να αποαναπτυχθούν (δηλαδή να μειώσουν σημαντικά το αποτύπωμά τους στους πόρους και τις εκροές), έτσι ώστε οι φτωχότερες χώρες να εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν και να επιτύχουν ένα ηθικά αποδεκτό στάνταρ, όσον αφορά τη διανεμητική δικαιοσύνη για τους πόρους.
  • ιιι) Αποανάπτυξη-3: προκύπτει από μια ανθρωπολογική και κοινωνική κριτική της ανάπτυξης. Απορρίπτοντας τη λογική του ανταγωνισμού, της επιτάχυνσης και της μεγιστοποίησης, αντιπροσωπεύει τη βελτίωση της ποιότητας ζωής που βασίζεται σε μια «αντι-κουλτούρα» της ευτραπελίας(φιλικότητας, ευθυμίας, ευτυχίας, conviviality) . Η προσέγγιση αυτή ακολουθεί την παράδοση της ευδαιμονίας (της καλής ανθρώπινης ζωής-ευζωίας) και "παριστάνει μια στρατηγική της μη συμμόρφωσης με τα καθιερωμένα πρότυπα συμπεριφοράς». Μία ζωή μέσα στον ανταγωνισμό είναι ψυχοφθόρα και δεν αφήνει χώρο στη δημιουργία (ατομική και κυρίως συλλογική). Είναι μια ζωή ουσιαστικά «χαμένη» και χωρίς νόημα, αυτή που παράγει για τον άνθρωπο μία κοινωνία «ανάπτυξης».
  • ιv) Αποανάπτυξη-4: είναι η πιο ριζοσπαστική προσπάθεια: «εδώ, η αποανάπτυξη θεωρείται αναπόσπαστο μέρος μιας συνολικής στρατηγικής για τον μετασχηματισμό και τελικά την αντικατάσταση των καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής και διανομής με άλλους μετακαπιταλιστικούς τρόπους. Η προσέγγιση αυτή αμφισβητεί βασικές κοινωνικές και οικονομικές δομές και στοχεύει σε μια ανατροπή του status quo και σε μια μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες.
Κατά τη γνώμη μας,  για μια τέτοια μετάβαση, θα χρειασθεί το κίνημα της αποανάπτυξης να ριζοσπαστικοποιηθεί περισσότερο και να συνδεθεί και με το υπάρχον ήδη κίνημα των ΚΟΙΝΩΝ(commons), του Κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας. Από κοινού αυτά τα κινήματα μπορούν δρομολογήσουν την μετάβαση σε κοινωνίες αποανάπτυξης.

3) Το μέλλον της αποανάπτυξης
Στην ιστοσελίδα μας, έχουν διατυπωθεί 10 θέσεις για την Αποανάπτυξη-Κοινοτισμό-Άμεση Δημοκρατία, και από άποψη έρευνας, υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν για την τροποποίηση, διαμόρφωση και την παραγωγή νέων θέσεων και περαιτέρω διαφοροποίηση στο πεδίο αυτών των όρων. Απαιτείται περισσότερη έρευνα, για παράδειγμα, για να καταδειχθεί ότι η ανάπτυξη είναι οικολογικά μη βιώσιμη, ή ότι η αποϋλοποίηση είναι αδύνατη και ανεπαρκής. Απαιτούνται περισσότερα ιστορικά δεδομένα για την υποστήριξη της θέσης ότι αντιμετωπίζουμε μια συστημική, και όχι περιοδική, στασιμότητα και ότι τα όρια των πόρων έχουν κάτι να κάνουν με αυτό. Ο ισχυρισμός επίσης ότι η εγκατάλειψη της ανάπτυξης μπορεί να αναβιώσει τον πολιτικό διάλογο για καινούριες συναινέσεις και να θρέψει τη δημοκρατία, αντί να ζωντανεύει καταστροφικά πάθη και κοινωνικές αντιθέσεις, είναι προς το παρόν αναπόδεικτος. Γενικά, οι ισχυρισμοί που είναι ισχυρά καθιερωμένοι στο πλαίσιο των κοινοτήτων αποανάπτυξης, απέχουν πολύ από το να γίνουν αποδεκτοί από την ευρύτερη κοινωνία, όπου η «αποϋλοποίηση» και η «πράσινη» ή η βιώσιμη» ανάπτυξη εξακολουθούν να θεωρούνται όχι μόνο ως δυνατές, αλλά πιθανότατες.
Απαιτείται επίσης περισσότερη έρευνα για το πώς και το γιατί οι άνθρωποι και τα έθνη προσαρμόζονται στην έλλειψη ανάπτυξης, γιατί κάποιοι εναλλακτικοί θεσμοί επιτυγχάνουν και αμφισβητούν τον καπιταλισμό, ενώ άλλοι καταρρέουν ή ενσωματώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα, ή πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις, θεσμοί όπως η διανομή της εργασίας ή ένα βασικό και ανώτατο εισόδημα θα ήταν αποτελεσματικοί, στην περίοδο μετάβασης. Για το ποια κοινωνική δυναμική, ποιες συμμαχίες και ποιες διαδικασίες θα βάλουν μπροστά μια Μετάβαση. Τα τελευταία ερωτήματα δεν είναι μόνο διανοητικά και δεν μπορεί να απαντηθούν μόνο από την έρευνα. Η κοινωνική αλλαγή είναι μια διαδικασία δημιουργίας και είναι αδύνατο να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Βέβαια, κάποιες ακαδημαϊκές μελέτες πάνω σε αυτά τα παραπάνω ερωτήματα, θα μπορούσαν να προσφέρουν νέες αφηγήσεις ώστε να εμπνεύσουν και να ενεργοποιήσουν τους πολίτες να διεκδικήσουν αντίστοιχες πολιτικές μετάβασης.

Στο κίνημα για την αποανάπτυξη, υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες για συμμαχίες. Ενώ στο Νότο βρίσκει ανταπόκριση σε κινήματα όπως της Καλής Ζωής (Buen Vivir), του Περιβαλλοντισμού των Φτωχών (Environmentalism of the Poor), του κινήματος των Κοινών (commons), της Κρίσης των Πολιτισμών, του Kινήματος των Mικροαγροτών( Via Campesina) κ.λπ., στο Βορά αλληλεπιδρά με το κίνημα των Μεταβατικών πόλεων (Transition Towns), της Περιεκτικής Δημοκρατίας( Inclusive Democracy), της Οικολογικής Γεωργίας και Περμακουλτούρας (Permaculture) κ.λπ.

Οι συμπληρωματικές στρατηγικές του κοινωνικού κινήματος για την αποανάπτυξη
Η πολυεπίπεδη φύση των πολύπλοκων κοινωνιών μας υποχρεώνει το κίνημα της αποανάπτυξης να ακολουθεί πολλαπλές στρατηγικές. Αυτό οδήγησε σε συζητήσεις.
Πρώτον, υπήρξαν συζητήσεις μεταξύ ακτιβιστικών κινημάτων που επικεντρώνονται στην αντίσταση, για παράδειγμα εκείνων που πολεμούν τις υπερ-υποδομές (π.χ. μεγάλους αυτοκινητόδρομους, εργοστάσια καύσης, μεγάλα φράγματα, πυρηνικά εργοστάσια, φαραωνικά αιολικά πάρκα κ.λπ.) και αυτών που προωθούν εναλλακτικές λύσεις (π.χ. ποδήλατα, επαναχρησιμοποίηση, ηλιακοί συλλέκτες κ.λπ.)
Άλλη συζήτηση είναι μεταξύ εκείνων που εστιάζουν στο εθνικό / διεθνές πολιτικό επίπεδο έναντι εκείνων που θεωρούν ότι η δράση πρέπει να επικεντρωθεί σε τοπικό επίπεδο. Ομοίως, οι άνθρωποι συζητούν για τη σημασία της ατομικής και συλλογικής δράσης.
Μια άλλη μεγάλη συζήτηση πραγματοποιήθηκε μεταξύ των υποστηρικτών της αποανάπτυξης που επικεντρώνονται στην αντικατάσταση υφιστάμενων δομών-υπηρεσιών (π.χ. χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) και εκείνων που θεωρούν ότι οι υφιστάμενες δομές χρειάζονται μόνο κάποιες προσαρμογές και, αντίθετα, θα πρέπει να υπερασπιστούν (π.χ. κοινωνική ασφάλιση).
Υπήρξε επίσης μια συζήτηση μεταξύ εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στην πρακτική δράση είτε σε επίπεδο βάσης είτε σε πολιτικό επίπεδο και εκείνων που προτιμούν να κάνουν θεωρητική ανάλυση και να καταγγείλουν τη «θρησκεία της ανάπτυξης».
Οι περισσότερες, αν όχι όλες οι στρατηγικές, εμφανίζονται σε κάθε ρεύμα από το οποίο πηγάζει η αποανάπτυξη. Έτσι, μια συνολική οπτική για την αποανάπτυξη, δεν μπορεί παρά να καλωσορίσει την ποικιλομορφία και τη συμπληρωματικότητα των στρατηγικών (και των ρευμάτων). Παρόλο που το πόσο-από άποψη ποσότητας ιδεών- χρειάζεται από κάθε ένα από τα ρεύματα παραμένει αντικείμενο συζήτησης και καθορίζει την εξειδίκευση και την ιδιαίτερη δράση των ακτιβιστών. Και το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι ακόμα δεν υπάρχει μια ενιαία κατευθυντήρια γραμμή δράσης.

Συμπερασματικά
Το αναπτυξιακό πρότυπο είναι μια βασική πεποίθηση που πρέπει να αμφισβητηθεί, καθώς εμποδίζει την πολιτική δράση σε όλες τις κλίμακες, από το κοινωνικό έως το τοπικό. Οι οικολογικές και κοινωνικές εναλλακτικές δεν θα είναι δυνατές εάν η ανάπτυξη συνεχίσει να είναι η θρησκεία των κοινωνιών μας. Και ενώ η αποανάπτυξη σε αυτό το σημείο βασίζεται κυρίως στη νότια Ευρώπη, είναι βασική εξέλιξη η εξάπλωση του κινήματος στη Γερμανία και αλλού στον Βορά-Δύση. Είναι η διαφορετικότητα και η ποικιλομορφία της που αποτελεί την πραγματική καινοτομία του κινήματος της αποανάπτυξης. Είναι ορατό ότι η αποανάπτυξη βρίσκεται στο σταυροδρόμι διαφορετικών παρεμφερών φιλοσοφιών. Κάθε πνευματική πηγή ιδεών (ανθρωπολογία, δημοκρατία, οικολογία, ισότητα, μη βία, φεμινισμός κ.λπ.), συνεισφέρει λόγους για αμφισβήτηση της ανάπτυξης που αλληλοσυμπληρώνονται.
Όσον αφορά τις δράσεις, το κίνημα για την αποανάπτυξη έχει προτείνει πολύ συμπληρωματικές στρατηγικές (αντίσταση-αντιπολίτευση, εναλλακτικές λύσεις, έρευνα και διάδοση, πολιτικές δράσεις κ.λπ.), πάνω σε μια ποικιλία συμπληρωματικών θεμάτων που οδηγούν σε ένα σύνολο συμπληρωματικών προτάσεων. Η πρόκληση όμως της υποβίβασης και αναγωγής στα «εξ ων συνετέθη» θα είναι καθοριστική για την εξέλιξη του κινήματος.
Ακόμα κι αν η ιδεολογία και οι απλές κατευθυντήριες γραμμές δράσης του μπορεί να φαίνονται ελκυστικές για τους ανθρώπους, υπάρχουν λόγοι που μπορεί να το κάνουν να εκτραπεί από αυτήν την πορεία: Πρώτον επειδή δεν μπορεί να εκφρασθεί ενιαία η διαφορετική πραγματικότητα της αποανάπτυξης (ή της ανάπτυξης) σε κάθε χώρα. Δεύτερον, επειδή η αναφορά στα προηγούμενα από αυτήν κινήματα συνδέεται και με την αποτυχία του κάθε ενός χωριστά, και τα κάνει στη συνέχεια, είτε περιθωριακά, είτε παραδείγματα προς αποφυγήν.
Πρέπει να αφιερωθεί από το ενιαίο κίνημα μεγάλη προσπάθεια για να γίνουν κατανοητές οι συμπληρωματικότητες και να μην πέσει σε ατελείωτες αρνητικές συγκρούσεις ή στον «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών». Η εστίαση μόνο σε μια πτυχή φέρνει μόνο αποτυχία, καθώς κάθε προσέγγιση και λύση συμπληρώνουν η μία την άλλη. Εστιάζοντας π.χ. μόνο στην εθελοντική απλότητα ή μόνο στη θεωρία ή μόνο στην αλλαγή των οικονομικών δομών, αυτό είναι μια συνταγή για αποτυχία. Παρομοίως, αν επικεντρωθούμε μόνο στη μείωση της κατανάλωσης θα οδηγούσαμε σε υπερβολική προσφορά, ενώ η εστίαση μόνο στη μείωση της παραγωγής θα έφερνε έλλειψη. Η παραμέληση της ανακατανομής θα άφηνε απέξω έναν από τους σημαντικότερους λόγους που κάνουν αναγκαία την αποανάπτυξη.
Από την άλλη πλευρά, όταν συνδυάζονται διαφορετικά προτάγματα, όπως στη διακήρυξη της Βαρκελώνης, η συνοχή αρχίζει να εμφανίζεται ενώ η συζήτηση παραμένει πάντα ζωντανή. Είναι σαφές ότι συνεχίζεται η ικανότητα του κινήματος για την αποανάπτυξη να συζητά σε πολύ σχετικά σημαντικά θέματα, ενώ η επιτυχία του συνδυασμού διαφορετικών στρατηγικών θα είναι το κλειδί για την επιτυχία. Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι χωρίς παγίδες. Υπάρχει ο κίνδυνος ανάκαμψης του καπιταλισμού (οπότε, ξεχάστε την αποανάπτυξη), αυτό συνέβη με την «πράσινη» ανάπτυξη και με τον «πράσινο» καταναλωτισμό. Μέχρι τώρα η αποανάπτυξη έχει δείξει αξιοσημείωτη ικανότητα να απομυθοποιήσει μια τέτοια ανάκαμψη, που δεν δίνει λύση στο πλανητικό οικολογικό πρόβλημα. Ένας άλλος κίνδυνος θα ήταν η πιθανότητα να δημιουργήσει ένα νέο ετερογενές καταπιεστικό καθεστώς, προτείνοντας ένα αυστηρό σχέδιο από πάνω προς τα κάτω για την αποανάπτυξη (ένα νέο καθεστώς τύπου ΕΣΣΔ, που θα ήταν για την αποανάπτυξη). Γι 'αυτό είναι πολύ σημαντικό το κίνημα να συνεχίσει να έχει σαν έντονο στόχο τη συμμετοχική άμεση δημοκρατία.
Ένας άλλος κίνδυνος είναι μην χαθεί το πολυεπίπεδο κοινωνικό όραμα που σχετίζεται με την ιδέα της αλλαγής του φανταστικού, και ότι η αντιπαράθεση με την κρίση οδηγήσει σε κατακερματισμό της κοινωνίας σε κλειστές κοινότητες που δεν θα μπορούν να συντονιστούν σε σχέση με την κατανάλωση λιγότερων πόρων και την κοινή τους χρήση. Θα μπορούσαμε π.χ. να κλείσουμε τη δική μας κοινότητα, τη δική μας ταυτότητα και να υπερασπιστούμε τη δική μας βιωσιμότητα ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο. Η αποανάπτυξη που προτείνουμε αφορά στην αποφυγή αυτού. Αντίθετα, η ιδέα είναι να αποφευχθεί η μισαλλοδοξία μεταξύ ανθρώπων, εθνών και πολιτισμών αποφεύγοντας τον αναγωγισμό-διαχωρισμό σε όλα τα επίπεδα. Γιατί η αποανάπτυξη προωθεί συνέχεια ανοιχτές κοινότητες και την κατανόηση για τις ανησυχίες των άλλων, σε επίπεδο γειτονιάς, πόλης και πλανήτη και μια αλλαγή του φανταστικού που θα μας επέτρεπε τον διαμοιρασμό.

Στην ιστοσελίδα της Τοπικοποίησης κάνουμε μια προσπάθεια για παραπέρα συγκεκριμενοποίηση των θέσεων του προτάγματος και ο στόχος μας είναι να διατυπωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση για την μετάβαση σε κοινωνίες Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης με τον Κοινοτισμό και την  Άμεση δημοκρατία.

0 Comments

Δημόσιος πλούτος-Ιδιωτικός πλούτος

15/12/2020

0 Comments

 
Σύμφωνα με την αρχή της οικουμενικότητας: μία είναι η πατρίδα όλων, ο πλανήτης μας.   Ο αέρας, η θάλασσα, το νερό, η γη και οι καρποί της, ο υλικός πλούτος και οι ενεργειακοί πόροι, είναι δώρα και κοινή κληρονομιά όλων μας από την Γαία.

Επίσης κοινή κληρονομιά μας είναι τα αγαθά της κοινωνικής –πρώην και νυν-παραγωγής όπως:  οι σπόροι και οι ποικιλίες-ράτσες, η κοινωνικά παραγόμενη γνώση σε όλα τα γνωστικά πεδία και η μετάδοσή της( δηλαδή η παιδεία και εκπαίδευση της νέας γενιάς), η διατήρηση και βελτίωση της υγείας του πληθυσμού μέσω αντίστοιχων κοινωνικών θεσμών πρόληψης και αποκατάστασης, ο εφοδιασμός των πόλεων και των οικισμών σε νερό μέσω δικτύων και καναλιών από κοινές πηγές και αποθέματα νερού, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας -από κοινές πηγές ενέργειας- και η διανομή της μέσω δικτύων σε κοινή γη -δημόσια ή δημοτική-και δρόμους, η διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων μέσω χρήσης κοινών δρόμων στην ξηρά και θάλασσα, των λιμανιών καθώς και σταθερών τροχιών, μέσω κοινών μέσων μαζικής μεταφοράς, τα αγαθά από την επεξεργασία και την επαναχρησιμοποίηση υλικών από την ανακύκλωση των κοινών αποβλήτων-απορριμμάτων των πόλεων και οικισμών, τα αποτελέσματα της χρήσης των κοινών ραδιοσυχνοτήτων, τηλε-συχνοτήτων και τηλεφωνίας, καθώς και των πληροφοριακών λεωφόρων κ.λπ.

Όλα τα παραπάνω, καθώς και άλλα-που δεν απαριθμήθηκαν- αγαθά, που έχουν μια εγγενή αξία χρήσης για τους ανθρώπους και βρίσκονται σε πλήρη ή σχετική αφθονία στα πλαίσια των φυσικών, οικο- ή κοινωνικών συστημάτων, περιλαμβάνονται σε αυτό που έχει ονομασθεί δημόσιος πλούτος ή οικονομία των ΚΟΙΝΩΝ, με την έννοια ότι είναι κοινά συλλογικά αγαθά που μπορεί η κοινή χρήση τους να διαχειρίζεται από κοινού με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Οικονομία των Κοινών σημαίνει: οικονομία στη υπηρεσία της καλής ζωής, των κοινωνικών αναγκών και της ισότητας των δικαιωμάτων, σε ισορροπία με τη φύση. Αυτή η οικονομία αντιμετωπίζει το ζήτημα της ιδιοκτησίας με τη μορφή του δικαιώματος χρήσης. Κατοχή δικαιώματος χρήσης αγαθών για επάρκεια, αντί της υπερκατανάλωσης και της ιδιοκτησίας αυτών(από ανθρώπους π.χ. που ούτε καν τα χρειάζονται). Το δε δικαίωμα χρήσης(χωρίς να αποκλείεται και η ατομική χρήση) εκφράζεται κυρίως με τη συλλογική χρήση των συλλογικών αγαθών.

Θα χρειασθεί όμως να ορισθούν με νομικό τρόπο-στα πλαίσια της κάθε κοινωνίας, είτε τοπικής, είτε εθνικής, είτε  ένωσης κρατών- τα ΚΟΙΝΑ και ό,τι θεωρείται δημόσιος πλούτος, ώστε να επαναφερθούν υπό τον έλεγχο των δικαιούχων τους, δηλαδή των πολιτών. Να καθορισθούν έτσι νομικά, ώστε να μη ταυτίζονται με την έννοια του κράτους, αλλά η έννοια του «δημόσιου συμφέροντος» να ταυτισθεί με αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή με την έννοια του συμφέροντος του δήμου και της κοινότητας των πολιτών. Αν η κοινωνική οικονομία των αναγκών των πολιτών βρίσκεται μεταξύ της ιδιωτικής και της κρατικής οικονομίας, χωρίς να ταυτίζεται με καμία από τις δύο, αν το «κοινό συμφέρον» βρίσκεται επίσης μεταξύ του ιδιωτικού και του κρατικού συμφέροντος, χωρίς να συγχέεται με κανένα από τα δύο, τότε αυτό που πρέπει να γίνει είναι το μέχρι τώρα αποκαλούμενο «δημόσιο» συμφέρον να ταυτισθεί με το συμφέρον του «κοινού». Και όχι με το κρατικό, το οποίο πολλές φορές μετατρέπεται σε ταξικό ή μιας μικρής ελίτ, ανάλογα του ποιος έχει την εξουσία στο κράτος.

Ο ιδιωτικός πλούτος, από την άλλη πλευρά, αποτελείται από όλα όσα ο άνθρωπος επιθυμεί ως χρήσιμα ή ευχάριστα γι 'αυτόν και βρίσκονται σε ένα βαθμό έλλειψης.  Με άλλα λόγια, τα ιδιωτικά πλούτη αναφέρονται σε αγαθά που έχουν συναλλαγματική αξία(εμπορεύματα), η οποία αυξάνεται ανάλογα με τη σπανιότητά τους. Με αυτή την έννοια, ένας άφθονος φυσικός και κοινός πόρος όπως το νερό, αν καθιερωθεί ένα μονοπώλιο πάνω του το οποίο θα μπορούσε να χρεώνει τους ανθρώπους για να έχουν πρόσβαση σε αυτό, μετατρέπεται σε ιδιωτικό αγαθό και επομένως αυξάνει τον ιδιωτικό πλούτο. Αυτό θα αύξανε επίσης το «άθροισμα των ατομικών πλούτων»- αυτό που ονομάζουμε ΑΕΠ.

Σήμερα υπάρχει ένα ατελείωτο κύμα ιδιωτικοποίησης των δημόσιων και συλλογικών αγαθών(ΚΟΙΝΩΝ) που έχουν απελευθερωθεί σε όλο τον κόσμο από το 1980, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη, οι μεταφορές, οι βιβλιοθήκες, τα πάρκα, οι πισίνες, το νερό, ακόμη και η κοινωνική ασφάλιση. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου οι εμπορικές προστασίες έχουν καταργηθεί σε όλο τον κόσμο, οι μισθοί είναι τόσο χαμηλοί όσο γίνεται, και οι καταναλωτικές αγορές είναι όλο και πιο κορεσμένες, η συνεχής ανάπτυξη, απαιτεί νέους γύρους από αυτό που έχει χαρακτηρισθεί ως «συσσώρευση με εκποίηση» του εναπομείναντος αποθέματος δημόσιου πλούτου. Τα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά-τα Κοινά- δέχονται παντού μια επίθεση - πρέπει να γίνουν και αυτά σπάνια για χάρη της αύξησης του ΑΕΠ.

Οι άνθρωποι πρέπει να πληρώσουν για να αποκτήσουν αγαθά στα οποία είχαν πρόσβαση δωρεάν. Και για να πληρώσουν, θα πρέπει να δουλέψουν περισσότερο, θέτοντας τους εαυτούς τους για άλλη μια φορά υπό πίεση για να ανταγωνιστούν τους άλλους και να είναι όλο και πιο παραγωγικοί - μια πίεση που δικαιολογείται, και πάλι, χάρη της ανάπτυξης του ΑΕΠ. Πράγματι, η εμμονή των κοινωνιών μας με την αύξηση του ΑΕΠ ως πρωταρχικού στόχου δημόσιας πολιτικής, αποκαλύπτει την εδραίωση στην πολιτική κοινή λογική του απόλυτου θριάμβου της περίφραξης: ότι δηλαδή η ανάπτυξη του «ιδιωτικού πλούτου» έχει συμβάλει στην ίδια την Πρόοδο. Εν τω μεταξύ, βολεύει πραγματικά να μην υπάρχει οικονομικός δείκτης που να καταγράφει την ταυτόχρονη κατάρρευση του δημόσιου πλούτου.

Αυτή η λογική φτάνει στο αποκορύφωμά της στη σύγχρονη πολιτική της λιτότητας, η οποία ξεδιπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη μετά την οικονομική κρίση του 2008. Τι είναι η λιτότητα, πραγματικά; Είναι μια απελπισμένη προσπάθεια επανεκκίνησης των κινητήρων της ανάπτυξης, μειώνοντας τις δημόσιες επενδύσεις στην κοινωνική προστασία και τα δημόσια αγαθά που θα εξασφάλιζαν την διατήρηση της ευημερίας. Τα πάντα, από επιδόματα θέρμανσης ηλικιωμένων έως το επίδομα ανεργίας ή τους μισθούς του δημόσιου τομέα - τα απομεινάρια των κοινών- κόβονται. Αντίθετα, οι τιμές των κοινωνικών αγαθών όπως το νερό ύδρευσης ή του ενεργειακού εφοδιασμού, αυξάνονται από τις ιδιωτικές εταιρείες διαχείρισής τους. Έτσι οι άνθρωποι που θεωρούνται ότι δεν «τρέχουν» πολύ και είναι «άνετοι» ή «τεμπέληδες», βρίσκονται και πάλι υπό την απειλή της πείνας και αναγκάζονται να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους εάν θέλουν να επιβιώσουν. Αυτή η λογική της λιτότητας, όπου η έλλειψη και η ανάπτυξη εμφανίζονται ως δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, είχε επικρατήσει και κατά τη διάρκεια των πρώτων «περιφράξεων» π.χ. στην Αγγλία, ώστε να κάνει δυνατή την «πρωταρχική συσσώρευση» και την εδραίωση του καπιταλισμού (μαζί φυσικά με τον αποικισμό και την λεηλασία των πόρων από τις αποικίες, που συνεχίζεται βεβαίως και σήμερα).

Σήμερα υπάρχει ένα νέο στοιχείο που προστίθεται σε αυτήν τη δυναμική. Αποκαλύπτεται επίσης η διαδικασία της οικολογικής κατάρρευσης που εκτυλίσσεται γύρω μας σε μια πλανητική κλίμακα. Από τη δεκαετία του 1950 υπήρξε μια εξαιρετική αύξηση του παγκόσμιου ΑΕγχΠ (συχνά αναφέρεται ως «Μεγάλη Επιτάχυνση»), αλλά αυτή η αύξηση του «ιδιωτικού πλούτου» έχει το κόστος μιας εξαιρετικής εξάντλησης των κοινών πόρων και του ζωντανού κόσμου, δεδομένης της στενής σύζευξης μεταξύ ΑΕγχΠ και της ροής πρώτων υλών και ενέργειας. Τα περισσότερα τροπικά δάση του πλανήτη έχουν καταστραφεί, τα γεωργικά εδάφη υποβαθμίζονται σε μεγάλο βαθμό, οι ρυθμοί εξαφάνισης ειδών είναι τώρα 1.000 φορές γρηγορότεροι από τους ρυθμούς πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, ενώ οι εκπομπές του CO2 έχουν προκαλέσει κλιματική αλλαγή και οξίνιση των ωκεανών, αποσταθεροποιώντας τα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα και απειλώντας τις τροφικές αλυσίδες.

Αυτό είναι το απόλυτο κόστος της μακροχρόνιας λεηλασίας και καταστροφής των «ελεύθερων» αξιών από τη φύση. Και αποσταθεροποιώντας τη βιόσφαιρα από την οποία η ανθρώπινη ζωή εξαρτάται, γίνεται σαφές ότι ο μεγαλύτερος δημόσιος πλούτος όλων - η ακεραιότητα της πλανητικής βιόσφαιρας και των παγκόσμιων κοινών - θυσιάστηκε για χάρη του ιδιωτικού πλούτου, ο οποίος είναι η μόνη μορφή πλούτου που εκμεταλλεύεται και την καταστροφή(«καταστροφικό καπιταλισμό» το έχουν ονομάσει κάποιοι αυτό). Μιλάμε πια για την «τραγωδία των Κοινών»! Η ίδια η σημερινή υγειονομική κρίση λόγω της πανδημίας-συνδημίας, εκφράζει στην ουσία αυτή την «τραγωδία των κοινών» στην οποία έχει οδηγήσει ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και το μοντέλο «ανάπτυξής» του.

Τι θα συμβεί λοιπόν; Πώς θα λύσει ο καπιταλισμός αυτήν την πολυσύνθετη κρίση; Αυτό το ερώτημα μας φέρνει σε ένα σημαντικό σημείο. Σαν απάντηση στην απειλή της οικολογικής κατάρρευσης, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να θέσουμε ανώτατα όρια στις εκπομπές και τη χρήση υλικών και να μειώσουμε τις κλίμακες αυτές σε βιώσιμα επίπεδα, περισσότερο από ότι έχει προταθεί από το σενάριο της IPCC, της επιτροπής για το κλίμα του ΟΗΕ. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αφού γίνει αυτό, δεν υπάρχει κανένας λόγος  να μη μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται επ 'αόριστον το ΑΕΠ, ενώ η βιόσφαιρα θα ανακάμπτει. Αλλά όταν οι εκπομπές απαγορεύονται και η χρήση υλικών περιορίζεται σε χαμηλά επίπεδα, από πού θα εξασφαλίσει ο καπιταλισμός τις ελεύθερες εισροές του, αν όχι από ενεργειακά πυκνά ορυκτά καύσιμα και από τη φύση; Θα πρέπει να στραφεί τότε στην άλλη κύρια πηγή αξίας, δηλαδή στην ανθρώπινη εργασία. Μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε ότι σε μια κατάσταση οικολογικής έκτακτης ανάγκης, ο καπιταλισμός θα επιδιώξει την ανάπτυξη με το να βρει νέους τρόπους να συμπιέσει τους εργαζόμενους, δημιουργώντας συνθήκες «νεοφεουδαλισμού». Θα γίνει αποδεκτή αυτή η προοπτική του καπιταλισμού, από τους «από κάτω»;

Ορισμένοι προοδευτικοί ή πράσινοι οικονομολόγοι, επιμένουν ότι μπορούμε να μειώσουμε τις ροές υλικών και ενέργειας και να προστατεύσουμε τα εργασιακά δικαιώματα (θέτοντας αποτελεσματικά όρια και στις δύο πηγές αξίας του καπιταλισμού), και να εξακολουθούμε να έχουμε ανάπτυξη. Δεν υπάρχει λόγος η νέα αξία να μη μπορεί να είναι καθαρά άυλη, λένε. Καθώς η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει συνδεθεί στενά, σε όλη την ιστορία της, με υλική και ενεργειακή ροή (ακόμη και κατά τη μετάβαση στις υπηρεσίες, στον παγκόσμιο Βορρά), να φανταστεί κανείς ότι το ΑΕγχΠ μπορεί να συνεχίσει μεγαλώνει ενώ μειώνεται η ροή, αντιτίθεται σε όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, και θα έπρεπε να φανταστεί κανείς ένα εντελώς διαφορετικό είδος οικονομίας - που δεν υπήρχε ποτέ στο παρελθόν. Εάν πρόκειται να φανταστούμε μια νέα οικονομία συνολικά, γιατί να μην φανταστούμε τότε μια οικονομία χωρίς ανάπτυξη;

Αυτό το ερώτημα μας φέρνει στο σημείο κλειδί: Δεν είναι η αύξηση των εισροών τελικά το πρόβλημα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ίδια η επιτακτική προσταγή για ανάπτυξη! Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να φανταστεί μια οικονομία όπου η ανάπτυξη πρέπει να συμβαίνει παρά το ανώτατο όριο των εισροών, με το να είναι άυλη όλη η νέα αξία που θα δημιουργείται. Με το κεφάλαιο να επιδιώκει να συμπεριλάβει άυλα κοινά -που είναι σήμερα άφθονα και δωρεάν (γνώση, τραγούδια, χώροι πρασίνου, ίσως ακόμη και γονείς, φυσική αφή, αγάπη και ίσως ακόμη και ο ίδιος ο αέρας)- και να τα πουλάει στους ανθρώπους για χρήματα. Για να υπακούσουν σε τέτοια νέα κύματα τεχνητής έλλειψης, οι άνθρωποι θα αναγκάζονταν να εργάζονται με μισθούς σε νέες άυλες βιομηχανίες, απλώς για να αποκτήσουν άυλα αγαθά που πριν ήταν ελεύθερα διαθέσιμα. Αυτό μπορεί να είναι μια «πράσινη» οικονομία, αλλά δεν είναι μια οικονομία που έχει νόημα, ή μια οικονομία με την οποία κάποιος θα ήθελε πραγματικά να ζήσει.

Ο μόνος τρόπος για την επίλυση αυτής της αντίφασης είναι να αντιστρέψουμε τη διαδικασία: να αναδιοργανώσουμε την οικονομία γύρω από τη δημιουργία αφθονίας δημόσιου πλούτου, ακόμη και αν το κάνουμε με έξοδα ιδιωτικού πλούτου. Αυτό θα απελευθερώσει τους ανθρώπους από τις πιέσεις που δημιουργούνται από την τεχνητή έλλειψη, εξουδετερώνοντας έτσι την προσταγή για ανάπτυξη και απελευθερώνοντας τον ζωντανό κόσμο από το φαντασιακό της ανάπτυξης, ώστε να μπορεί να επιλέξει το φαντασιακό της αποανάπτυξης!

0 Comments

Για μια νέα μετά-COVID εποχή

14/12/2020

0 Comments

 
Μετά τη δημοσίευση, το 1972, της έκδοσης του «Κλαμπ της Ρώμης»:  «The Limits to Growth»(«Τα όρια της ανάπτυξης»), το αναπτυσσόμενο τότε οικολογικό κίνημα μίλησε για μια νέα «εποχή μετά την ανάπτυξη», για πρώτη φορά. Η διαπίστωση του βιβλίου ήταν απλή: Ο πλανήτης δεν θα μπορεί να διατηρήσει τους τρέχοντες ρυθμούς οικονομικής και πληθυσμιακής αύξησης. Η πρόβλεψη: «Το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα είναι μια μάλλον ξαφνική και ανεξέλεγκτη μείωση τόσο στον πληθυσμό όσο και στη βιομηχανική ικανότητα» και άρα η ανθρωπότητα θα έπρεπε να πατήσει φρένο, για να μη υποστεί την κατάρρευση της κοινωνίας όπως την ξέρουμε.
Από τότε, το οικολογικό κίνημα πήρε χοντρικά τρεις κατευθύνσεις: Το μεγαλύτερο κομμάτι του ασχολήθηκε με τα προβλήματα του περιβάλλοντος κυρίως και αυτοονομάσθηκε περιβαλλοντικό, εκφραζόμενο και πολιτικά πρώτιστα μέσα από τα περιβαλλοντικά – πράσινα κόμματα, ένα άλλο μέρος του ασχολήθηκε όχι μόνο με το περιβάλλον, αλλά και με την κοινωνία και τα προβλήματά της παίρνοντας την ονομασία «κοινωνική οικολογία», ενώ ένα τρίτο αποτέλεσε το κίνημα της «βαθιάς οικολογίας», που στόχευε κυρίως στη δημιουργία εναλλακτικών τρόπων ζωής και έβαλε στο κέντρο της κριτικής του τον κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο της καπιταλιστικής κοινωνίας και τον καταναλωτισμό. Και τα τρία ρεύματα συνυπήρχαν σε μεγάλο βαθμό, κυρίως στην αντίσταση ενάντια στα φαραωνικά έργα καταστροφής του περιβάλλοντος, στην καταγγελία των ορυκτών καυσίμων σαν βασική αιτία για το «φαινόμενο του θερμοκηπίου» και την υπερθέρμανση του πλανήτη, καθώς και στη δημιουργία του γενικότερου κινήματος προστασίας του κλίματος.  
Μισό αιώνα μετά τις προβλέψεις των «Ορίων της ανάπτυξης», η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί, από περίπου 327 μέρη ανά εκατομμύριο το 1972 σε 416 μέρη ανά εκατομμύριο σήμερα. (Οι επιστήμονες είχαν προειδοποιήσει ότι μια αύξηση στα 350 μέρη ανά εκατομμύριο εγκυμονούσε επικίνδυνη αύξηση της θερμοκρασίας). Οι παγκόσμιες θερμοκρασίες, εν τω μεταξύ, έχουν αναρριχηθεί σχεδόν πάνω από 1 βαθμό Κελσίου, από την προ-βιομηχανική εποχή - τροφοδοτώντας ακραία καιρικά φαινόμενα, καταστροφικά κύματα θερμότητας στην Αρκτική, και μια σταθερή αύξηση της στάθμης της θάλασσας. Πέρυσι, μια έκθεση των Ηνωμένων Εθνών διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν τόσο ριζικά τον πλανήτη, ώστε μέχρι και 1 εκατομμύριο είδη αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εξαφάνισης.
Μία από τις κύριες ανησυχίες του Κλαμπ της Ρώμης, δηλαδή ότι «η ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού θα πυρπολήσει το περιβάλλον», τα τελευταία χρόνια δεν γίνεται αποδεκτή σε μεγάλο βαθμό, γιατί παρόλο που τα ποσοστά γεννήσεων στις αναπτυγμένες χώρες μειώνονται, έχει διαπιστωθεί ότι αυτές χρησιμοποιούν τους περισσότερους πόρους και έχουν το μεγαλύτερο οικολογικό αποτύπωμα. Αυτό που εξελίσσεται εντελώς ανεξέλεγκτα όμως, είναι η οικονομική ανάπτυξη. Για δεκαετίες, οι περιβαλλοντολόγοι-οικολόγοι-πράσινοι κ.λπ., τσακώνονταν για το αν η παραγωγή όλο και περισσότερων πραγμάτων, χρόνο με το χρόνο, ήταν η αιτία για τη χαοτική κατάσταση του πλανήτη.
Σήμερα, το γενικότερο οικολογικό κίνημα έχει χωριστεί σε εκείνους που πιστεύουν ότι η ανάπτυξη μπορεί να συνεχιστεί κάτω από νέες, πιο βιώσιμες συνθήκες, και σε μια όλο και πιο  ηχηρή μειονότητα που πιστεύει ότι η "πράσινη ανάπτυξη"(ή «βιώσιμη ανάπτυξη») είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα οξύμωρο, στη χειρότερη έχει στόχο να μας αποσπάσει την προσοχή και την φαντασία μας από την γενικότερη εναλλακτική της «ανάπτυξης»(Growth), που κατά τη γνώμη τους είναι προοπτική της «αποανάπτυξης»(Degrowth).
Αυτές οι δύο κατευθύνσεις παρέμειναν μέχρι τώρα σε μια άβολη συμμαχία, δραστηριοποιούμενες σε κοινούς στόχους, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, κυρίως στη διατήρηση του κλίματος και την επιδίωξη της κατάργησης των ορυκτών καυσίμων για καθαρή ενέργεια. Τώρα, καθώς η πανδημία COVID-19 καταστρέφει την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία της αγοράς - η οποία αναμένεται να συρρικνωθεί μεταξύ 6% και 7,6% φέτος - έχει μπει στο επίκεντρο της συζήτησής τους το παγκοσμιοποιημένο «μοντέλο της ανάπτυξης».
Αρκετοί οικονομολόγοι και περιβαλλοντολόγοι στα πανεπιστήμια, επανεξετάζουν το ζήτημα, αμφισβητώντας στην πραγματικότητα τη θέση ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι συμβατή με έναν βιώσιμο κόσμο. Και δίνοντας οι περισσότεροι την αρνητική απάντηση στη συμβατότητα, ερευνούν το πώς αλλιώς οι κυβερνήσεις μπορούν να μετρήσουν την επιτυχία (ή την αποτυχία) των σύγχρονων κοινωνιών, πέρα από τους δείκτες που μετρούν την «ανάπτυξη».
Υπάρχουν βέβαια ολόκληρες βιομηχανίες που βασίζονται στην ιδέα ότι ο τρόπος για να σώσουν τον πλανήτη είναι να χρωματίσουν «πράσινη» την οικονομία. Αντικαταστήστε τις πλαστικές συσκευασίες με ανακυκλώσιμες ή λιπασματοποιήσιμες, βάλτε λάμπες LED, ανταλλάξτε ένα τζιπ πετρελαιοκίνητο ή με αέριο με ένα Toyota Prius, κ.λπ., και η «σωτηρία» θα έλθει. Πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν ακόμα ότι οι οικονομίες του κόσμου μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν περισσότερα, αλλά με «πράσινο» τρόπο: περισσότερα σπίτια, περισσότερα ηλεκτρονικά, περισσότερα αυτοκίνητα - αλλά και περισσότερα ηλιακά πάνελ, περισσότερες ανεμογεννήτριες και περισσότερα ηλεκτρικά οχήματα. «Η πράσινη ανάπτυξη είναι απαραίτητη, αποτελεσματική και προσιτή», δήλωνε η Παγκόσμια Τράπεζα σε μια έκθεση του 2012.
Αυτοί, που θα τους λέγαμε «πράσινους-αναπτυξιακούς», υποστηρίζουν ότι οι νέες τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα, σε συνδυασμό με μια σταθερή στροφή προς περισσότερες υπηρεσίες-αποϋλοποίηση το είπαν αυτό (π.χ. οργανώστε κέντρα ημερήσιας φροντίδας ή δημοτικά παντοπωλεία ή κοινοτικά θέατρα)- μπορούν να καταστήσουν τη συνεχή ανάπτυξη βιώσιμη. Αυτό το είδος της νοοτροπίας, «να έχεις και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», έχει γίνει ο κυρίαρχος τρόπος σκέψης για το πώς να μετατρέψεις τη γιγαντεμένη παγκόσμια οικονομία, ώστε να αφήσει πίσω της τα ορυκτά καύσιμα, που είναι και το «ουκ άνευ» αίτημα όλων.
Άλλοι όμως οικολόγοι οικονομολόγοι, πιστεύουν ότι η οικονομική ανάπτυξη, ανεξάρτητα από το πόσο «πράσινη» είναι, απειλεί τον πλανήτη. Πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει είτε να συρρικνώσουν σκόπιμα τις οικονομίες τους – να επιλέξουν δηλαδή τη γνωστή κατεύθυνση της «αποανάπτυξης» - ή, τουλάχιστον, να μην αναπτυχθούν περαιτέρω, επιλέγοντας την «σταθερή κατάσταση». «Η υλική ανάπτυξη δεν μπορεί να συνεχιστεί επ 'αόριστον επειδή ο πλανήτης Γη βάζει από τη φύση του περιοριστικά όρια», λέει οικονομολόγος Tim Jackson στο από το 2009 εκδοθέν βιβλίο του «Prosperity without Growth»(«Ευημερία χωρίς ανάπτυξη»). Το να μπορείς να ζεις καλά-ευζωία το λέμε- σε έναν πεπερασμένο πλανήτη δεν μπορεί απλώς να σημαίνει ότι μπορείς να υπερκαταναλώνεις όλο και περισσότερα υλικά και ενέργεια.
Στο επίκεντρο λοιπόν των συζητήσεων μεταξύ των «πράσινων- αναπτυξιακών» και των «από-αναπτυξιακών»(όπως θα τους αποκαλούμε) οικονομολόγων, βρίσκεται ένα απλό ερώτημα: Μπορεί η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία - η γιγαντιαία αυτή μηχανή που έχει περάσει αιώνες αντλώντας και «ρουφώντας», αχόρταγα στην κυριολεξία, ορυκτά καύσιμα και «φτύνοντας» υλικά αγαθά και απόβλητα -να διαχωριστεί από την οικολογική καταστροφή;
Οι «πράσινοι –αναπτυξιακοί» υποστηρίζουν-το αναφέραμε και πιο πάνω- ότι η τεχνολογία και η καινοτομία μπορούν να σπάσουν αυτό το μοτίβο. Δηλαδή, η ανάπτυξη μπορεί π.χ. να «αποσυνδεθεί» από την αύξηση των εκπομπών. Υπήρξαν μερικά πολλά υποσχόμενα παραδείγματα τις τελευταίες δεκαετίες: Μεταξύ 2000 και 2014, οι Ηνωμένες Πολιτείες και 20 άλλες χώρες είδαν το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν τους να αυξάνεται ακόμη και όταν μειώθηκαν οι εκπομπές άνθρακα. Στις ΗΠΑ, η μείωση οφείλεται στη δραματική μετάβαση από τον άνθρακα στο φυσικό αέριο και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στην Ευρώπη, οι φόροι άνθρακα και η απομάκρυνση από τη βαριά βιομηχανία συνέβαλαν στη μείωση των εκπομπών. Σε μεγαλύτερη κλίμακα όμως, ενώ η παγκόσμια οικονομία αυξήθηκε περίπου 3% ετησίως από το 2014 έως το 2016 για παράδειγμα, οι παγκόσμιες εκπομπές άνθρακα δεν υποχώρησαν.
Οι «από-αναπτυξιακοί», από την άλλη, βλέπουν τα παραπάνω παραδείγματα ως εξαιρέσεις που αποδεικνύουν τον κανόνα. Ο διαχωρισμός των εκπομπών από την ανάπτυξη είναι εντελώς εκτός ιστορικής εμπειρίας. Δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει τεχνικά, αλλά είναι απίστευτα δύσκολο και είναι πολύ διαφορετικό από οτιδήποτε έχουμε κάνει στο παρελθόν. Παρόλο που χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν διαχωρίσει προσωρινά τις εκπομπές από την ανάπτυξη, η μεγαλύτερη εικόνα δεν έχει αλλάξει πολύ. Στις περίπου δυόμισι δεκαετίες από τότε που οι βιομηχανικές χώρες υπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Κιότο για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η ρύπανση από τα ορυκτά καύσιμα αυξήθηκε κατά 50%. Και από τότε που η διετής ανάσα έληξε το 2016, οι εκπομπές άνθρακα αυξήθηκαν ξανά. Η απόλυτη αποσύνδεση, δεν φαίνεται πουθενά!
Σίγουρα, η πράσινη ανάπτυξη ακούγεται υπέροχη –γιατί να μην έχουμε περισσότερα και από όλα τα πράγματα και να σώσουμε ταυτόχρονα τον πλανήτη; - αλλά η μετάβαση από την τρέχουσα οικονομία σε μια νέα, καθαρότερη, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με γρήγορο και πρωτοποριακό ρυθμό για να αποφευχθούν οι χειρότερες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Φέτος, η πανδημία κοραναϊού, που όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω θα συρρικνώσει πιθανά την παγκόσμια οικονομία μεταξύ 6% και 7,6%,  πιθανότατα θα μειώσει και τις παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μεταξύ 5% και 8%, έχοντας τη μεγαλύτερη πτώση μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά για να μείνει η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από 1,5 βαθμούς Cο – που θεωρείται ευρέως από τους επιστήμονες ως το σημείο που πάνω από αυτό, οι κλιματική αλλαγή θα εξελιχθεί σε κλιματική καταστροφή- ο κόσμος θα πρέπει να μειώσει τις εκπομπές κατά 7,6% κάθε χρόνο από τώρα έως το 2030. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ στο παρελθόν, γιατί να συμβεί σε αυτή την 10ετία;
Ενώ η αποσύνδεση της ανάπτυξης από τις εκπομπές μοιάζει με όνειρο, η μείωση των βλαπτικών εκπομπών από την άλλη, παρουσιάζει άλλα προβλήματα. To 2015, περίπου 1,9 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουσαν με λιγότερα από 3,20 δολάρια την ημέρα, και περίπου το ένα τρίτο από αυτούς, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική, προσπαθούν να επιβιώσουν με μόλις 1,90 δολάρια την ημέρα. Είναι εύκολο να μιλάμε για τα προβλήματα που έρχονται με μια αναπτυσσόμενη οικονομία όταν ζούμε σε μια σχετικά εύπορη, ανεπτυγμένη χώρα. Δεδομένου του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που είναι φτωχοί σε όλο τον κόσμο και της συνεχούς απειλής της κλιματικής αλλαγής, οι περισσότεροι «πράσινοι-αναπτυξιακοί» υποστηρίζουν ότι η «πράσινη ανάπτυξη» είναι η μόνη διέξοδος.
Οι «από-αναπτυξιακοί», φυσικά και δεν αγνοούν την παγκόσμια φτώχεια. Στην πραγματικότητα, πολλοί από αυτούς πιστεύουν ότι οι «αναπτυσσόμενες χώρες» θα πρέπει να συνεχίσουν να αναπτύσσονται για να απομακρύνουν τους πληθυσμούς τους από τη φτώχεια, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι οι εκπομπές τους θα αυξάνονται. Για να εξισορροπήσει το οικολογικό αποτύπωμα στον πλανήτη συνολικά, υποστηρίζουν ότι οι πλουσιότερες χώρες θα έπρεπε να κάνουν περισσότερα με λιγότερα. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, παράγονται οικονομικά αγαθά και υπηρεσίες αξίας περίπου 65.000 δολ. ανά άτομο. Φανταστείτε να μειωθεί το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ των ΗΠΑ στο μισό του σημερινού μεγέθους του. Αυτό θα έκανε τους Αμερικανούς σχεδόν ισοδύναμους με τους Ευρωπαίους. Στην Ελλάδα βέβαια-που έχει χαρακτηρισθεί από πολλούς σαν «ο ναυαγός» της ανάπτυξης- τα εισοδήματα του μέσου Έλληνα υπολείπονται του μέσου Ευρωπαίου (το μέσο οικογενειακό εισόδημα προ κορωνοϊού το 2020 υπολογιζόταν στις 10.240 ευρώ, μετά την πανδημία, το εισόδημα αυτό υπολογίζεται ότι θα είναι 291,31 ευρώ λιγότερο ή μειωμένο κατά 2,84%), αλλά την Ευρώπη δεν μπορούμε ακόμα να την χαρακτηρίσουμε σαν μια «δυστοπία».
Φυσικά, η περικοπή μιας οικονομίας στο μισό δεν ακούγεται ελκυστική ούτε από τους «από κάτω» των «κοινωνιών της αφθονίας», όταν έχουν και αυτοί αγωνιστεί για να επιτευχθεί η έστω και σχετική για αυτούς αφθονία. Το 40% των νοικοκυριών στις ΗΠΑ κερδίζει λιγότερα από 40.000 δολ. ετησίως και το 15% κερδίζει λιγότερο από 20.000. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς να λέει σε αυτά τα νοικοκυριά να περικόψουν, όταν το 1% της Αμερικής κερδίζει τουλάχιστον μισό εκατομμύριο κάθε χρόνο - και κατέχει περίπου το 40% του πλούτου της χώρας, γιατί η φτώχεια είναι σχετική!
Στο ζήτημα των αναγκαίων περικοπών στον «αναπτυγμένο κόσμο», τα οικολογικά οικονομικά έχουν προτείνει ότι ένα ισχυρότερο δίχτυ ασφαλείας θα μπορούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους στις πλουσιότερες χώρες να μάθουν να περνούν με λιγότερα. Με μοντέλα προσομοίωσης υπολογιστών, έχουν δείξει, για παράδειγμα, ότι εάν ο Καναδάς μειώσει την οικονομία του κατά το ήμισυ για πάνω από τρεις δεκαετίες, επεκτείνοντας παράλληλα την εκπαίδευση ενηλίκων, τα προγράμματα κατά της φτώχειας και άλλα μέτρα που θα ωφελήσουν τον πληθυσμό, η χώρα θα μπορούσε να μειώσει τη φτώχεια και την ανεργία παράγοντας πολύ, πολύ λιγότερα.
Υποστηρίζουν γενικότερα ότι η ιδανική οικονομία που θα χρειασθεί να οικοδομήσουμε, θα πρέπει να ενσωματώνει τα οικολογικά όρια της γης. Να παρέχει καταφύγιο, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, τρόφιμα κ.λπ. στους ανθρώπους, χωρίς ταυτόχρονα να θέτει σε κίνδυνο το καθαρό νερό, τον αέρα ή το έδαφος. Μια τέτοια οικονομία, θα μπορούσε να υποστηρίξει την «ηθική και κοινωνική πρόοδο» και θα έδινε «χώρο για τη βελτίωση της τέχνης της ζωής», για την επιδίωξη της «ευζωίας» των ανθρώπων, στα πλαίσια της ισορροπίας με τα οικοσυστήματα και τις άλλες μορφές ζωής, στα οποία θα πρέπει να αποδώσει μια «αυταξία» και όχι μόνο ανταλλακτική αξία.

Ιστορικά, o καπιταλισμός έχει βασιστεί στον άνθρακα και το πετρέλαιο - και έτσι η ρύπανση, ειδικά οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα του πολιτικοοικονομικού δόγματος «η οικονομία πρώτα» και μετά η κοινωνία και το περιβάλλον της. Κατά τη διάρκεια των υφέσεων της οικονομίας όμως, όπως π.χ στη  «Μεγάλη Ύφεση» της 10ετίας του 1930 ή του 2009, οι εκπομπές μειώνονται - μερικές φορές απότομα, μόνο που αναζωπυρώνονται γρήγορα όταν η οικονομία επανακάμπτει.
Το ίδιο και στην κρίση της πανδημίας COVID-19: Καθώς οι διακοπές λειτουργίας της οικονομίας(lockdown) έθεσαν εκτός εκατομμύρια εργαζόμενους τον Απρίλιο, οι παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μειώθηκαν κατά 17%. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου όμως, καθώς τα αυτοκίνητα επέστρεψαν στους δρόμους των πόλεων και οι επιχειρήσεις άνοιξαν ξανά, οι εκπομπές επέστρεψαν σχεδόν στα προ-πανδημικά επίπεδα τους.
Το στρατόπεδο της «από-ανάπτυξης», μέχρι τώρα κινείτο σε μεγάλο βαθμό στις παρυφές της περιβαλλοντικής-οικολογικής σκέψης. Τα τελευταία χρόνια όμως, καθώς η κλιματική κρίση έχει ενταθεί, η κριτική του έχει παρεισφρήσει στο mainstream του πανεπιστημιακού κινήματος, με εστιασμένα στην αποανάπτυξη βιβλία, περιοδικά, και συνέδρια, καθώς και στο κοινωνικό πλέον κίνημα της «Αποανάπτυξης». Η ιδέα έχει ευδοκιμήσει επίσης στο χώρο και τους κύκλους των ακτιβιστών του κινήματος του Κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας, καθώς και της «εξεγερμένης»-και όχι μόνο-νεολαίας παντού: Είναι δημοφιλής π.χ. μεταξύ των μελών της ομάδας Extinction Rebellion του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία οργάνωσε στο Λονδίνο μια εξεγερσιακή στάση των πολιτών τον Οκτώβριο, με διαμαρτυρίες κατά της υποτονικής απάντησης της κυβέρνησης στην αλλαγή του κλίματος. Είναι επίσης δημοφιλής στο κίνημα των μαθητών-φοιτητών «Fridays for future». Σε ομιλίες της Γκρέτα Τούνμπεργκ, της 16χρονης Σουηδής ακτιβίστριας, φαίνεται καθαρά η επιρροή της «Αποανάπτυξης» . «Βρισκόμαστε στην αρχή μιας μαζικής εξαφάνισης, και για το μόνο που μπορείτε να μιλάτε είναι για χρήματα και παραμύθια της αιώνιας οικονομικής ανάπτυξης», είπε κατά τη διάρκεια μιας συνόδου κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα πέρυσι. "Πώς τολμάς!"
Τα πιο ριζοσπαστικά μέλη της «Αποανάπτυξης» πιστεύουν ότι οι πλούσιες, ανεπτυγμένες χώρες θα πρέπει να συρρικνώσουν τις οικονομίες τους για να συνυπάρξουν μέσα στα οικολογικά όρια - περιορίζοντας την κατανάλωση και τη χρήση ενέργειας αρκετά για να σώσουν τεράστιες περιοχές του πλανήτη από την καταστροφή και να αποτρέψουν την ανεξέλεγκτη αλλαγή του κλίματος.  «Η αποανάπτυξη σηματοδοτεί μια επιθυμητή κατεύθυνση, μια κατεύθυνση στην οποία οι κοινωνίες θα χρησιμοποιούν λιγότερους φυσικούς πόρους και θα οργανώνουν τη ζωή τους διαφορετικά από ό,τι σήμερα», γράφει ο Γιώργος Κάλλης, οικολόγος οικονομολόγος στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, στο: Degrowth: A New Vocabulary( Αποανάπτυξη: ένας νέος όρος-λέξη).
Άλλοι εντός του κινήματος της αποανάπτυξης, αναφέρονται στην αναγκαιότητα της αλλαγής των κοινωνικών προτεραιοτήτων (προώθηση των κοινών συλλογικών αγαθών όπως η υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση αντί του εταιρικού τρόπου παραγωγής με στόχο το κέρδος) κατά την μετάβαση σε μια «μετά την ανάπτυξη» εποχή, προτείνοντας μια στροφή «μακριά από την ανάπτυξη», χωρίς να διατυπώνουν ρητά το αίτημα για αποανάπτυξη.
Για το πώς θα μπορούσε να γίνει πολιτικά επιθυμητή, και με ποιες πολιτικές διαχείρισης θα μπορούσε να υλοποιηθεί μια τέτοια μετάβαση από τους «από κάτω» αυτού του πλανήτη-γιατί στους «από πάνω» είναι σίγουρα μη επιθυμητή- χωρίς να προκαλέσει εκτεταμένες αναταραχές π.χ. στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Κίνα, είναι ακόμα ανοικτό. Υπάρχουν πολυποίκιλες προτάσεις και αφήνεται σε μεγάλο βαθμό στη φαντασία και την έρευνα, καθώς και στις πρακτικές που αναπτύσσονται κυρίως στο κίνημα των «ΚΟΙΝΩΝ»(Commons), της «μοιρασιάς»(share) και της «επάρκειας»( sufficiency).
Οι «από-αναπτυξιακοί» ισχυρίζονται ότι η οικονομία σήμερα μπορεί να διαχωρισθεί από την οικολογική κατάρρευση-καταστροφή, μόνο αν πάμε σε μια προγραμματισμένη συρρίκνωσή της, τουλάχιστον στον «αναπτυγμένο» κόσμο του Βορά και της Δύσης, και σε μια οικονομία στηριζόμενη στα «Κοινά», τον κοινοτισμό-συνεργατισμό και στις ντόπιες –συνήθως πλούσιες-πηγές πόρων και ενέργειας, στον «μη αναπτυγμένο» Νότο (ο οποίος για αυτόν ακριβώς τον λόγο  θα είναι και πιο εύκολο να περάσει κατευθείαν στην αποανάπτυξη), θα είναι δυνατόν να αποφύγουμε την κατάρρευση. Σε κάθε περίπτωση, οι «από-αναπτυξιακοί» διανοούμενοι έχουν σκιαγραφήσει ένα καταρχήν πρόγραμμα μετάβασης σε κοινωνίες αποανάπτυξης, είτε αυτό γίνει δυνατό να υλοποιηθεί πριν την κατάρρευση, είτε μετά την κατάρρευση στην οποία θα μας οδηγήσει «ο καπιταλισμός της καταστροφής». 
Η Συνδημία του κοροναϊού, της οποίας εμφανίζεται πλέον το δεύτερο κύμα σε μεγάλο μέρος του κόσμου, έδωσε μια αίσθηση επείγοντος σχετικά με τις συζητήσεις για την οικονομική ανάπτυξη. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, σχεδόν 33 εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν τώρα παροχές ανεργίας, με άλλα 8 εκατομμύρια να μην έχουν καμιά ελπίδα στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές, το ΑΕΠ των ΗΠΑ συρρικνώθηκε κατά 9,2% μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου, ρεκόρ χειρότερης συρρίκνωσης. Εν τω μεταξύ, η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι η συνδημία COVID-19 θα μπορούσε να αναγκάσει άλλα  150 εκατ. ανθρώπους σε ακραία φτώχεια, που θα προστεθούν στα 835 περίπου που ήταν προ πανδημίας.
Άλλωστε, μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου - συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών - απέτυχαν να προστατέψουν τα φτωχότερα και τα πιο ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού τους από τις επιπτώσεις της συνδημίας. Υπάρχει μια τάση-και είναι λογικοθυμική- να θέλουμε να επιστρέψουμε στην προ COVID-19 εποχή, αλλά υπάρχει επίσης ένα «πολύ στενό το παράθυρο» από το οποίο μπορούμε να μπούμε.
Έτσι, όταν όλα φαίνεται να καταρρέουν, το ζήτημα του πώς να τα ξαναχτίσει κανείς, γίνεται πιο πιεστικό από ποτέ.
Για μερικούς, ο ιός ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η ιδέα να κάναμε εθελοντικά όσα έπρεπε για να αποφύγουμε την κατάρρευση, είναι απλώς φανταστική. «Οι άνθρωποι δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τα πράγματα που τους αρέσουν», λένε. Η δυσκολία επιβολής και διατήρησης του lockdown, δείχνει τις προκλήσεις και τις δυσκολίες της αναμόρφωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας για να ζει με λιγότερα.
Αλλά για άλλους, η πλήρης καταστροφή της οικονομίας στην οποία την οδηγεί το COVID-19, σε συνδυασμό με τη (πολύ) σύντομη μείωση της ρύπανσης που προκάλεσε, σηματοδοτεί πολύ βαθύτερες αναγκαίες αλλαγές. Τον Μάιο, μια ομάδα περισσότερων από 1.100 υποστηρικτών της «Αποανάπτυξης», υπέγραψε ένα μανιφέστο καλώντας τις κυβερνήσεις να αδράξουν την ευκαιρία και να στραφούν προς ένα «ριζικά διαφορετικό είδος κοινωνίας, αντί να προσπαθούν απεγνωσμένα να θέσουν ξανά σε λειτουργία την «καταστροφική ανάπτυξη».
Έχουμε λοιπόν και σημαντικές ενδείξεις ότι θα χρειασθεί να γίνουν μεγάλες αλλαγές, αν δεν θέλουμε να πάμε στην κατάρρευση!

Ειδικά για την μετά-COVID Ελλάδα:
Για να ξεφύγει η χώρα από τη μέγγενη των χρεών, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της-ιδίως μετά το σοκ της πανδημίας και τον εγκλεισμό του στα σπίτια- θα χρειασθεί, μετά το πέρασμα της καταιγίδας, να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα από μια στροφή προς μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση .  Εφαλτήρας μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας και στη συνέχεια ο μεταποιητικός ένδυσης- υπόδησης, ο ενεργειακός και ο ήπιος ποιοτικός τουρισμός να την συμπληρώσουν. Είναι μια εναλλακτική στη σημερινή κυρίαρχη κατεύθυνση, που δεν χρειάζονται κεφάλαια, ξένες επενδύσεις, χωροταξικά σχέδια, υπερτοπικές συγκεντρώσεις, μεγαλεπήβολα και εξουθενωτικά μεγέθη και ρυθμούς. Τοπικοποίηση και αποανάπτυξη θα μπορούσε να είναι η διέξοδος για την χώρα, στην μετά-COVID εποχή!

0 Comments

Η «Συνδημία», ο παγκόσμιος καπιταλισμός και η ευκαιρία για κοινωνίες Αποανάπτυξης!

30/11/2020

1 Comment

 
  1.  Συνδημία αντί Πανδημία
Μέχρι τώρα, οι επιστήμονες είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο Παγκόσμια Συνδημία (Global Syndemic), για να χαρακτηρίσουν τη μεγαλύτερη απειλή που υπήρχε για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη: τη παγκοσμιοποιημένη αλληλεπίδραση των τριών «επιδημιών», της παχυσαρκίας, του υποσιτισμού και της κλιματικής αλλαγής, που ο συνδυασμός τους έπληττε και πλήττει τους περισσότερους ανθρώπους σχεδόν παντού στη Γη[1].
Από τις αρχές του 2020 έχουμε επιπλέον την επιδημία COVID-19, την οποία ο ΠΟΥ(Παγκόσμιος οργανισμός Υγείας) χαρακτήρισε ως πανδημία. Στο περιοδικό «The Lancet», η πανδημία αυτή παρουσιάζεται ως συνδημία[2]. Είναι συνδημική η φύση της απειλής που αντιμετωπίζουμε σήμερα, με την έννοια ότι απαιτείται μια πιο προσεκτική προσέγγιση εάν θέλουμε να προστατεύσουμε την υγεία των κοινοτήτων μας. Μια συνδημική προσέγγιση αποκαλύπτει βιολογικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που είναι σημαντικές για την πρόγνωση, τη θεραπεία και την πολιτική υγείας. Ο Corona είναι πιο επικίνδυνος, όχι μόνο όταν υπάρχει συν-νοσηρότητα, δηλαδή όταν συνοδεύεται και από άλλες υποκείμενες μη μεταδοτικές ασθένειες, αλλά γιατί υπάρχουν ταυτόχρονα βιολογικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις συνθηκών και καταστάσεων-βλέπε κοινωνικοοικονομικές ανισότητες- που αυξάνουν την ευαισθησία ενός ατόμου. Στην περίπτωση του COVID-19, η αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών ασθενειών (Noncommunicable Diseases -NCDs), θα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή συγκράτηση του Κορονοϊού (COVID-19 is not a pandemic. It is a syndemic).

2. Η συστημική αντιμετώπιση της συνδημίας
Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης του Κορονοϊού, δημιούργησαν τις τέλειες συνθήκες ώστε οι κυβερνήσεις και η παγκόσμια ελίτ να αρπάξει την ευκαιρία να εφαρμόσει τέτοια μέτρα πολιτικής ατζέντας, που σε κάθε άλλη περίπτωση θα προκαλούσαν μεγάλη αντίδραση από τους «από κάτω» υπηκόους της.
Ακολούθησαν ένα προσχέδιο μέτρων που προωθείται από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ εδώ και δεκαετίες και είναι γνωστό σαν «Δόγμα του Σοκ», το οποίο πρώτη έχει περιγράψει η Ναόμι Κλάιν στο ομώνυμο βιβλίο της, και ταιριάζει στο τελευταίο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δηλαδή στον «Καταστροφικό Καπιταλισμό».
Εφαρμόζονται, για παράδειγμα στις ανεπτυγμένες χώρες, ως μέτρα αναχαίτισης των αποτελεσμάτων της συνδημίας, ένα πακέτο περικοπών, όχι επειδή πιστεύουν πως θα είναι ο πιo αποτελεσματικός τρόπος για να απαλύνουν τα δυσάρεστα αποτελέσματά της, αλλά γιατί είχαν ήδη έτοιμα ανάλογα σχέδια και τώρα βρήκαν την ευκαιρία να τα εφαρμόσουν. Οι ελίτ εκμεταλλεύονται- και θα εκμεταλλευτούν στη συνέχεια- την συννδημία ως «τέλεια καταιγίδα».
Στον «Καταστροφικό Καπιταλισμό» και στις μεγάλες κρίσεις, οι μεγάλες κυρίως πολυεθνικές ιδιωτικές επιχειρήσεις βρίσκουν πάντα την ευκαιρία να κερδοσκοπήσουν στο έπακρο και να συσσωρεύσουν κεφάλαια και για μετά την κρίση, ενώ το πολιτικό προσωπικό χρησιμοποιεί στρατηγικές που προωθούν πολιτικές συστηματικής διεύρυνσης της ανισότητας και παραπέρα πλουτισμού των ελίτ . Σε στιγμές κρίσης οι άνθρωποι έχουν την τάση να εστιάζουν στις καθημερινές τους ανάγκες για να επιβιώσουν και εμπιστεύονται επίσης περισσότερο τους ειδικούς και όσους κατέχουν την εξουσία-πόσο μάλλον στα πλαίσια της σημερινής υγειονομικής κρίσης, που κινδυνεύει ό,τι πιο πολύτιμο έχουν, η υγεία και η ίδια η ζωή τους. Την ώρα λοιπόν της κρίσης του Κορονοϊού, δεν μπορούν να προσέξουν όσο πρέπει το παιχνίδι της εξουσίας με τις επιθυμητές στην ελίτ, αλλά αντιδημοφιλείς για τους «από κάτω» πολιτικές.
Η στρατηγική που ακολουθείται από τις κυβερνήσεις παντού σήμερα, είναι να μεγιστοποιούν τη σύγχυση και να ελαχιστοποιούν την προστασία, και δεν πρόκειται για μία συνωμοσία. Είναι απλά ο τρόπος που αντιμετωπίζουν αυτή την κρίση, που δεν θα μπορούσε να είναι παρά η κακοδιαχείρισή της, αφού στα πλαίσια των παγκοσμιοποιημένων καπιταλιστικών σχέσεων, η εξάπλωση του ιού γίνεται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: από άνθρωπο σε άνθρωπο, συνδεδεμένων με ανθρωποδίκτυα στα πλαίσια των παγκοσμιοποιημένων οικονομικών και κοινωνικών δικτύων. Όπως όλα τα πλανητικά δίκτυα, έτσι και τα ανθρωποδίκτυα είναι τόσο πολύπλοκα συστήματα που λειτουργούν χαοτικά (με την μαθηματική έννοια του όρου) και δεν είναι εύκολο να ελεγχθούν. Να υπενθυμίσουμε βέβαια και το χαρακτηριστικό των σημερινών καπιταλιστικών κοινωνιών, σαν κοινωνιών της διακινδύνευσης, που, ακόμα και αν είναι τεχνολογικά και οικονομικά αναπτυγμένες, παραμένουν ευάλωτες σε «κινδύνους που δεν μπορούν να διαγνωστούν». Ειδικά όταν συνδυάζονται με το γεγονός των τελευταίων χρόνων, της υποβάθμισης δηλαδή και των ελλείψεων των προγραμμάτων δημόσιας υγείας και της ανυπαρξίας προστασίας των εργαζομένων.
Ο συνδυασμός αυτών των ελλείψεων προκάλεσε και το υπέρμετρο σοκ σήμερα στους «από κάτω». Και αυτό θα το εκμεταλλευτούν οι «από πάνω», για να διασώσουν τις βιομηχανίες τους -που βρίσκονται στο επίκεντρο της πιο ακραίας κρίσης που αντιμετωπίζουμε σήμερα, της κλιματικής κρίσης- τη βιομηχανία αερομεταφορών, τη βιομηχανία πετρελαίου και αερίου, τη βιομηχανία πολυτελούς τουρισμού (κότερα, γιοτ, κρουαζιέρες) κ.λπ. Θέλουν με κάθε τρόπο να υποστηρίξουν και να διατηρήσουν όλους αυτούς τους τομείς, που κλυδωνίζονται σήμερα λόγω των μέτρων για την προστασία του κλίματος, μετά τη συμφωνία του Παρισιού.
Μη ξεχνάμε πως ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός δεν έχει μόνο παγκοσμιοποιήσει την ασθένεια, έχει οξύνει ταυτόχρονα την κλιματική κρίση, την οικολογική κρίση, τη διατροφικής κρίση, τη συγκέντρωση υπερπληθυσμών σε τερατουπόλεις –όπου ο αέρας δεν αναπνέεται-την αύξηση της αστικοποίησης και της χρήσης γης εις βάρος των δασών και της άγριας ζωής, την εξαφάνιση ειδών, την υποβάθμιση των εδαφών από τη βιομηχανική γεωργία με τις αντίστοιχες χημικές εισροές, την αύξηση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στις ανθρώπινες κοινότητες κ.λπ.
Από αυτή την όξυνση, βγαίνουν πάντα οι κερδισμένοι και οι χαμένοι. Από την όξυνση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 π.χ. μάθαμε ότι ιδιωτικοποιούνται τα κέρδη, ενώ οι ζημίες κοινωνικοποιούνται: είδαμε να εφαρμόζεται η διάσωση των Τραπεζών, με λευκές επιταγές και ποσά που τελικά έφτασαν σε τρισεκατομμύρια δολάρια σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ το πραγματικό κόστος το μετακύλισαν στη μεσαία τάξη και τους «από κάτω», μέσω πολιτικών και «μνημονίων» οικονομικής λιτότητας (περικοπών των κοινωνικών παροχών, μειώσεις μισθών και συντάξεων κ.λπ.). Έτσι δεν πρόκειται απλά για το τι συμβαίνει κάθε φορά στον αντίστοιχο χρόνο, αλλά για το «πώς θα αποπληρωθούν αυτά τα κόστη όταν έρθει η ώρα του λογαριασμού».
Την τωρινή κρίση του Κορονοϊού μάλιστα, οι ΗΠΑ και ο Τραμπ προσπάθησαν να τη χρησιμοποιήσουν και ως μοχλό πίεσης για να αλλάξουν εχθρικά τους καθεστώτα, όπως της Βενεζουέλας ή του Ιράν, ενισχύοντας τις κυρώσεις εναντίον τους γνωρίζοντας ότι ο κορονοϊός θα προκαλέσει εκατόμβες νεκρών στα ήδη διαλυμένα συστήματα υγείας τους.
Όμως η καθολική ακινησία της οικονομικής δραστηριότητας, που επιβλήθηκε στις περισσότερες χώρες είχε και ανεπιθύμητες «παράπλευρες παρενέργειες». Δεν έφερε μόνο προσωρινή απώλεια κερδών σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, αλλά και την απόγνωση πως ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων οδεύει προς την χρεοκοπία. Βέβαια κάποιοι κλάδοι της καπιταλιστικής οικονομίας κερδοσκοπούν με την δράση του κορωνοϊού. Οι πολυεθνικές των φαρμάκων για παράδειγμα, που ανταγωνίζονται σήμερα για το ποια θα κατασκευάσει πρώτη το εμβόλιο κατά του κοροναϊού, περιμένουν να συσσωρεύσουν τεράστια κέρδη από τον εμβολιασμό δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αν πείσουν τα πολιτικά συστήματα εξουσίας να κάνουν υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για τους υπηκόους τους! Αλλά αυτό δεν φτάνει για να σωθεί το σύστημα, γιατί στο μεταξύ η κοινωνία που ξαφνικά μπήκε στην «εντατική του φόβου και της αστυνομικής απαγόρευσης», άρχισε να συνειδητοποιεί τη δύναμή της και να διερωτάται για τις ευθύνες του καπιταλισμού και των διαχειριστών του, αναζητώντας εναλλακτικές μορφές οικονομίας και κοινωνικής συμβίωσης.

3. Ποια η επιθυμητή αντιμετώπιση της συνδημίας από τους «από κάτω»

Οι «από κάτω», κάθε φορά που δοκιμάζονται από μία κρίση, είτε οπισθοχωρούν και διαλύονται από την ανημπόρια και την απάθεια, είτε ανασυντάσσονται και βρίσκουν τη δύναμη για αντίσταση, αλληλεγγύη, συμπόνια και συνεργασία , αξίες τις οποίες ανακαλύπτουν ξανά ότι τις κατέχουν. Αυτή η συνδημία είναι μία από αυτές τις δοκιμασίες. Αντί του αισθήματος της αδυναμίας και της στάσης της παραίτησης, ας ελπίσουμε αυτή τη φορά ότι θα επιλέξουμε και θα βρούμε τη δύναμη να αντιτάξουμε μια θετική στάση.
Ειδικότερα στη χώρα μας: για να ξεφύγει από τη μέγγενη των μνημονίων, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της-ιδίως μετά το σοκ της συνδημίας και τον εγκλεισμό του στα σπίτια, θα χρειασθεί –μετά το πέρασμα της καταιγίδας- να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα και από μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση. Εφαλτήρας για την διέξοδο μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας και στη συνέχεια ο μεταποιητικός ένδυσης- υπόδησης, ο ενεργειακός και ο ήπιος ποιοτικός τουρισμός να την συμπληρώσουν. Είναι μια εναλλακτική στη σημερινή κυρίαρχη κατεύθυνση, που δεν χρειάζονται κεφάλαια, ξένες επενδύσεις, χωροταξικά σχέδια, υπερτοπικές συγκεντρώσεις, μεγαλεπήβολα και εξουθενωτικά μεγέθη και ρυθμούς.
Ας ξεκινήσουμε από την αντίσταση στα σχέδια της ελληνικής ελίτ, η οποία πρώτη έσπευσε να χρησιμοποιήσει το «επιτελικό» κράτος της καταστολής για την αντιμετώπιση της συνδημίας, για να απαιτήσουμε μέτρα για την αναβάθμιση καταρχήν του ελληνικού συστήματος υγείας και στη συνέχεια μέτρα για την οικονομική ανακούφιση των Ελλήνων «από κάτω» με τη θέσπιση ενός πανευρωπαϊκού άνευ όρων βασικού εισοδήματος[3].
Ο λόγος που υπάρχει η ελπίδα πως αυτή τη φορά θα καταφέρουμε να επιλέξουμε ένα ευτοπικό μέλλον για μας και τα παιδιά μας, είναι πως από το 2008 και μετά, απομυθοποιήθηκε η υπόσχεση του καπιταλιστικού μοντέλου «ανάπτυξης» για κοινωνίες «ευημερίας, ασφάλειας και αφθονίας». Έχει δημιουργηθεί «από τα κάτω» ένα παγκόσμιο κίνημα από τους «από κάτω» που προτείνει μία εναλλακτική πολιτική, ένα διαφορετικό είδος αντίδρασης στην κρίση, που φτάνει μέχρι και τις ρίζες που την προκαλούν και απαιτεί τη ριζική αλλαγή του συστήματος. Προς την κατεύθυνση της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης, του κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας, με στήριξη στα κοινά συλλογικά και κοινωνικά αγαθά, καθώς και στις αξίες της αλληλεξάρτησης, της ενσυναίσθησης, της συνεργασίας και συνεργατικότητας.
Μία κρίση όπως αυτή που ζούμε σήμερα-που από υγειονομική θα εξελιχθεί σίγουρα και σε οικονομική κρίση μεγαλύτερη από αυτήν του 2008-μας δείχνει καθαρά την άμεση εξάρτηση που έχουμε όλοι μεταξύ μας. Ανακαλύπτουμε σε πραγματικό χρόνο πως είμαστε πολύ περισσότερο διασυνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο, παρά τον άκρατο ατομικισμό στον οποίο μας ωθούσε το βάρβαρο οικονομικό σύστημα που επικρατούσε μέχρι τώρα. Νομίζαμε πως είμαστε ασφαλείς εάν έχουμε μια καλή ιδιωτική ασφάλεια και υγειονομική περίθαλψη, αλλά αν το άτομο που φέρνει το φαγητό που παραγγείλαμε στο σπίτι ή που πακετάρει τις συσκευασίες στα σουπερμάρκετς δεν έχει ασφάλεια και ικανή υγειονομική περίθαλψη, δεν θα είμαστε ποτέ ασφαλείς. Εάν δεν φροντίσουμε ο ένας τον άλλο, κανείς μας δεν θα βρει φροντίδα. Είμαστε όλοι μας αλληλο-συνδεδεμένοι, καθώς είναι πια αποδεδειγμένο ότι δεν υπάρχει ατομική υγεία, αλλά υγεία που μπορεί να διατηρηθεί μόνο σε συλλογικό επίπεδο. Όταν ο καθένας κάνει αυτά που πρέπει χάριν της υγείας της κοινότητας και η κοινότητα φροντίζει τα μέλη της, το καθένα χωριστά, γιατί η συλλογική υγεία εξαρτάται από την υγεία του καθένα.
Στον καθένα μας υπάρχουν διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας. Αν συμμετέχουμε σε ένα σύστημα που ξέρουμε πως δεν υπάρχει αλληλεγγύη και φροντίδα για τους ανθρώπους, δεν υπάρχει ισότιμη κατανομή των αγαθών, τότε ασφαλώς και θα επικρατήσει το άπληστο, αρπακτικό κομμάτι του εαυτού μας, που θα χρειασθεί να πατήσει επί πτωμάτων για να επιβιώσει και να «αδειάσει τα σουπερμάρκετ από χαρτί υγείας και μακαρόνια», αν μπορεί.
Έχοντας όμως αυτό ως επίγνωση, μπορεί να σκεφτεί και να φανταστεί κανείς εύκολα, ένα εναλλακτικό σύστημα, στο οποίο δε θα χρειάζεται να αποθησαυρίζει, να λεηλατεί και να αρπάζει για να φροντίσει μόνο τον εαυτό και τους δικούς του, γιατί θα υπάρχει μοιρασιά στα διαθέσιμα αγαθά και φροντίδα της κοινότητας ακόμα και για τους πιο ευάλωτους. Απλά χρειάζεται να επανανοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας. Μας χρειάζεται ένα σύστημα που θα προωθεί και θα αναδεικνύει τη θετική μας πλευρά, αυτή της συλλογικής συνύπαρξης. Της πλευράς μας εκείνης που θα μας οδηγήσει σε κοινωνίες αποανάπτυξης, αποφεύγοντας τη επερχόμενη κατάρρευση!
 Ο καπιταλισμός ήταν και είναι ένα σύστημα που έχει ιστορικά επιδείξει μια τεράστια ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Το μεγάλο ερώτημα σήμερα όμως είναι το αν δεν χάνει τα φρένα που στο παρελθόν του επέτρεψαν να επιβιώσει. Η μη προβλεψιμότητα με την οποία ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει την υγειονομική και οικολογική κρίση δείχνει ότι γρήγορα πηγαίνει σε μια φάση της τελικής διάβρωσης, από την οποία έχει μόνο μία διέξοδο: τον οίκο-φασισμό, μια προοπτική που βασίζεται στην ιδέα ότι πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη περισσεύουν. Δρα περιθωριοποιώντας αυτούς που περισσεύουν. Αυτό το κάνει ήδη και στην πιο σκληρή του εκδοχή, τους εξοντώνει, κάθε φορά περισσότερο συνειδητοποιημένος  για την επικείμενη γενική έλλειψη και όλο και πιο αποφασισμένος να διατηρήσει τους σπάνιους πόρους σε λίγα χέρια. Μεγαλύτερη πιθανότατα από τον οικοφασισμό, ίσως, έχει ένα σενάριο νεοφεουδαρχισμού[4], με μόλις το 1% των αγροτικών επιχειρήσεων να ελέγχει το 70% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και με τους καπιταλιστές κυρίαρχους να αντιμετωπίζουν τους «από κάτω» τους, μικροαγρότες, εργάτες, υπαλλήλους και υποτελείς, ως δουλοπάροικους.
Σαν εναλλακτική λοιπόν στις παραπάνω διεξόδους του καπιταλισμού, προτείνεται η προοπτική της αποανάπτυξης, που δεν είναι παραίτηση, μελαγχολία και συρρίκνωση: βασίζεται στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα-να πετύχουμε την ευζωία- με λιγότερα, αν είμαστε φυσικά ικανοί, να αναδιανέμουμε τον πλούτο. Σύμφωνα με τον Κάρλος Τάιμπο, η εναλλακτική πρόταση, μπορεί να συνοψιστεί και σε τέσσερα ρήματα, που αρχίζουν από άλφα: αποαστικοποιούμε, αποτεχνολογοποιούμε, αποπατριαρχούμε και απλοποιούμε τις κοινωνίες μας.


[1] Σε επιστημονική έκθεση, που είχε παρουσιαστεί το 2019 στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet» από 43 επιστήμονες 14 χωρών, τονίζεται ότι ισχυρά τα οικονομικά συμφέροντα, η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι ανεπαρκείς πρωτοβουλίες της κοινωνίας για αλλαγή στέκονται εμπόδιο στο να υπάρξει μια συντονισμένη διεθνής δράση απέναντι στην Παγκόσμια Συνδημία, με συνέπεια να μην έχουν σταματήσει την ανοδική πορεία τους τα ποσοστά παχυσαρκίας και υποσιτισμού, ούτε οι εκπομπές «αερίων του θερμοκηπίου». Ενδεικτικά, όπως αναφερόταν, περίπου δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως έχουν παραπανίσια κιλά στο σώμα τους, κάτι που συνδέεται με τέσσερα εκατομμύρια θανάτους ετησίως και μια επιβάρυνση περίπου δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων για την παγκόσμια οικονομία (το 2,8% του παγκόσμιου ΑΕΠ). Ταυτόχρονα, 815 εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό. Επίσης, το μελλοντικό κόστος της κλιματικής αλλαγής εκτιμάται ότι θα φθάσει το 5% ως 10% του παγκοσμίου ΑΕΠ.

[2]Μια συνδημία δεν είναι απλώς μια συν-νοσηρότητα. Οι συνδημίες χαρακτηρίζονται από βιολογικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ συνθηκών και καταστάσεων, αλληλεπιδράσεις που αυξάνουν την ευαισθησία ενός ατόμου για βλάβη ή επιδείνωση της υγείας του.

[3] Συντασσόμενοι και οι Έλληνες «από κάτω» με το πανευρωπαϊκό κίνημα πολιτών που καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως την Ευρωομάδα, να δημιουργήσει ένα χρηματοδοτικό μέσο υπό την ηγεσία της ΕΕ που θα επιτρέπει σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ να εισάγουν γρήγορα ένα άνευ όρων βασικό εισόδημα.

[4] Μόλις το 1% των αγροτικών επιχειρήσεων ελέγχει το 70% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, εξέλιξη που απειλεί τις ζωές 2,5 δισ. μικροκαλλιεργητών, το περιβάλλον και την υγεία τωρινών και μελλοντικών γενεών. Η γη που μας τρέφει συγκεντρώνεται με την παρέμβαση του γνωστού… «αόρατου χεριού της αγοράς» σε όλο και λιγότερα χέρια επιφέροντας καταστροφικές συνέπειες σε κλίμα, περιβάλλον, διατροφή, δημόσια υγεία, νυν και μέλλουσες κοινωνίες, προειδοποιεί μια σημαντική μελέτη από τον Διεθνή Συνασπισμό για τη Γη (International Land Coalition).

1 Comment

Αποανάπτυξη-Κοινοτισμός-Άμεση Δημοκρατία: Δέκα θέσεις

18/11/2020

0 Comments

 
Επεξεργασμένες και περιληπτικά με βάση τη διατύπωσή τους στην International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences, από τους συγγραφείς: Kallis, G., Demaria, F., D'Alisa, G
 
Θέση 1η: Η ανάπτυξη δεν έχει νόημα
Ο στόχος για αέναη ανάπτυξη είναι παράλογος, δεδομένου ότι το χρήμα μπορεί να είναι μόνο ένα μέσο για ένα σκοπό(ένα τέλος[1]), και όχι ένας σκοπός για τον εαυτό του. Εάν ο σκοπός-τέλος μιας κοινωνίας είναι η «καλή ζωή»(το «ευ ζην» των αρχαίων Ελλήνων, το buen vivir των ιθαγενικών λαών της Λατινικής Αμερικής, η ευζωία, όπως το διατυπώνουμε σε αυτή την ιστοσελίδα), τότε σε κάποιο σημείο της εξέλιξής της, μια κοινωνία θα πρέπει να παράγει αρκετά για την επίτευξη της ευζωίας των μελών της, καθιστώντας περιττή την περαιτέρω ανάπτυξη. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν συσσωρεύσει πλούτο αδιανόητο για μερικές γενιές πίσω, αλλά φαίνονται υποχρεωμένες να επιδιώκουν έναν αυξανόμενο ρυθμό ανάπτυξης χρόνο με τον χρόνο. Ένα βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζουν όσοι ασχολούνται με την αποανάπτυξη είναι το γιατί να είναι έτσι!
Στο μικροεπίπεδο των ατόμων, το ακόρεστο καθοδηγείται από τον ανταγωνισμό για την  κοινωνική θέση. Μόλις ικανοποιηθεί μια βασική υλική ανάγκη, τα επιπλέον εισοδήματα αφιερώνονται όλο και περισσότερο για την επιδίωξη της βελτίωσης της θέσης στην κοινωνική πυραμίδα(π.χ., ένα σπίτι μεγαλύτερο από του γείτονα είναι ένα αγαθό θέσης). Ο σχετικός, και όχι ο απόλυτος πλούτος είναι αυτό που έχει σημασία.
Η οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση της παραγωγικότητας στον υλικό τομέα, ωστόσο, δεν αλλάζουν τις σχετικές κοινωνικές θέσεις, αλλά αυξάνουν την τιμή των αγαθών θέσης. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη καθιστά τα αγαθά κοινωνικής θέσης κοινωνικά σπανιότερα. Αυτά είναι τα κοινωνικά όρια της ανάπτυξης, δηλαδή υπάρχουν εγγενή όρια όσον αφορά την ικανότητα της ανάπτυξης να ικανοποιεί την ευημερία όλων. Αυτά τα όρια είναι και ένας λόγος γιατί πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, η ανάπτυξη δεν αυξάνει κατά μέσο όρο την ευτυχία.
Από ατομική άποψη, είναι λογικό να επιδιώκεται περισσότερος πλούτος για την κοινωνική ανέλιξη, αλλά συλλογικά, αυτό θα μπορούσε να είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η συνολική ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα αυτού του παράλογου ανταγωνισμού κοινωνικής θέσης και ανέλιξης μεταξύ ατόμων που δεν κάνει κανέναν καλύτερο. Η υπόσχεση της ανάπτυξης, από την άλλη πλευρά, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ψευδαίσθηση της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μπορεί να διατηρηθεί προσωρινά ελλείψει αναδιανομής. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το τελικό αποτέλεσμα είναι μια παράλογη επιδίωξη ανάπτυξης για χάρη της ανάπτυξης.
Θέση 2η: Η ανάπτυξη είναι αντιοικονομική και άδικη
Η ανάπτυξη δεν αυξάνει πλέον τη συλλογική ευημερία. Αυτή η αποτυχία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από το ΑΕΠ, διότι το ΑΕΠ μετρά την ανάπτυξη και όχι την ευημερία. Δεν διακρίνει τη βελτίωση της ευημερίας από την μείωση της ευημερίας από την οικονομική δραστηριότητα. Για παράδειγμα, δαπάνες για τον καθαρισμό μιας πετρελαιοκηλίδας, την κατασκευή φυλακών ή την διεξαγωγή πολέμου, αυξάνουν το ΑΕγχΠ. Ανεξάρτητες μετρήσεις της ευημερίας, όπως οι αυτοαναφoρές για ικανοποίηση ζωής και  θέσμιση άλλων εναλλακτικών δεικτών ευτυχίας ή ευημερίας, όπως είναι ο γνήσιος δείκτης Προόδου ή ο δείκτη βιώσιμης οικονομικής ευημερίας, επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, η ανάπτυξη δεν βελτιώνει την ευημερία.
Το κοινωνικό κόστος της ανάπτυξης περιλαμβάνει κακή ψυχολογική υγεία, αυξημένες ώρες εργασίας, συμφόρηση και ρύπανση. Η εμπορευματοποίηση και η εισαγωγή στην οικονομία των ΑΕΠ των υπηρεσιών στο οικοσύστημα και των μη αμειβόμενων δραστηριοτήτων, ή η χρηματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, όπως η φιλοξενία ή η φροντίδα, διαβρώνουν την κοινωνικότητα, την κοινότητα και το περιβάλλον. Επίσης, τους ηθικούς κανόνες που χρησιμοποιούνται για την καλύτερη ρύθμιση τέτοιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών σχέσεων. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η σχέση μεταξύ ανάπτυξης και μιας σειράς κοινωνικών δεικτών, όπως η εκπαίδευση ή η ασφάλεια από την εγκληματικότητα, παίρνει τη μορφή: για τα χαμηλά επίπεδα του ΑΕΠ, τόσο πλουσιότερη είναι μια χώρα, όσο καλύτερες είναι οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά για τα υψηλά επίπεδα του ΑΕΠ η μεγαλύτερη ανάπτυξη δεν κάνει τη διαφορά. Μάλιστα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάπτυξη επιτυγχάνεται λόγω του αυξανόμενου κόστους και όχι μέσω της αύξησης των κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη έχει καταστεί αντιοικονομική. Αντ' αυτού, υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ ισότητας και κοινωνικής ευημερίας.
Η συνεχής ανάπτυξη του κοινωνικού μεταβολισμού της παγκόσμιας οικονομίας προκαλεί επίσης κοινωνικό και περιβαλλοντικό όλεθρο στις χώρες από όπου εξάγονται τα βασικά προϊόντα για την ενέργεια και οι πρώτες ύλες και εισάγονται τα απόβλητα από τις «αναπτυγμένες» χώρες. Η ανάπτυξη υποστηρίζεται από μια άνιση ανταλλαγή πόρων και υλικών. Αυτό εγείρει ζητήματα περιβαλλοντικής- οικολογικής δικαιοσύνης: τα υλικά οφέλη της εξόρυξης και της κατανάλωσης για τις πλούσιες περιοχές ή τις πιο εύπορες ομάδες (ελίτ), ενώ το κόστος επωμίζονται κοινωνικά περιθωριοποιημένες κοινότητες και γειτονιές. Η άνιση φύση της ανάπτυξης είναι διαπιστωμένη: διατηρεί τα οφέλη που προκύπτουν για τις ελίτ και μετατοπίζει το κόστος προς τους «από κάτω» παντού.
Θέση 3η: Η «ανάπτυξη» είναι οικολογικά μη βιώσιμη
Υπάρχουν ισχυροί δεσμοί μεταξύ της κλίμακας μιας οικονομίας και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, από την απώλεια οικοσυστημάτων έως τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Ορισμένοι θέτουν τη δυνατότητα αποϋλοποίησης, δηλαδή την αποσύνδεση της χρήσης πρώτων υλών και εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από την οικονομική ανάπτυξη. Δεν υπάρχουν στοιχεία αυτής της αποϋλοποίησης που να λαμβάνει χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, και όπου γίνεται δεν είναι καθόλου κοντά στον απαραίτητο ρυθμό για να αποφευχθεί η εξάντληση των πόρων ή η καταστροφική αλλαγή του κλίματος. Κάποιες πλούσιες οικονομίες δείχνουν σημάδια αργής αποϋλοποίησης για επιλεγμένα υλικά ή πηγές ενέργειας, αλλά αυτό μάλλον φαίνεται να επιτυγχάνεται μέσω της υποκατάστασης της εγχώριας παραγωγής με εισαγωγές από εκβιομηχανισμένες χώρες.
Ένας λόγος για τον οποίο η αποϋλοποίηση είναι πολύ δύσκολη είναι γιατί όσο πιο αποτελεσματική γίνεται μια οικονομία, τόσο περισσότερους πόρους μπορεί να καταναλώσει. Οι τεχνολογικές εξελίξεις οδηγούν σε αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων, μειώνοντας το κόστος τους, αλλά αυξάνουν από την άλλη τη ζήτηση για αυτά, καθιστώντας τις νέες χρήσεις πιο προσιτές.
Η προοπτική επίσης μιας διαρθρωτικής μετάβασης σε «αβαρείς» οικονομίες πληροφοριών που βασίζονται στις υπηρεσίες, είναι απίθανο να συμβεί. Η ενσωματωμένη ενέργεια (emergy) των υπηρεσιών είναι πολύ υψηλότερη από εκείνη των πρωτογενών δραστηριοτήτων. Οι δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών είναι οικολογικά επιδοτούμενες από την εξόρυξη βασικών προϊόντων και τη βιομηχανική παραγωγή αλλού.
4η Θέση: Η «ανάπτυξη» πλησιάζει σε ένα τέλος
Ενώ η ανάπτυξη πέραν ενός ορισμένου ορίου δεν συνδέεται με κοινωνικά ή περιβαλλοντικά οφέλη, γίνεται επίσης όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν ενδείξεις μείωσης του μακροπρόθεσμου ρυθμού ανάπτυξης στις αναπτυγμένες οικονομίες. Κάποιοι το έχουν αποδώσει στη μείωση των οριακών αποδόσεων, ενώ άλλοι στην εξάντληση των μεγάλων τεχνολογικών καινοτομιών, όπως ο κινητήρας καύσης που τροφοδοτείται με πετρέλαιο και οι σχετικές αλλαγές (αυτοκίνητα, αυτοκινητόδρομοι, προάστια) που προώθησαν τη συσσώρευση στον εικοστό αιώνα. Ακόμα άλλοι επισημαίνουν όρια στη δημιουργία αποτελεσματικής ζήτησης και στην εύρεση συνεχώς νέων επενδυτικών σημείων για τη συσσώρευση κεφαλαίου με ρυθμό αύξησης 2-3% ετησίως.
Οι «αποαναπτυξιακοί», αντ 'αυτών, υποθέτουν την ύπαρξη οικολογικών περιορισμών. Ένα κύριο επιχείρημα της κατεύθυνσης της «αποανάπτυξης» είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη επιταχύνει την εντροπία. Η οικονομική ανάπτυξη υποβαθμίζει τα αποθέματα υψηλής τάξης (χαμηλής εντροπίας) και τα μετατρέπει σε χαμηλής τάξης (υψηλής εντροπίας) θερμότητα και εκπομπές. Η ενέργεια δεν μπορεί να ανακυκλωθεί και τα υλικά μπορούν να ανακυκλωθούν μόνο σε κάποιο βαθμό. Δεδομένου ότι η γη έχει ένα περιορισμένο ποσό εξαντλήσιμων πόρων (όπως οι πρώτες ύλες και τα ορυκτά καύσιμα), η μακροπρόθεσμη οικονομική δραστηριότητα μπορεί να διατηρηθεί μόνο με το ρυθμό της ροής της ηλιακής ενέργειας.
Πόσο καιρό στο μέλλον, τα υφιστάμενα αποθέματα ενέργειας και υλικών μπορούν να διαρκέσουν, είναι αντικείμενο σημαντικής συζήτησης. Μερικοί αντιμετωπίζουν το σημείο καμπής του πετρελαίου (peak oil) και άλλα σημεία καμπής στα ποσοστά εξαγωγής βασικών πρώτων υλών όπως ο φώσφορος, ως απόδειξη ότι η εξάντληση των αποθεμάτων ήδη περιορίζει την ανάπτυξη (βλ. Όρια σε: ορυκτούς πόρους, πετρέλαιο αιχμής κ.λπ.). Άλλοι επισημαίνουν διαφορετικές εκτιμήσεις ή ευκαιρίες υποκατάστασης, π.χ. πετρελαίου από φυσικό αέριο ή άνθρακα. Η κλιματική αλλαγή, μια εκδήλωση αυτού που ονομάζεται «θερμική ρύπανση» από την αύξηση της εντροπίας, μπορεί να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα πριν από την εξάντληση των πόρων. Αυτό θα εξαρτηθεί από το ρυθμό μετάβασης σε καθαρότερες πηγές Ενέργειας. Οι βιοοικονομολόγοι είναι δύσπιστοι για μια τέτοια μετάβαση επειδή υπολογίζουν ότι οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν πολύ χαμηλότερα ενεργειακά πλεονάσματα (ενεργειακές αποδόσεις στις ενεργειακές επενδύσεις, EROI) από τις συμβατικές πηγές. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να δαπανηθεί πολλή συμβατική ενέργεια κατά τη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σημαίνει επίσης ότι η κλίμακα «ηλιακής οικονομίας» θα πρέπει να είναι πολύ μικρότερη από την τρέχουσα, δεδομένης της πραγματικής χαμηλότερης EROI των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα.
Οι μελετητές της «αποανάπτυξης» που αναλύουν την τρέχουσα κρίση, έχουν υποθέσει ότι πράγματι οι πόροι έχουν ήδη περιορίσει τον ρυθμό ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας. Τα όρια αυτά αντικαταστάθηκαν προσωρινά με την άνοδο της πλασματικής (φούσκα) χρηματικής οικονομίας, η οποία διατήρησε την ανάπτυξη για λίγο περισσότερο. Με άλλα λόγια, ο κατά τα άλλα μη βιώσιμος ρυθμός ανάπτυξης έχει διατηρηθεί μέσω ιδιωτικού και δημόσιου χρέους.
5η  Θέση: Η ιδεολογία της «ανάπτυξης» έχει διαβρώσει το πολιτικό
Οι πολιτικοί φιλόσοφοι έχουν επικρίνει την αυξανόμενη από-πολιτικοποίηση του δημόσιου διαλόγου στις δυτικοποιημένες δημοκρατίες. Κάποιοι απέδωσαν την τάση αυτή στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού και στην «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» που υποτάσσει την κυρίαρχη πολιτική στις ανάγκες των μη ρυθμιζόμενων κεφαλαίων και των απελευθερωμένων αγορών. Οι μελετητές της «αποανάπτυξης» συμφωνούν με αυτήν την εξήγηση, αλλά εντοπίζουν την προέλευση της αποπολιτικοποίησης πιο πίσω στο χρόνο και στο φαντασιακό της οικονομικής ανάπτυξης και την ιδεολογία της μεγέθυνσης που ηγεμόνευσε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την αρχή, η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης ήταν στενά συνδεδεμένη με εκείνη της ανάπτυξης γενικότερα, αναφερόμενη στην αναπαραγωγή των συνθηκών που χαρακτηρίζουν τα βιομηχανικά κράτη και στις «υπανάπτυκτες περιοχές», συνθήκες όπως η εξειδίκευση, η παραγωγή για τις αγορές, η γεωργική εντατικοποίηση, η αστικοποίηση, οι σύγχρονες αξίες κ.λπ..
Η συζήτηση για τη «βιώσιμη ανάπτυξη», ισχυρίζονται από την άλλη οι «αποαναπτυξακοί», είχε ως αποτέλεσμα επίσης την αποπολιτικοποίηση, με το να αποσυνδέει τον Περιβαλλοντισμό από τις ριζοσπαστικές κριτικές του νεωτερισμού και τις φιλοδοξίες του να αμφισβητήσει την κυρίαρχη έννοια της καλής ζωής. Ο όρος «αποανάπτυξη» υιοθετήθηκε ρητά ως μια «λέξη βόμβα» για την εκ νέου πολιτικοποίηση του περιβαλλοντισμού και ως πρόκληση στη συναίνεση γύρω από τη βιώσιμη ανάπτυξη. Με έμφαση στις λύσεις win-win και στον ουτοπικό στόχο της διαιώνισης της ανάπτυξης χωρίς να βλάπτεται περιβάλλον, οι αποαναπτυξιακοί κατηγορούν ότι η αειφόρος ανάπτυξη αποπολιτικοποιεί τους πραγματικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς σχετικά με το τι θέλουν οι άνθρωποι στο μέλλον. Αποφεύγει το βασικό ερώτημα, αν θα χρειασθεί «εκσυγχρονισμός ή οικολογικοποίηση». Οικολογικοποίηση της κοινωνίας, υποστηρίζουν οι αποαναπτυξιακοί, δεν σημαίνει να εφαρμόσουμε μια εναλλακτικής μορφής ανάπτυξη. Έχει να κάνει με το καθήκον να φανταστούμε και να θεσπίσουμε εναλλακτικές στην ανάπτυξη.
Ορισμένοι υποστηρικτές της αποανάπτυξης εντοπίζουν περαιτέρω αποπολιτικοποίηση από τον νεοφιλελευθερισμό ή τη μεταπολεμική ιδεολογία της ανάπτυξης, εστιάζοντας αντ' αυτού στην προέλευση του νεωτερισμού. Σύμφωνα με τη θεωρία των «δαπανών»(dépense), οι κοινωνίες έχουν πάντα ένα πλεόνασμα πόρων, πάνω από το επίπεδο που είναι απαραίτητο για την απλή αναπαραγωγή της ζωής: η πολιτική αφορά τη συλλογική επιλογή του προορισμού του πλεονάσματος αυτού. Η κύρια καινοτομία του καπιταλισμού ήταν η (θεσμοθετημένη) επένδυση σημαντικού μέρους του πλεονάσματος σε νέα Παραγωγή. Αυτό επέτρεψε την απογείωση της ανάπτυξης κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Κατά συνέπεια, ο καπιταλισμός έχει αποκηρύξει την κατ' εξοχήν άσκηση της πολιτικής κυριαρχίας, δηλαδή τις συλλογικές αποφάσεις για τον προορισμό του πλεονάσματος. Παλαιότεροι πολιτισμοί, για παράδειγμα, καθόρισαν το σκοπό τους μέσω διαφορετικών μορφών -μη παραγωγικών- δαπανών του πλεονάσματος, δημιουργώντας νόημα με την οικοδόμηση μιας πυραμίδας, ενός ναού ή ακρόπολης, υποστηρίζοντας μια τάξη μοναχών, ή φιλοσόφων. Αυτή η συλλογική επιδίωξη της αισθητικής έχει χαθεί στον καπιταλιστικό πολιτισμό, έχοντας υποβιβαστεί στην ιδιωτική σφαίρα. Οι δραστηριότητες δαπανών έχουν εμπορευματοποιηθεί και εξατομικευθεί. Πράγματι, η υπόσχεση του νεωτερισμού είναι ότι το νόημα της ζωής πρέπει να βρεθεί από κάθε άτομο και μόνο, και ότι σε αυτή την επιδίωξη αυτός/αυτή έχει κάθε δικαίωμα να κινητοποιήσει όλους τους αναγκαίους πόρους. Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε μη διαπραγματεύσιμη ζήτηση για ανάπτυξη. Καθώς τα άτομα αναζητούν το νόημα της ζωής, η πραγματικά «πολιτική» σφαίρα όπου το νόημα αυτό διαμορφώνεται συλλογικά, έχει υποταχθεί στην επιτακτική ανάγκη για ανάπτυξη. Για αυτό θα χρειασθεί να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική σφαίρα από ένα κοινωνικοπολιτικό κίνημα νέων ανθρώπων με διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης, ζωής και κοινωνικοπολιτικής δράσης.
6η Θέση: Απελευθερωτικά όρια
Η αποαναπτυξιακή σκέψη στη δεκαετία του 1970 (Αντρέ Γκορτζ, Ιβάν Ίλιτς, Κορνήλιος Καστοριάδης) αποδέχεται το όριο, όχι ως εξωτερικά επιβαλλόμενο, αλλά ως συνειδητή επιλογή που αποτελεί μέρος ενός συλλογικού πολιτικού σχεδίου( «μια κοινωνική επιλογή και μη επιβαλλόμενη ως εξωτερική επιταγή»). Αυτό το επιχείρημα για τον αυτοπεριορισμό λόγω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν είναι ούτε ένα  εγγενές τέτοιο(«ας σώσουμε τη φύση για χάρη της φύσης») ούτε ένα χρησιμοθηρικό επιχείρημα του τύπου: «να σώσουμε τη φύση για να σώσουμε τους εαυτούς μας που εξαρτώνται από αυτήν». Πρόκειται περί επιχειρήματος για μια απλούστερη ζωή με περισσότερη αρμονία με τον μη ανθρώπινο κόσμο, για μια ζωή που είναι αυτή που είναι και αξίζει να τη ζήσουμε.
Ο Ivan Illich (1973) προτείνει την απλότητα και τον αυτοπεριορισμό- ορίζοντας την έννοια της φιλικότητας(ευτραπελίας) προς τον άνθρωπο- σαν απαραίτητα στοιχεία για την αυτονομία και κατ' επέκταση για την πραγματική δημοκρατία, την απελευθέρωση και την ισότητα. Φιλικά(ευτράπελα) προς τον άνθρωπο εργαλεία και χώροι είναι εκείνα που είναι κατανοητά, διαχειρίσιμα και ελεγχόμενα από τους χρήστες τους. Ένα σπίτι που χτίστηκε και επισκευάζεται από τους χρήστες του προωθεί την αυτονομία τους. Ένα «έξυπνο» κτίριο του οποίου η θερμοκρασία ελέγχεται από λογισμικό δεν το κάνει. Αυτονομία σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν τον έλεγχο των εργαλείων και των χώρων τους, πράγμα που σημαίνει ότι δεν παράγονται ούτε διαχειρίζονται ή διοικούνται κάπου αλλού. Ο Illich έθεσε το ζήτημα με τα ορυκτά καύσιμα όχι λόγω του σημείου καμπής του πετρελαίου ή της κλιματικής αλλαγής. Το πρόβλημά του ήταν ότι η χρήση υψηλής τάξης(χαμηλής εντροπίας)ενέργειας υποστηρίζει πολύπλοκα τεχνολογικά συστήματα που δεν μπορούν να ελέγχονται άμεσα από τους χρήστες τους. Τα συστήματα αυτά από την ίδια τους τη φύση απαιτούν εξειδικευμένους εμπειρογνώμονες για τη διαχείρισή τους. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ εμπειρογνωμόνων και μη ειδικών δημιουργεί αναπόφευκτα αθέμιτες ιεραρχίες και συγκεντρώνει την εξουσία. Ισότητα και δημοκρατία είναι απίθανο να επιτευχθεί, εφόσον οι άνθρωποι δεν έχουν υπό την κυριαρχία και τον κοινό τους έλεγχο τα μέσα παραγωγής και διαμονής. Από αυτή την άποψη, η αποανάπτυξη είναι αντίθετη προς τον πράσινο εκσυγχρονισμό και τις αποτελεσματικές πράσινες τεχνολογίες, όπως έργα μεγάλης κλίμακας για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (βιομηχανικά αιολικά πάρκα ή τα σχέδια ηλιακών πάρκων Σαχάρας-Ευρώπης) ή τρένα μεγάλης ταχύτητας, όχι μόνο επειδή αυτά μπορεί να είναι ανεπαρκή ή να μην είναι αρκετά πράσινα, αλλά λόγω της μη φιλικής πολυπλοκότητας τους.
Ο André Gorz (1982) ανέπτυξε ένα κάπως παρόμοιο επιχείρημα, αλλά σαν αυτονομία τόνισε την ελευθερία από την μισθωτή εργασία. Ο Gorz ορίζει ως αυτόνομο τον τομέα της μη αμειβόμενης εργασίας, όπου τα άτομα και οι συλλογικότητες απολαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο ή παράγουν για ιδία χρήση, και όχι για την αγορά και το εμπόριο. Η σφαίρα της αναπαραγωγής και της φροντίδας ανήκει στην αυτόνομη σφαίρα. Σε αντίθεση με τον Ίλιτς, ο Γκορζ δεν ήταν κριτικός προς τη βιομηχανία· οραματίστηκε μια διπλά αυτόνομη βιομηχανική κοινωνία, αποτελούμενη από μια οικονομική σφαίρα όπου βιομηχανικά αγαθά και υπηρεσίες παράγονται με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, απελευθερώνοντας έτσι όλο και περισσότερο χρόνο για να δαπανάται στον αυτόνομο τομέα. Υποστήριξε επίσης τις αποκεντρωμένες μικροβιομηχανίες που χρησιμοποιούν έναν «ψηφιακό κατασκευαστή» (παρόμοιο με έναν εκτυπωτή 3D), πρότζεκτς παρόμοια με τα σύγχρονα όπως Οικολογία Ανοικτού Κώδικα, όπου η καινοτομία εξαρτάται από τη συνεργασία. Ο Gorz επέκρινε το σοσιαλιστικό όνειρο ενός συλλογικού και δημοκρατικού ελέγχου των μέσων παραγωγής· μοντέρνες γραμμές παραγωγής είναι πολύ πολύπλοκες για να ελέγχονται από τους εργαζόμενους χωρίς αντιπροσώπους, υποστήριξε. Οι βιομηχανίες θα πρέπει να διαχειρίζονται από δημοκρατικά ελεγχόμενα κράτη και να εξασφαλίζουν την ικανοποίηση των βασικών υλικών αναγκών, όλων. Ο σοσιαλισμός θα έρθει μόνο μέσω της απελευθέρωσης από την μισθωτή εργασία, όχι με την αλλαγή των συνθηκών της μισθωτής εργασίας. Παρά την ελαφρώς διαφορετική λογική από τον illich, ο Gorz υποστήριξε επίσης την επέκταση μιας αυτόνομης σφαίρας ήπιας έντασης, με αποεμπορευματοποιημένες, λιτές δραστηριότητες.
Είναι σε αυτό το πνεύμα που πιο πρόσφατα ο Serge Latouche (2011) υποστήριξε ότι η αφθονία μπορεί να βρεθεί στη λιτότητα(«Λιτή Αφθονία»). Γι' αυτόν αφθονία είναι ένα θέμα σχεσιακών, όχι υλικών αγαθών. Είναι θέμα αυτονομίας και φιλικότητας. Μόνο μια κοινωνία που αποφασίζει ότι «έχει αρκετά» και περιορίζει τον εαυτό της από την επιδίωξη αυτού που μπορεί να επιδιωχθεί, μπορεί να λύσει το πρόβλημα της σπανιότητας, ικανοποιώντας τον εαυτό της με ό,τι είναι διαθέσιμο. Μόνο μια κοινωνία που είναι ισότιμη και μοιράζεται ό, τι είναι διαθέσιμο επιδιώκοντας την ευζωία με την επάρκεια, μπορεί να ξεφύγει από τις ανισότητες που διατηρούν την αστάθεια και δημιουργούν μια αίσθηση γενικευμένης σπανιότητας.
Σε αυτό το πνεύμα, ορισμένοι αποαναπτυξιακοί τονίζουν ότι βρήκαν την έμπνευση για τη θεωρία τους, όχι στον Μάλθους, αλλά στους Νεομαλθουσιανούς αναρχο-φεμινιστές της Emma Goldman, η οποία υποστήριξε τη συνειδητή τεκνοποίηση στον αγώνα τους κατά του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης των γυναικείων σωμάτων για την παραγωγή στρατιωτών και φθηνού εργατικού δυναμικού.
 
7η Θέση: Μια μετάβαση πέρα ​​από την ανάπτυξη είναι μια μετάβαση πέρα ​​από Καπιταλισμό
Ο καπιταλισμός σαν οικονομικό σύστημα έχει ως βασικό στόχο τη συσσώρευση κεφαλαίου. Μέσα από ένα σύνολο θεσμών -ιδιωτική περιουσία, εταιρεία, μισθωτή εργασία, ιδιωτική πίστωση και χρήματα με επιτόκιο – ως τελικό αποτέλεσμα έχει-μέσα από μια δυναμική κέρδους- την αναζήτηση περισσότερων κερδών. Η αποανάπτυξη, ακόμη και με τη στενή έννοια της μείωσης της κλίμακας της υλικής οικονομίας, είναι απίθανο να είναι συμβατή με τον καπιταλισμό, γιατί ο βασικός κινητήρας του είναι η ανάπτυξη που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την απόδοση και την επέκταση. Αυτή είναι μια πραγματικότητα, ακόμη και αν θεωρητικά, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι μελετητές της σταθερής κατάστασης, μια καθολική και φθίνουσα πορεία του ανώτατου ορίου στην παραγωγή υλικών και ενέργειας θα ανάγκαζαν τις καπιταλιστικές οικονομίες να εργαστούν εντός ορίων.
Στην πράξη, ωστόσο, η έλλειψη ανάπτυξης αυξάνει την εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού για τη διατήρηση ή την αύξηση του ποσοστού κέρδους. Έτσι, σε συνθήκες έλλειψης ανάπτυξης, ο καπιταλισμός και η φιλελεύθερη δημοκρατία καθίστανται κοινωνικά και πολιτικά ασταθείς. Η ανάπτυξη αποφεύγει τις αναδιανεμητικές συγκρούσεις και στηρίζει τον καπιταλισμό πολιτικά. Με αυτή την συγκεκριμένη έννοια η ανάπτυξη είναι απαραίτητη για τον καπιταλισμό.
Έχει διατυπωθεί ένα σενάριο όπου μπαίνουν συλλογικά όρια («καπάκια»-«βαλβίδες») και, στη συνέχεια, εφαρμόζονται πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης (όπως εγγύηση εργασίας σε όλους από το κράτος) για να εξασφαλισθεί ότι η μείωση της κλίμακας δεν απειλεί τη βασική ευημερία κανενός. Ωστόσο, θα ήταν απαραίτητες ριζικές πολιτικές αλλαγές για να επιτραπεί μια τέτοια φαινομενικά αβλαβής πολιτική «μεταρρυθμίσεων». Στις υπάρχουσες καπιταλιστικές δημοκρατίες υπάρχει ανισότητα στην πολιτική εξουσία, κατανεμημένη περίπου σύμφωνα με την οικονομική δύναμη. Ανώτατα όρια, φόροι ή αναδιανεμητικό εισόδημα/εργασία, προγράμματα ασφαλείας κ.λπ., είναι πιθανό να βλάψουν οικονομικά συμφέροντα με προνομιακή πρόσβαση στις κυβερνήσεις. Μια ριζική αναδιάταξη των σχέσεων εξουσίας θα ήταν απαραίτητη για να θεσπιστούν όλα αυτά, γιατί μετά τη θέσμισή τους, το κεφάλαιο δεν θα κατείχε τη θέση της κυρίαρχης κοινωνικής δύναμης.
 
8η Θέση: Υπάρχουν ήδη αποαναπτυξιακές-μετακαπιταλιστικές εναλλακτικές λύσεις
Η αποανάπτυξη προτείνεται επίσης ως μια δομική έννοια για τη σύνδεση μιας ποικιλίας μετακαπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Υπάρχουν εναλλακτικοί θεσμοί τόσο στο μικρο-επίπεδο της κοινοτικής οργάνωσης όσο και στο μακροοικονομικό επίπεδο κρατικής οικονομικής ρύθμισης.
Για παράδειγμα, ως εναλλακτική λύση στη θέσμιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ως κυρίαρχης αρχής κάτω από τον καπιταλισμό, οι αποαναπτυξιακοί τονίζουν την ανάκτηση – και τη δημιουργία νέων – Κοινών (commons), για πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που βασίζονται στην κοινή χρήση. Μια εικόνα τους αποτελούν οι οικοκοινότητες και τα εγχειρήματα  συστέγασης που πειραματίζονται με μορφές μη ιδιωτικών κατοικιών όπου οι χρήστες μοιράζονται κοινούς χώρους και επενδύσουν τη δική τους εργασία στην κατασκευή και συντήρηση της στέγασής τους. Άλλα παραδείγματα νέων μορφών ιδιοκτησίας είναι οι πειρατές- προγραμματιστές και οι on-line κοινότητες των ψηφιακών Κοινών που απορρίπτουν την ιδιωτική πνευματική ιδιοκτησία, δημιουργώντας και μοιράζοντας («ομότιμη παραγωγή»- «peer production», «copy-left») νέα ανοικτά ψηφιακά προϊόντα ανοικτού κώδικα.
Συνεταιρισμοί εργαζομένων και χρηστών αμφισβητούν την εταιρική μορφή των σχέσεων ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και είναι μακριά από πρόσοδο και κέρδη. Στον τομέα της παραγωγής τροφίμων, και σε αντίθεση με τις γεωργικές επιχειρήσεις, αγρο-οικολογικές ομάδες αγροτών και νέων που «επιστρέφουν στη γη», παράγουν για τη διαβίωσή τους και για εναλλακτικά δίκτυα τροφίμων που συνδέονται άμεσα με συνεταιρισμούς καταναλωτών χωρίς μεσάζοντες. Στους αστικούς κήπους που έχουν πρόσβαση και διαχειρίζονται από κοινού, οι κάτοικοι των πόλεων παράγουν τα δικά τους τρόφιμα και διατηρούν τους δικούς τους χώρους αναψυχής, διαθέτοντας μη αμειβόμενη εργασία για τη διαβίωση και αναψυχή τους. Αποαναπτυξιακοί, στην παράδοση του illich, ασχολούνται επίσης και συμβάλλουν σε διάφορα νέα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή ιδρύματα φροντίδας, όπως οι γονικοί παιδικοί σταθμοί και σχολεία, όπου οι γονείς συμμετέχουν άμεσα στην εκπαίδευση των παιδιών τους.
Τέτοιες «ουτοπίες του τώρα» μοιράζονται πέντε χαρακτηριστικά:
1) από την παραγωγή για ανταλλαγή-εμπόριο, στην παραγωγή για χρήση (των συμμετεχόντων ή των τελικών χρηστών)·
 2) μερική υποκατάσταση της μισθωτής εργασίας με εθελοντική δραστηριότητα των μελών, που σημαίνει αποεμπορευματοποίηση και αποειδίκευση της εργασίας·
3) μια αντι-ωφελιμιστική λογική, όπου η κυκλοφορία των αγαθών γίνεται-τουλάχιστον εν μέρει- με ανταλλαγή «αμοιβαίων δώρων» αντί της αναζήτησης κέρδους·
4) μια εγγενής αξία που αποδίδεται στην κοινοτικοποίηση («commoning») και στις σχέσεις μεταξύ τους(«σχεσιακά αγαθά»)·
 5) η έλλειψη ενσωματωμένης δυναμικής για τη συσσώρευση και επέκταση.
Από την άποψη της βιωσιμότητας, αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι η σχετικά χαμηλή εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα των υλικών που χρησιμοποιούνται από πολλές τέτοιες εναλλακτικές λύσεις σε σύγκριση με τα συμβατικά κρατικά ή αγοραία συστήματα που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η παραγωγή τροφίμων, τα εναλλακτικά συστήματα φαίνονται να είναι λιγότερο αποδοτικά από τα συμβατικά συστήματα ανά μονάδα προϊόντος, δεδομένου του χαμηλότερου βαθμού εξειδίκευσης και του περιορισμένου καταμερισμού εργασίας (αν και αυτό θα ήταν πιθανότατα λιγότερο, αν κανείς λαμβάνει επίσης υπόψη το περιβαλλοντικό κόστος των εισροών όπως το πετρέλαιο). Παρ' όλα αυτά, οι εναλλακτικές αυτές είναι πιθανό να είναι περιβαλλοντικά πιο ευπρόσδεκτες, ακριβώς επειδή η μη παραγωγικότητά τους περιορίζει την κλίμακά τους (ένα "ριμπάουντ", ή αντίστροφη ανάκαμψη ή εφέ αναπήδησης).
Υπάρχει ένας ενδιαφέρον πολλαπλασιασμός των νέων κοινοτικών εγχειρημάτων και των  μορφών παραγωγής σε συνθήκες οικονομικής κρίσης- ως αποδεικτικό στοιχείο- από την Αργεντινή, την Καταλονία, ή την Ελλάδα. Η εικόνα εδώ είναι ότι, καθώς οι συμβατικοί θεσμοί του καπιταλισμού δεν καλύπτουν τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων, υπάρχει μια αυθόρμητη αύξηση των νέων θεσμών στην αυτόνομη σφαίρα.
Τέτοια εγχειρήματα δεν χρειάζεται να αντικαθιστούν τις λειτουργίες του κράτους (την περίθαλψη, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση ή την παροχή βασικών αγαθών). Αντ'αυτού μπορούν να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις που μετασχηματίζουν τις λειτουργίες των κρατών χωρίς να τις αποσυναρμολογούν, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την τάση ιδιωτικοποίησης των κρατικών περιουσιακών στοιχείων και υπηρεσιών.
Στο επίπεδο των κυβερνητικών πολιτικών, η βιβλιογραφία για την αποανάπτυξη έχει ερευνήσει θεσμούς εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης που μπορούν να εξασφαλίσουν ουσιαστική απασχόληση χωρίς ανάπτυξη και στήριξη, όπου είναι δυνατή η επέκταση της αυτόνομης σφαίρας. Προτείνεται ένα σύστημα εγγυημένων θέσεων εργασίας που μετατρέπει το κράτος σε εργοδότη έσχατης ανάγκης, μειώνοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία στο μηδέν και επιδοτώντας τη περίθαλψη ή τις αυτόνομες δραστηριότητες μέσω των κρατικών δαπανών. Ένα άνευ όρων βασικό εισόδημα για όλους τους πολίτες τελικά, σε συνδυασμό πιθανά με ένα ανώτατο εισόδημα και φορολογία των μισθών και των κερδών, μπορεί να εξασφαλίσει ένα βασικό επίπεδο διαβίωσης και ασφάλειας για όλους όσους δεν έχουν πρόσβαση σε μισθωτή εργασία. Με τις βασικές ανάγκες να καλύπτονται, υποτίθεται ότι θα υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες να αφιερώσει κανείς το χρόνο του στην αυτόνομη σφαίρα και ίσως να μοιραστεί πιο δίκαια η εργασία μέσω της μερικής απασχόλησης στον τομέα της αμειβόμενης εργασίας.
Η κατανομή της εργασίας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω αναδιανομής της εργασίας μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων με μείωση του χρόνου εργασίας στον τομέα της αμειβόμενης, μπορεί επίσης να μειώσει την ανεργία και να αναδιανείμει τον πλούτο εάν εφαρμοστεί με ισοτιμία εισοδημάτων. Η ανησυχία που υπάρχει είναι ότι αν θεσμοποιηθούν τα παραπάνω και εάν η τεχνολογία και η παραγωγικότητα συνεχώς βελτιώνεται, η έλλειψη ανάπτυξης θα καταστήσει περιττό ένα αυξανόμενο μέρος του εργατικού δυναμικού. Τότε όμως, το κράτος μπορεί να αναδιανείμει μερικά από τα οφέλη της αυξημένης παραγωγικότητας υπέρ του απελευθερωμένου χρόνου και της αυτόνομης σφαίρας.
Μια άλλη στρατηγική για την επίλυση του προβλήματος της ανεργίας είναι μια διαρθρωτική στροφή που υποστηρίζεται από το κράτος προς μια νέα οικονομία των κοινωνικών και συνεργατικών-συνεταιριστικών δραστηριοτήτων που επικεντρώνονται στις υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση, αναψυχή). Τέτοιες δραστηριότητες έχουν χαμηλή παραγωγικότητα, αλλά είναι μεγαλύτερης έντασης εργασίας και παρέχουν περισσότερη απασχόληση. Αν και έχουν χαμηλή οικονομική αξία, έχουν υψηλή κοινωνική αξία και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας αλληλέγγυας συνεργατικής οικονομίας των αναγκών και της εγγύτητας.
Όσον αφορά το νόμισμα και το πιστωτικό σύστημα, οι θεσμικές προτάσεις που προκύπτουν από τη βιβλιογραφία για την αποανάπτυξη περιλαμβάνουν μηδενικά επιτόκια και πολύ υψηλές απαιτήσεις αποθεματικών για τις τράπεζες, ώστε να περιορίσουν τις πιστωτικές φούσκες που οδηγούν σε φανταστική και εικονική ανάπτυξη. Κοινοτικά νομίσματα, τράπεζες χρόνου και ανταλλαγές χωρίς χρήμα έχουν τη δυνατότητα να επανατοπικοποιήσουν την οικονομική δραστηριότητα, να ελέγχουν την κλίμακά της και να την απομακρύνουν από την επεκτατική δυναμική του νομισματικού συστήματος. Εμπειρίες με κοινοτικά νομίσματα δείχνουν ότι μπορούν να χρησιμεύσουν καλύτερα ως μικρής κλίμακας συμπληρώματα στα κύρια νομίσματα. Τα κρατικά νομίσματα θα συνεχίσουν να είναι σημαντικά λόγω της ανάγκης για δια-υπερ-τοπικές ανταλλαγές σε μια σύνθετη οικονομία και του γεγονότος ότι οι φόροι (μεγάλο μέρος του ακαθάριστου προϊόντος) καταβάλλονται σε συμβατικά χρήματα, ενώ απαιτούνται τεράστια ποσά χρηματοικονομικών και οργανωτικών πόρων για σταθερά νομισματικά συστήματα μεγάλης κλίμακας.
Επί του παρόντος, τα χρήματα δημιουργούνται ως επί το πλείστον μέσω ιδιωτικών τραπεζών. Η προσφορά χρήματος από ιδιωτικές τράπεζες και χρήματα που εκδίδονται ως χρέος μέσω δανείων από αυτές, δημιουργούν πράγματι μια δυναμική ανάπτυξης. Θα μπορούσε και το κράτος όμως να εκδώσει χρέος για την κάλυψη των δημόσιων αναγκών, π.χ. για τη χρηματοδότηση βασικού εισοδήματος ή συστήματος εγγύησης θέσεων εργασίας ή συνεταιρισμών, υπηρεσιών φροντίδας ή έργων ήπιας μορφής ενέργειας. Δημιουργώντας για τον εαυτό τους χρήματα, τα κράτη θα μπορούσαν επίσης να αξιοποιήσουν το κυριαρχικό δικαίωμα (τη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας του χρήματος και του κόστους παραγωγής του), και να εξοικονομήσουν χρήματα με το να μην πρέπει να πληρώνουν ιδιωτικές τράπεζες για να δανείζονται για τη χρηματοδότηση των κρατικών τους δαπανών.
Όσον αφορά στο χρέος, οι αποαναπτυξιακοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η οικονομία δεν μπορεί να αναμένεται να αυξηθεί με τον ρυθμό που απαιτείται για την πληρωμή των χρεών. Το χρέος είναι μια κοινωνική σχέση, και η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα κοινωνιών που διέγραψαν τα χρέη και ξεκίνησαν από την αρχή. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν διατηρήσει έναν υλικά εύπορο τρόπο ζωής με τη μετατόπιση των υποσχέσεων πληρωμής στο μέλλον. Η διαγραφή χρέους ενδέχεται να προκαλέσει μείωση του βιοτικού επιπέδου των μικρών πιστωτών-αποταμιευτών. Από την άποψη της αποανάπτυξης, ο στόχος δεν μπορεί να είναι η ανάπτυξη για την αποπληρωμή χρεών, αλλά η δίκαιη κατανομή του κόστους μιας τέτοιας προσαρμογής. Είναι θεμιτό να διαγράφονται τα χρέη όσων το βασικό βιοτικό τους επίπεδο απειλείται και να μην πληρώνονται χρέη σε όσους δάνεισαν για το κέρδος. Ορισμένες πιστώσεις είναι πιο νόμιμες από ό, τι άλλες. Η αξιολόγηση και η απόφαση θα πρέπει να είναι δημοκρατική. Με αυτή την οπτική, οι αποαναπτυξιακοί υποστηρίζουν τον έλεγχο του χρέους από τους πολίτες και την παγκόσμια σεισάχθεια με αποανάπτυξη.
 
9η Θέση: Οι πολιτικές μετάβασης στην αποανάπτυξη είναι ακόμα ανοικτές και πολυποίκιλες
Πώς όλα αυτά, η εναλλακτική ιδιοκτησία, η εργασία και η πίστωση, οι μικρο-μακρο-θεσμοί θα μπορούσαν να συνδεθούν με εναλλακτικής μορφής κοινωνική και πολιτική οργάνωση εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο σημαντικής συζήτησης. Επίσης, δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με τις πολιτικές στρατηγικές που απαιτούνται για την αντικατάσταση των σημερινών θεσμών του καπιταλισμού με εναλλακτικές λύσεις. Ο Latouche (2009) βλέπει την αλλαγή να έρχεται μέσω της κοινοβουλευτικής πολιτικής των κομμάτων της αριστεράς που θα βάλουν την αποανάπτυξη στο πρόγραμμά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο ένα ιδιαίτερο κόμμα της αποανάπτυξης. Άλλοι βλέπουν μια πιο αυθόρμητη δικτύωση και την άνθηση μετακαπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων που καταλαμβάνουν όλο και περισσότερες πολιτικές και τον οικονομικό χώρο, καθώς το παλιό σύστημα των κρατών και των εταιρειών καταρρέει. Από την άποψη αυτή, οι εναλλακτικές πρακτικές στην εκπαίδευση, την παροχή τροφίμων, τη διαβίωση και την παραγωγή (βλέπε θέση 8 για τις εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν ήδη) είναι στην ουσία «πολιτικές» πρακτικές: αμφισβητούν και αναπτύσσουν συγκεκριμένες εναλλακτικές λύσεις στους κυρίαρχους θεσμούς του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την άποψη του Γκράμσι, οι καθημερινές πρακτικές που ανακυκλώνουν τα κοινά νοήματα της κοινωνίας των πολιτών είναι εξίσου αναγκαίες με τον αγώνα για ηγεμονία στους πολιτικούς θεσμούς με την αυστηρή έννοια.
Για ορισμένους αποαναπτυξιακούς, η μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος σε μια άμεση μορφή δημοκρατίας των συνελεύσεων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας μετάβασης σε κοινωνίες αποανάπτυξης. Βρίσκουν ελπίδα σε κοινωνικά κινήματα, όπως των αγανακτισμένων (Indignados , Occupy), που διαμόρφωσαν πολιτικές αξίες και εγχειρήματα που είναι παρόμοια με εκείνα της αποανάπτυξης. Γενικά, στις συζητήσεις για την αποανάπτυξη υπάρχει πληθώρα πιθανών δυνητικών στρατηγικών για την αποανάπτυξη και τα πολιτικά ζητήματα, που κυμαίνονται από την μη αμειβόμενη εργασία, μέχρι τις τωρινές ουτοπίες με κοινή εμπειρία ζωής και παραγωγής στην αυτόνομη σφαίρα σε υφιστάμενα κοινωνικά κινήματα, πολιτικά κόμματα και Ενώσεις. Στα πλαίσια της αποανάπτυξης-υποστηρίζουν κάποιοι- υπάρχει μια διάσπαση μεταξύ πολιτικών και «απολίτικων» στρατηγικών-ακτιβιστών, με τους τελευταίους να ορίζονται ως εκείνοι που αρνούνται να «κυβερνηθούν». Οργανωμένα χαρακτηριστικά ανυπακοής στο ρεπερτόριο των ακτιβιστών της αποανάπτυξης, εκτείνονται από τις καταλήψεις εγκαταλελειμμένων σπιτιών, ως στις καθιστικές διαμαρτυρίες κατά των megaprojects και των σταθμών άνθρακα, ή της χρηματοπιστωτικής ανυπακοής, όπως αυτή του Enric Duran, εξέχοντος υποστηρικτή της αποανάπτυξης στη Βαρκελώνη, ο οποίος «απαλλοτρίωσε» 492 000 ευρώ μέσω δανείων από 39 τράπεζες το 2008, για να καταγγείλει τόσο το επιθετικό πιστωτικό σύστημα όσο και να αφιερώσει τα χρήματα αυτά σε κοινωνικά εγχειρήματα.
Από πολιτική άποψη, οι στρατηγικές της αποανάπτυξης μπορούν να εφαρμοσθούν καλύτερα στον πλανητικό Νότο και στις περιφέρειες του καπιταλισμού, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να αμφισβητηθεί από τους πολίτες των χωρών του Νότου το φαντασιακό της ανάπτυξης. Σε αυτό θα βοηθούσε ένα κίνημα αποανάπτυξης στον Βορά, που θα έβαζε στο στόχαστρο το ανισωτικό μοντέλο ανάπτυξής του-που στηρίζεται στην ληστεία των πλούσιων σε φυσικούς πόρους και πηγές χωρών του Νότου-και θα απαιτούσε ταυτόχρονα την οικολογική και κλιματική δικαιοσύνη για το Νότο.
 
10η Θέση: Η αποανάπτυξη στο Βορρά θα δώσει τη δυνατότητα στον Νότο να ζήσει καλά
Η αποανάπτυξη στον παγκόσμιο Βορρά προτείνεται προκειμένου να απελευθερώσει οικολογικό χώρο και πόρους ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης στο παγκόσμιο Νότο. Αυτό αντιβαίνει στο τυπικό επιχείρημα της παγκοσμιοποίησης ότι η ανάπτυξη στο Βορρά είναι απαραίτητη έτσι ώστε ο Νότος να έχει αναπτυσσόμενες αγορές για την εξαγωγή των προϊόντων του. Οι αποαναπτυξιακοί ποντάρουν στο ιστορικό γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Βορράς δεν χρειαζόταν αναπτυσσόμενες αγορές στο Νότο, προκειμένου να αναπτυχθεί, αλλά μάλλον φθηνούς φυσικούς και ανθρώπινους πόρους τους οποίους εκμεταλλεύθηκε. Στην πραγματικότητα, ένα θα μπορούσε να είναι το επιχείρημα: ότι η αποανάπτυξη στο Βορρά σήμερα θα μειώσει τη ζήτηση φυσικών πόρων και βιομηχανικών αγαθών, καθιστώντας τα πιο προσιτά και προσβάσιμα στο Νότο.
Ακόμα κι έτσι, αυτή η οικονομίστικη διατύπωση των σχέσεων Βορρά-Νότου δεν είναι ικανοποιητική από την άποψη της αποανάπτυξης, καθώς αφήνει ανέπαφο το φαντασιακό της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης. Οι πνευματικές ρίζες της αποανάπτυξης μπορούν να αναχθούν στη βιβλιογραφία για την μετα-ανάπτυξη και την κριτική του φαντασιακού της ανάπτυξης για τον «Τρίτο Κόσμο». Η υπόθεση εδώ είναι ότι η απόρριψη της ανάπτυξης στο Βορρά μπορεί να σταματήσει τον αποικισμό του φαντασιακού στο Νότο, από το μοντέλο της ανάπτυξης ως μονόδρομου για το μέλλον του. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έλλειψη εναλλακτικής φαντασίας για την καλή ζωή στο Νότο. Μεταξύ των παραδειγμάτων περιλαμβάνονται: το Buen Vivir στη Λατινική Αμερική (ή Sumak Kawsay στον Ισημερινό), το Ubuntu στη Νότια Αφρική ή η οικονομία της σταθερότητας του Γκάντι στην Ινδία. Τα οράματα αυτά εκφράζουν εναλλακτικές λύσεις προς το καπιταλιστικό μοντέλο της ανάπτυξης και εναλλακτικές πορείες της κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης. Η θέση της αποανάπτυξης είναι ότι αυτές οι εναλλακτικές μπορούν να ανθίσουν στα πλαίσια μιας υποχώρησης του φαντασιακού της ανάπτυξης στις Βόρειες χώρες, οι οποίες το έχουν προωθήσει, αν δεν το έχουν επιβάλει στον υπόλοιπο κόσμο.
Το μέλλον της αποανάπτυξης
Από άποψη έρευνας, υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν για την τροποποίηση και διαμόρφωση κάθε μίας από τις 10 διατυπωθείσες παραπάνω θέσεις, την παραγωγή νέων θέσεων και περαιτέρω διαφοροποίηση στο πεδίο της αποανάπτυξης. Απαιτείται περισσότερη έρευνα, για παράδειγμα, για να καταδειχθεί ότι η ανάπτυξη είναι οικολογικά μη βιώσιμη, ή ότι η αποϋλοποίηση είναι αδύνατη και ανεπαρκής. Απαιτούνται περισσότερα ιστορικά δεδομένα για την υποστήριξη της θέσης ότι αντιμετωπίζουμε μια συστημική, και όχι περιοδική, στασιμότητα και ότι τα όρια των πόρων έχουν κάτι να κάνουν με αυτό. Ο ισχυρισμός επίσης ότι η εγκατάλειψη της ανάπτυξης μπορεί να αναβιώσει τον πολιτικό διάλογο και να θρέψει τη δημοκρατία, αντί να ζωντανεύει καταστροφικά πάθη, είναι προς το παρόν αναπόδεικτος. Γενικά, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ισχυρά καθιερωμένοι στο πλαίσιο της κοινότητας αποανάπτυξης, αλλά απέχουν πολύ από το να γίνουν αποδεκτοί από την ευρύτερη κοινωνία, όπου η αποϋλοποίηση και η πράσινη ανάπτυξη εξακολουθούν να θεωρούνται όχι μόνο ως δυνατές, αλλά πιθανότατες.
Απαιτείται επίσης περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε πώς και γιατί οι άνθρωποι και τα έθνη προσαρμόζονται στην έλλειψη ανάπτυξης, γιατί άλλοι εναλλακτικοί θεσμοί επιτυγχάνουν και αμφισβητούν τον καπιταλισμό, άλλοι καταρρέουν ή ενσωματώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα, ή πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις, θεσμοί όπως η κατανομή της εργασίας ή ένα βασικό και ανώτατο εισόδημα θα ήταν αποτελεσματικοί, όπως ισχυρίζονται οι συνήγοροί τους.
Ένα άλλο ερώτημα αφορά στην κοινωνική δυναμική, στις συμμαχίες, και στις διαδικασίες που θα βάλουν μπροστά μια Μετάβαση. Το ερώτημα αυτό δεν είναι μόνο διανοητικό και δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο από την έρευνα. Η κοινωνική αλλαγή είναι μια διαδικασία δημιουργίας και είναι αδύνατο να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Κάποιες ακαδημαϊκές μελέτες πάνω στην αποανάπτυξη θα μπορούσαν να προσφέρουν νέες αφηγήσεις για να εμπνεύσουν και να ενεργοποιήσουν πολιτικές μετάβασης. Η έρευνα για την αποανάπτυξη δεν είναι μόνο δια- και διεπιστημονική. Είναι διαφανής όσον αφορά τις αξίες και τις πολιτικές της, και βασίζεται ρητά σε ένα μοντέλο μετα-κανονικής επιστήμης, σε ερευνητές, ανθρώπους της πράξης και ακτιβιστές που συνεργάζονται σε νέα δίκτυα, όπως για παράδειγμα, οι ομάδες εργασίας των διεθνών διασκέψεων για την αποανάπτυξη. Οι 10 θέσεις που παρουσιάζονται εδώ είναι τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας και εμψυχώνουν την πολιτική πρακτική. Αλλά αν θέλουμε η συζήτηση για την αποανάπτυξη να διατηρήσει τη δυναμική της, δεν υπάρχει λόγος να παγιωθεί σε αυτές.

Στην ιστοσελίδα της Τοπικοποίησης κάνουμε μια προσπάθεια για παραπέρα συγκεκριμενοποίηση των παραπάνω θέσεων και ο στόχος μας είναι να διατυπωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση για την μετάβαση σε κοινωνίες Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης με τον Κοινοτισμό και την  Άμεση δημοκρατία.


[1] Τέλος στα αρχαιοελληνικά: ολοκλήρωση, τελείωση, εκπλήρωση

0 Comments

Η “Ανάπτυξη” δεν έχει νόημα, είναι αντιοικονομική και άδικη!

30/10/2020

0 Comments

 
Ζούμε σε μια καπιταλιστική οικονομία «ανάπτυξης». Ότι η παραπέρα ανάπτυξη είναι δυνατή, επιθυμητή και αναγκαία, είναι ένα από τα ιδεολογικά θεμέλια των καπιταλιστικών κοινωνιών μας, που κρύβει το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα σε ολόκληρη την ανθρώπινη Ιστορία δεν υπήρξαν τόσο πολλοί άνθρωποι να παράγουν τόσο πολύ πλούτο για λογαριασμό τόσο λίγων ανθρώπων σε κάθε χώρα. Όταν το λεγόμενο ΑΕΠ μιας χώρας αυξάνεται, χειροκροτούν όλοι. Αν δεν αυξάνεται τότε κάνουν  ό, τι είναι δυνατόν για να αλλάξει αυτό (ας θυμηθούμε τις τοξικές πριμοδοτήσεις στη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μετά το 2008). Όταν κάποιος αυξάνει το εισόδημά του και το οικογενειακό ακαθάριστο προϊόν τότε θεωρείται επιτυχημένος, ενώ αν μείνει άνεργος, χωρίς μισθό είναι ο αποτυχημένος. Η ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία θεωρείται προσωπική και συχνά αποδίδεται στην εργατικότητα, στην ευφυία, στην μοίρα ή στο θέλημα του θεού, για να γίνεται γενικώς αποδεκτή.
Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει βέβαια να λύσει όχι μόνο τα οικονομικά προβλήματα, όπως το χρέος ή την έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά και κοινωνικά προβλήματα, όπως η ανισότητα ή έλλειψη θέσεων στα νηπιαγωγεία, ισχυρίζονται, ιδίως οι αριστεροί. Πολλοί μάλιστα-περισσότερο πράσινοι- έχουν και την ελπίδα ότι "πράσινη ανάπτυξη"- μέσω της ενεργειακής πολιτικής και τεχνολογικής καινοτομίας-θα λύσει και τα οικολογικά προβλήματα. Η στασιμότητα σημαίνει για όλους κοινωνική κρίση: ανεργία, ελλείμματα προϋπολογισμού, φτώχεια. Όλα τα κόμματα – ακόμα και της αριστεράς ή των πρασίνων - εστιάζουν στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.
Όταν οι ιδεολόγοι της ανάπτυξης ισχυρίζονται ότι η μεγέθυνση, η επέκταση, ταχύτητα και όλα τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης, είναι κεντρικής σημασίας για την ευημερία της κοινωνίας, και ότι το ΑΕΠ είναι μέχρι σήμερα το καταλληλότερο μέτρο του πλούτου ενός έθνους και των ανθρώπων του, ο ισχυρισμός αυτός είναι μάλλον αμφίβολος. Ούτε καν οι εφευρέτες του ΑΕΠ το 1930, δεν συμμερίζονταν αυτήν την άποψη. Σήμερα αμφισβητείται αυτό και υπάρχουν οικονομολόγοι, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί που εργάζονται εδώ και δεκαετίες για τη διαμόρφωση καλύτερων δεικτών ευημερίας, διότι η προσήλωση στο ΑΕΠ θέτει στο περιθώριο της κοινωνικής συνείδησης το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος της ανάπτυξης. 

Η “ανάπτυξη” δεν έχει νόημα
 «Χωρίς ανάπτυξη, δε γίνεται τίποτα", αυτό είναι το κλειδί στην ιδεολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η πίστη στον επεκτατικό μοντερνισμό δεν θέλει να σπάσει: η ανάπτυξη είναι η πανάκεια, το ελιξίριο, το καθολικό μέτρο της προόδου, του εκσυγχρονισμού και της εξέλιξης. Αλλά είναι πραγματικά έτσι;
Ο στόχος για αέναη ανάπτυξη είναι παράλογος, δεδομένου ότι το χρήμα μπορεί να είναι μόνο ένα μέσο για ένα σκοπό(ένα τέλος[1]), και όχι ένας σκοπός για τον εαυτό του. Εάν ο σκοπός-τέλος μιας κοινωνίας είναι η «καλή ζωή»(το «ευ ζην», ευζωία), τότε σε κάποιο σημείο μια κοινωνία θα πρέπει να παράγει αρκετά για την επίτευξή της, καθιστώντας περιττή την περαιτέρω ανάπτυξη. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν συσσωρεύσει πλούτο αδιανόητο για μερικές γενιές πίσω, αλλά φαίνονται υποχρεωμένες να κρατούν έναν ρυθμό ανάπτυξης χρόνο με τον χρόνο. Ένα βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζει η βιβλιογραφία της αποανάπτυξης είναι το γιατί να είναι έτσι!
Στο μικροεπίπεδο των ατόμων, το ακόρεστο καθοδηγείται από τον ανταγωνισμό για την  κοινωνική θέση. Μόλις ικανοποιηθεί μια βασική υλική ανάγκη, τα επιπλέον εισοδήματα αφιερώνονται όλο και περισσότερο για την επιδίωξη της βελτίωσης της θέσης στην κοινωνική πυραμίδα(π.χ., ένα σπίτι μεγαλύτερο από του γείτονα είναι ένα αγαθό θέσης). Ο σχετικός, και όχι ο απόλυτος πλούτος είναι αυτό που έχει σημασία.
Η οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση της παραγωγικότητας στον υλικό τομέα, ωστόσο, δεν αλλάζουν τις σχετικές θέσεις, αλλά αυξάνουν την τιμή των αγαθών θέσης. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη καθιστά τα αγαθά θέσης κοινωνικά σπανιότερα. Αυτά είναι τα κοινωνικά όρια της ανάπτυξης, δηλαδή υπάρχουν εγγενή όρια όσον αφορά την ικανότητα της ανάπτυξης να ικανοποιεί την ευημερία. Αυτά τα όρια είναι και ένας λόγος γιατί πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, η ανάπτυξη δεν αυξάνει κατά μέσο όρο την ευτυχία.
Από ατομική άποψη, είναι λογικό να επιδιώκεται περισσότερος πλούτος για την κοινωνική ανέλιξη, αλλά συλλογικά, αυτό θα μπορούσε να είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η συνολική ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα αυτού του παράλογου ανταγωνισμού θέσης μεταξύ ατόμων που δεν κάνει κανέναν καλύτερο. Η υπόσχεση της ανάπτυξης, από την άλλη πλευρά, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ψευδαίσθηση της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μπορεί να διατηρηθεί προσωρινά ελλείψει αναδιανομής. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το τελικό αποτέλεσμα είναι μια παράλογη επιδίωξη ανάπτυξης για χάρη της ανάπτυξης.

 Η «ανάπτυξη» είναι αντιοικονομική και άδικη
Η ανάπτυξη δεν αυξάνει πλέον τη συλλογική ευημερία. Αυτή η αποτυχία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από το ΑΕΠ, διότι το ΑΕΠ μετρά την ανάπτυξη και όχι την ευημερία. Δεν διακρίνει τη βελτίωση της ευημερίας από την μείωση της ευημερίας από την οικονομική δραστηριότητα. Για παράδειγμα, δαπάνες για τον καθαρισμό μιας πετρελαιοκηλίδας, την κατασκευή φυλακών ή την διεξαγωγή πολέμου, αυξάνουν το ΑΕγχΠ. Ανεξάρτητες μετρήσεις της ευημερίας, όπως οι αυτοαναφερές για ικανοποίηση ζωής και  θέσμιση άλλων εναλλακτικών δεικτών ευτυχίας ή ευημερίας, όπως είναι ο γνήσιος δείκτης Προόδου ή ο δείκτη βιώσιμης οικονομικής ευημερίας, επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, η ανάπτυξη δεν βελτιώνει την ευημερία.
Το κοινωνικό κόστος της ανάπτυξης περιλαμβάνει κακή ψυχολογική υγεία, αυξημένες ώρες εργασίας, συμφόρηση και ρύπανση. Η εμπορευματοποίηση και η εισαγωγή στην οικονομία των ΑΕΠ των υπηρεσιών στο οικοσύστημα και των μη αμειβόμενων δραστηριοτήτων, ή η χρηματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, όπως η φιλοξενία ή η φροντίδα, διαβρώνουν την κοινωνικότητα, την κοινότητα και το περιβάλλον. Επίσης, τους ηθικούς κανόνες που χρησιμοποιούνται για την καλύτερη ρύθμιση τέτοιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών σχέσεων. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η σχέση μεταξύ ανάπτυξης και μιας σειράς κοινωνικών δεικτών, όπως η εκπαίδευση ή η ασφάλεια από την εγκληματικότητα, παίρνει τη μορφή: για τα χαμηλά επίπεδα του ΑΕΠ, τόσο πλουσιότερη είναι μια χώρα, όσο καλύτερες είναι οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά για τα υψηλά επίπεδα του ΑΕΠ η μεγαλύτερη ανάπτυξη δεν κάνει τη διαφορά. Μάλιστα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάπτυξη επιτυγχάνεται λόγω του αυξανόμενου κόστους και όχι μέσω της αύξησης των κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη έχει καταστεί αντιοικονομική. Αντ' αυτού, υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ ισότητας και κοινωνικής ευημερίας.
Η συνεχής ανάπτυξη του κοινωνικού μεταβολισμού της παγκόσμιας οικονομίας προκαλεί επίσης κοινωνικό και περιβαλλοντικό όλεθρο στις χώρες από όπου εξάγονται τα βασικά προϊόντα για την ενέργεια και οι πρώτες ύλες και εισάγονται τα απόβλητα από τις «αναπτυγμένες» χώρες. Η ανάπτυξη υποστηρίζεται από μια άνιση ανταλλαγή πόρων και υλικών. Αυτό εγείρει ζητήματα περιβαλλοντικής- οικολογικής δικαιοσύνης: τα υλικά οφέλη της εξόρυξης και της κατανάλωσης για τις πλούσιες περιοχές ή τις πιο εύπορες ομάδες (ελίτ), ενώ το κόστος επωμίζονται κοινωνικά περιθωριοποιημένες κοινότητες και γειτονιές. Η άνιση φύση της ανάπτυξης είναι διαπιστωμένη: διατηρεί τα οφέλη που προκύπτουν για τις ελίτ και μετατοπίζει το κόστος προς τους «από κάτω» παντού.

Η «Αποανάπτυξη» δεν είναι στέρηση και οπισθοδρόμηση
Από την άλλη, η Από-ανάπτυξη είναι μια πρόκληση, μια προβοκάτσια, αν το θέλετε, στον όρο ανάπτυξη. Ακριβώς όπως η συμβολική εικόνα του σαλιγκαριού που χρησιμοποιεί συχνά το κίνημα, και που «σέρνεται» σιγά-σιγά και υπομονετικά στο έδαφος και ανάλογα με τις δυσκολίες του καθορίζει με τις κεραίες την πορεία του . Είναι μια πρόκληση κατά της κοινωνικής τάξης στην οποία όλοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους, στην οποία όλοι στρέφουν τις επιδιώξεις τους προς την κατεύθυνση των συνθημάτων: ψηλότερα, γρηγορότερα, παραπέρα! Ανεξάρτητα αν αυτές ακριβώς οι επιδιώξεις καταστρέφουν τις ίδιες τις βάσεις της ύπαρξής μας.
Οι υπέρμαχοι της ανάπτυξης κατηγορούν το κίνημα της αποανάπτυξης ότι καθορίζεται από τη λογική της στέρησης και της λιτότητας και ότι παλεύει ενάντια στην ίδια την ανθρώπινη φύση ως εχθρό του. Για την Αποανάπτυξη είναι ακριβώς αυτό το σημαντικό: να αμφισβητηθεί αυτή η κοσμοθεωρία, ότι τάχα η «ανθρώπινη φύση» ταυτίζεται με του homo economicus, ο οποίος προσπαθεί ατομικά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη του. Το αντίθετο: οι άνθρωποι είναι σχεσιακά όντα, που οδηγούνται από πολύπλοκα κίνητρα. Και το κίνημα της Αποανάπτυξης το ενδιαφέρει πρωτίστως να διερευνήσει και να ολοκληρώσει τις μορφές εκείνες των διανθρώπινων σχέσεων που δεν ακολουθούν την εγωιστική, ωφελιμιστική και χρηστική λογική.
Αλλά Αποανάπτυξη είναι επίσης μια πρόταση. Όχι για την ατομική στέρηση και θυσία, αλλά για ένα μετασχηματισμό των πλουσιότερων κοινωνιών προς δομές που δεν βασίζονται στην αέναη και μόνιμη μεγέθυνση, αλλά στην επάρκεια. Δεν ταυτίζεται με τις προτάσεις της «λιτανάπτυξης»[2] που κάνουν κάποιοι πολιτικοί και οικονομολόγοι της δεξιάς και της αριστεράς.  Η Αποανάπτυξη αντιπροσωπεύει ένα απελευθερωτικό, χωρίς κυριαρχία και χωρίς αποκλεισμούς μέλλον.


[1] Τέλος στα αρχαιοελληνικά: ολοκλήρωση, τελείωση, εκπλήρωση

[2]  «Λιτανάπτυξη»: ο όρος που χρησιμοποίησε η Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ, για το ξεπέρασμα της κρίσης μέσα από τη λιτότητα-για τους πολλούς- και της ανάπτυξης –για τους λίγους

0 Comments

Ο νέος πατριωτισμός

27/7/2020

0 Comments

 
Ο φυσικός απλός άνθρωπος αγαπούσε πάντα τον τόπο που γεννήθηκε, που μεγάλωσε και αντιλήφθηκε τον κόσμο και την φύση γύρω του. 
​
Ο φυσικός άνθρωπος, εκτός από τη βιολογική του μάνα, είχε πάντα και άλλες δυο «μάνες» που τον έφεραν σαν είδος ως εδώ. Τη φύση και τα τοπικά οικοσυστήματά της τα οποία τον τρέφουν, τον ντύνουν και του προσφέρουν καταφύγιο και κατοικία, και την ανθρώπινη ομάδα-κοινότητα-κοινωνία, στα πλαίσια της οποίας μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και το «ευ ζειν», την ευζωία του.
Όλες αυτές οι μάνες, που αγαπούσε βέβαια με φυσικό τρόπο, επειδή συνδέονταν με κάποιον συγκεκριμένο τόπο στον οποίο ήταν εγκαταστημένος μόνιμα-μετά το στάδιο του περιπλανώμενου συλλέκτη και το πέρασμα στο γεωργικό τρόπο ζωής της ανθρωπότητας- τον έκαναν-από παιδί αλλά και μεγαλώνοντας- να αγαπά με την ίδια φυσική αγάπη και τον συγκεκριμένο αυτόν τόπο. Με αυτήν την έννοια γεννήθηκε ο πρώτος πατριωτισμός που ήταν σε μεγάλο βαθμό φυσικός. Και πατριώτες ήταν αυτοί που υπερασπιζόταν τον τόπο τους, τους οικισμούς τους, τις πολιτιστικές τους συνήθειες, τα έργα και τις κατασκευές τους, τις καλλιέργειες και τις εκτροφές τους, τον τρόπο ζωής τους στα πλαίσια των κοινοτήτων τους κ.λπ., από τυχόν εισβολείς-σφετεριστές της τοπικής πατρίδας.
Στη συνέχεια βέβαια από τις τοπικές κοινότητες ο άνθρωπος πέρασε στις γενικότερες εθνοκοινότητες δημιουργώντας πόλεις-κράτη, βασίλεια και αυτοκρατορίες και έπαψε να είναι φυσικός άνθρωπος ενταγμένος στο φυσικό οικοσύστημα της περιοχής που ζούσε, αποκτώντας και επιγενετικά πολιτισμικά στοιχεία, τα οποία διαμόρφωσαν τους διάφορους ανθρωπολογικούς τύπους, με βασικούς αυτούς των εξουσιαστών και των εξουσιαζομένων. Από κάποια χρονική στιγμή η υπεράσπιση της ιδιαίτερης πατρίδας μετατράπηκε-με αμυντικούς ή επιθετικούς πολέμους-σε υπεράσπιση των συμφερόντων της εξουσιαστικής τάξης σε κάθε μικρό ή μεγάλο κράτος. Και όταν στην νεωτερική εποχή δημιουργήθηκαν τα εθνικά αστικά κράτη με τις αντίστοιχες αγορές και τα εθνικά τους νομίσματα, η έννοια της πατρίδας συνδέθηκε στην ουσία με τον ζωτικό χώρο δραστηριότητας των απρόσωπων κεφαλαίων και των «ανώνυμων» εταιρειών που είχαν την έδρα τους στην πατρίδα.  Στον ανταγωνισμό τους για εξασφάλιση αγορών, οι οικονομικές ελίτ του κάθε εθνικού κράτους έχοντας στα χέρια τους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, καλλιέργησαν και στο φαντασιακό των υπηκόων τους ανταγωνιστικούς εθνικισμούς, εκμεταλλευόμενες το πατριωτικό τους αίσθημα και πολλές φορές τους οδηγούσαν και σε πολέμους. Στην ιστορική περίοδο της νεοτερικότητας στην Ευρώπη-κυρίως-αλλά και αλλού έχουμε τη φαντασιακή δημιουργία ανταγωνιζόμενων εθνικισμών στα πλαίσια των εθνικά δημιουργημένων κρατών όπου επικράτησαν οι αστικές καπιταλιστικές τάξεις.
Στη συνέχεια υπήρξαν «διεθνείς» ή και παγκόσμιες αγορές που δημιουργήθηκαν από διεθνή-πολυεθνικά κεφάλαια και εταιρείες-επιχειρήσεις, στα χέρια υπερεθνικών οικονομικών ελίτ.  Για τις δραστηριότητες αυτών των κεφαλαίων των παγκόσμιων επενδυτών-κύρια χρηματοπιστωτικών-τα εθνικά σύνορα έγιναν εμπόδιο. Το ίδιο και το πατριωτικό ή το εθνικιστικό φαντασιακό των ανθρώπων. Έτσι στο στάδιο της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού απαιτείται και ένα αντίστοιχο φαντασιακό των ανθρώπων πέρα από εθνικά σύνορα. Το φαντασιακό της κατανάλωσης ήταν αυτό που θα μπορούσε να ενοποιήσει και να ομογενοποιήσει τους ανθρώπους. Για αυτό ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός μετέτρεψε τα πρόσωπα των τοπικών και εθνικών κοινοτήτων σε καταναλωτικά άτομα-ιδιώτες. Δημιούργησε τον ομογενοποιημένο κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο του καταναλωτή, όπου επικρατούσαν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και αγορές.
Σήμερα, στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης, ο παλιός φυσικός άνθρωπος-πρόσωπο έχει μετατραπεί σε οικονομικό-καταναλωτικό άτομο. Έχει χάσει την επαφή του με τη μάνα φύση και τη μάνα κοινότητα, και τις έχει παραδώσει στις εταιρείες και τις επιχειρήσεις προς εκμετάλλευση, με αντάλλαγμα την φθηνή κατανάλωση των παραγόμενων από αυτές προϊόντων και υπηρεσιών. Έχει χάσει δηλαδή την αγάπη για τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Δεν υπερασπίζεται τα κοινά συλλογικά αγαθά, όπως ο καθαρός αέρας, το ποιοτικό νερό, το δάσος, την βιοποικιλότητα κ.λπ., ούτε ενδιαφέρεται για τη διατήρηση ή την επέκταση των κοινωνικών αγαθών, όπως τα δίκτυα ενεργειακού εφοδιασμού, οι δρόμοι, τα λιμάνια ή αεροδρόμια κ.λπ., τα οποία είναι έργα των προηγούμενων και νυν ανθρώπινων κοινοτήτων.
Από αδιαφορία για τα παραπάνω και γενικά από «απο-πατριωτικοποίηση» χαρακτηρίζεται βέβαια μόνο ο κυρίαρχος σημερινός ανθρωπολογικός τύπος. Παράλληλα και ταυτόχρονα με αυτόν όμως υπάρχουν και ανθρωπολογικοί τύποι που δεν έχουν ενστερνισθεί –στον έναν ή στον άλλο βαθμό-τις αξίες και τα κυρίαρχα νοήματα του υπερκαταναλωτικού μοντέλου του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της «κοσμοπολίτικης» πολιτιστικής ταυτότητας που το συνοδεύει. Χαρακτηρίζονται από παλιότερα νοήματα και αξίες προηγούμενων τρόπων παραγωγής και τρόπων ζωής, αλλά και νέων τρόπων που έχουν δημιουργηθεί ήδη ή είναι υπό δημιουργία.
Υπάρχει ο ανθρωπολογικός τύπος που στρέφεται στο παρελθόν και διακατέχεται από τα προϋπάρχοντα εθνικιστικά ιδεώδη και αντιστέκεται στον κοσμοπολιτισμό με επιστροφή στον φυλετικό ή ρομαντικό εθνικισμό. Μην ξεχνάμε ότι εκτός από τους νεοναζιστές υπάρχουν και τα μη διεθνοποιημένα κεφάλαια σε κάθε χώρα που μη μπορώντας να ανταγωνισθούν τα διεθνοποιημένα ζητούν την επιστροφή στο αντίστοιχο εθνικό κράτος με την προστατευμένη εθνική αγορά, σαν ασπίδα. Η ιδεολογία τους δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με τον φασισμό και τον ναζισμό-πράγμα που θα ήταν δύσκολο να επανέλθει στην κοινωνική συνείδηση εκτός από τη συνείδηση μιας μειοψηφίας. Μπορεί να περάσει εύκολα στους «από κάτω» της πατρίδα τους, με το να ντυθεί τον μανδύα του πατριωτικού εθνικισμού και της εθνοκαπηλείας, στηριζόμενη στη ρομαντική αγάπη των «από κάτω» προς την πατρίδα και στην αναβίωση της νοσταλγίας τους για την εθνοκοινότητα.
Υπάρχει όμως και ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος που γεννιέται από τις αντιθέσεις του διεθνοποιημένου καπιταλισμού με την πλανητική φύση και τα πλανητικά ή τοπικά οικοσυστήματα και τους τόπους με τις αντίστοιχες ανθρώπινες κοινότητες, που καταστρέφει χάριν των κερδών. Και επειδή και η επιστροφή στο εθνικό κράτος δεν πρόκειται να σώσει τις φυσικές και πολιτιστικές βάσεις της ζωής των νέων γενιών της κάθε πατρίδας, αφού οι καθαρά εθνικές οικονομικές ελίτ έχουν σαν στόχο –και αυτό το έχουν αποδείξει  στο παρελθόν όταν δεν κυριαρχούσε η υπερεθνική ελίτ, αλλά οι τοπικές ελίτ-την υπερεκμετάλλευση των τοπικών φυσικών και κοινωνικών πόρων της πατρίδας-στους οποίους ανήκει και η εργασία τους-αυτός ο νέος ανθρωπολογικός τύπος κυοφορεί τις αξίες ενός νέου πολιτισμού, μετακαπιταλιστικού, μετααναπτυξιακού, μεταεθνικού. Δημιουργεί ένα νέο αξιακό σύστημα και έναν νέο τρόπο ζωής που θέτει τις βάσεις για μια επιστροφή…προς τα μπρος!  Προς μια τοπική γεωγραφικά ιδιαίτερη πατρίδα (κοινότητα υπαίθρου, πόλη, δήμο, περιφέρεια, επικράτεια) που θα περιέχει και θα εξασφαλίζει την αέναη και βιώσιμη αναπαραγωγή των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων της, ώστε να εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την ευζωία των σημερινών και μελλοντικών γενιών των ανθρώπων της, η οποία ευζωία θα στηρίζεται στην επάρκεια των τοπικών υλικών και άυλων πόρων και των συλλογικών κοινών αγαθών των ανθρωποκοινοτήτων της.              
Η επιστροφή που απαγγέλλεται είναι μια επιστροφή προς τις δύο μάνες, τον φυσικό τόπο και την κοινότητα-πόλη-δήμο, στις οποίες αναφερόμαστε στην αρχή, η οποία δεν θα είναι προς τα πίσω, αλλά… προς τα εμπρός. Οι γιοί και οι κόρες, τα παιδιά και τα εγγόνια της σημερινής γενιάς των ανθρώπων, «θα χρειασθεί, όχι μόνο να παίρνουν από αυτές τις μάνες και να τις εξαντλήσουν, όπως το κάνανε οι μέχρι τώρα γενιές. Θα χρειασθεί να τις φροντίσουν κιόλας, για να μπορούν να υπάρχουν μαζί και στο μέλλον». Και επειδή αυτές οι μάνες όπως είπαμε συνδέονται με την κάθε τοπική πατρίδα, με την κάθε γεωγραφική περιφέρεια που μπορούμε να ονομάσουμε βιοπεριφέρεια[1], δεν σημαίνει ότι τα τέκνα τους, εμείς οι άνθρωποι δηλαδή, θα πρέπει να τις χωρίζουμε με σύνορα.
Προτείνουμε λοιπόν μια επιστροφή στον νέο πατριωτισμό της υπεράσπισης της ιδιαίτερης πατρίδας από τον σφετερισμό των πολυεθνικών και εθνικών εταιρειών[2] και επενδυτών και όχι στον εθνικισμό του φυλετικού-ρομαντικού έθνους της νεοτερικότητας. Της υπεράσπισης της τοπικής κοινότητας της υπαίθρου, της πόλης, της χωρικής ενότητας, στο δρόμο προς την ομοσπονδία Χωρικών Ενοτήτων  για μια Κοινοπολιτεία Δημοκρατικής Αυτονομίας των Βαλκανίων, για παράδειγμα. Προς τα μπρος… για μια νέα Χάρτα του Ρήγα για τα Βαλκάνια και στην συνέχεια για την Ευρώπη. Προς τα μπρος για μια Νέα Οικουμενικότητα- την Παγκόσμια Κοινότητα των Κοινοτήτων-του μετακαπιταλιστικού πολιτισμού, των Κοινών, της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, της Άμεσης Δημοκρατίας και του Κοινοτισμού.
Αυτά τα χαρακτηριστικά θα έχει ο πατριωτισμός από δω και πέρα. Το δείχνουν τα τοπικά κινήματα αντίστασης των «από κάτω» σήμερα. Το δείχνουν στη χώρα μας οι «σκουριασμένες» κοινότητες της Χαλκιδικής(π.χ. Μεγάλης Παναγιάς) ενάντια στην καναδική πολυεθνική Eldorado Gold, η κοινότητα των Σταγιατών με τον αγώνα της για αυτοδιαχείριση και την υπεράσπιση των ελεύθερων νερών(όπως και άλλων κοινοτήτων του Πηλίου), οι πρωτοβουλίες πολιτών στις τοπικές κοινωνίες ενάντια στην καταστροφή των βουνών μας από τις εγκαταστάσεις ΒΑΠΕ των ντόπιων και ξένων εταιρειών, οι πολίτες ενάντια στις εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ήπειρο, η αυτοδιαχειριζόμενη ΒΙΟΜΕ, οι «σποροκοινότητες» των ντόπιων ποικιλιών όπως ο Αιγίλοπας και το Πελίτι κ.λπ.
Βέβαια είναι προφανές ότι οι "νέοι πατριώτες" μαζί με την ιδιαίτερη πατρίδα τους θα χρειασθεί να υπερασπισθούν και την ελληνική επικράτεια ενάντια στη μετατροπή της σε αποικία χρέους από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους διεθνείς "επενδυτές", που μέσω των μνημονίων πρόκειται να σφετερισθούν και τους φυσικούς και κοινωνικούς πόρους κάθε τοπικής κοινότητας και κάθε ιδιαίτερης πατρίδας, κάθε "νέου πατριώτη" Έλληνα.
Υπάρχει λοιπόν-και θα υπάρξει πιο έντονα στο μέλλον- μια επιστροφή σε έναν πατριωτισμό που είναι από τη φύση του διεθνικός και οικουμενικός. Που είναι ένας πραγματικός ανιδιοτελής Πατριωτισμός και ανοίγει την αγκαλιά του σε κάθε άνθρωπο, κάθε πατρίδας, φυλής, χρώματος ή θρησκείας, γιατί οι σημερινοί «από κάτω» δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα από τα «Κοινά» (Commonς) σε αυτό τον πλανήτη. Κοινή πατρίδα όλων μας είναι η Γαία, αυτός ο μικρός μπλε πλανήτης που ταξιδεύει μοναχικά στο διάστημα χωρίς να υπάρχει όμοιός του δίπλα του, για να μετακομίσουμε, όπως ισχυρίζονται οι νέοι δισεκατομυριούχοι τύπου Μασκ[3] ,που ετοιμάζει διαστημικά ταξίδια για τους «σουπερ λίγους» ή κάποιοι άλλοι που πουλάνε «οικόπεδα στον Άρη» για αυτούς που με ευθύνη τους καταστρέφεται η Γη.

 


[1] Η έννοια της βιοπεριφέρειας: Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα. Ένα βασικό κριτήριο για τον γεωγραφικό προσδιορισμό μιας βιοπεριφέρειας είναι οι λεκάνες απορροής των υδάτων, γιατί ο κύκλος του νερού είναι και ο πιο ζωτικός κύκλος για κάθε μορφή ζωής σε μια περιοχή. Έτσι υπάρχουν και βιοπεριφέρειες που σήμερα είναι διασυνοριακές, διχοτομούνται από σύνορα. Τα οικοσυστήματα όμως δεν διαχωρίζονται με σύνορα και οι ανθρώπινες κοινότητες σε αυτές δεν θα έπρεπε, επίσης.

[2] Οι εξουσιαστικές ελίτ-είτε της Τουρκίας, είτε της Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Ισραήλ κ.λπ. -διεκδικούν για παράδειγμα τους υδρογονάνθρακες και από τα βάθη της Μεσογείουκαι επιμένουν στο είδος της ενέργειας που και οι ίδιες στη συμφωνία για το κλίμα του Παρισιού υπόγραψαν ότι θα αφήσουν πίσω τους. Αυτό σημαίνει ότι σταδιακά πρέπει να περάσουμε από την εποχή των υδρογονανθράκων στην εποχή του υδρογόνου και του ήλιου και όχι μόνο να λιγοστέψουμε ως ανθρωπότητα την άντληση από τα υπάρχοντα ήδη κοιτάσματα, αλλά να αφήσουμε εκεί που είναι τα νέα κοιτάσματα, μεταξύ των οποίων και της Μεσογείου, που ερευνούν σήμερα οι πολυεθνικές των υδρογονανθράκων. Και αυτό όχι μόνο από την άποψη της κλιματικής αλλαγής, αλλά και για τον λόγο ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ολοκαυτώματος για ολόκληρη τη Μεσόγειο-που είναι κλειστή θάλασσα και οι συνθήκες είναι ακόμα χειρότερες από τον κόλπο του Μεξικού και επομένως θα είναι μεγαλύτερες οι καταστροφές. Αν γίνει ένα τέτοιο ατύχημα-το βάθος της εξόρυξης θα είναι μεγάλο γιατί στο βάθος της θάλασσας πρέπει να προστεθεί και το μεγάλο βάθος στην υφαλοκρηπίδα όπου βρίσκονται τα κοιτάσματα-θα πρέπει οι πληθυσμοί της Μεσογείου-των ακτών και των νησιών που ασχολούνται κύρια με τον τουρισμό-να υποφέρουν για μεγάλο διάστημα από τις συνέπειες. Και από τις εξορύξεις οι ίδιοι οι λαοί δεν έχουν να ωφεληθούν τίποτα, μόνο οι πολυεθνικές των υδρογονανθράκων με τις συμφωνίες που έχουν κάνει με τις εξουσιαστικές ελίτ των χωρών της Μεσογείου. Για αυτό δεν θα πρέπει να ξεγελασθούν πάλι και να συρθούν -χάριν της εθνικής υπερηφάνειας, βλέπε ιδιαίτερων συμφερόντων των εθνικών οικονομικών ελίτ-ακόμα και σε πόλεμο για κάτι που πρέπει να μείνει εκεί που βρίσκεται και δεν αποτελεί πια "εθνικό πόρο" αλλά ίσως αποδειχθεί "εθνική κατάρα". Ιδιαίτερα οι κάτοικοι των ελληνικών νησιών και της Κύπρου δεν θα πρέπει να αφήσουν να προχωρήσουν σε εξορύξεις όχι μόνο το καθεστώς του Ερντογάν, αλλά και οποιαδήποτε εταιρεία με την οποία θέλουν να συνεργαστούν οι κυβερνήσεις της Κύπρου ή της Ελλάδας!

[3]http://tvxs.gr/news/sci-tech/o-isxyroteros-pyraylos-toy-kosmoy-ethese-se-troxia-ena-aytokinito-binteo

0 Comments

Η παγκοσμιοποίηση της ασθένειας και η επιστροφή στις τοπικοποιημένες κοινωνίες της εγγύτητας, της αποανάπτυξης και της δημοκρατίας.

21/3/2020

0 Comments

 
Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Για πρώτη φορά στην ιστορία, βρισκόμαστε μπροστά σε παγκόσμιες υγειονομικές, οικονομικές και οικολογικές κρίσεις, τις οποίες δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε με τεχνολογικά μέσα.
Η κλιματική καταστροφή ήταν το πιο γνωστό παράδειγμα, μέχρι τώρα. Η υγειονομική κρίση του κορωνοϊού, εδώ και κάποιους μήνες, ήρθε να συμπληρώσει την εικόνα που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος για το ζοφερό μέλλον που ξανοίγεται μπροστά του. Αυτή η εικόνα αμαυρώνεται επίσης από πολλά  άλλα υπαρκτά προβλήματα, όπως  για παράδειγμα: της επερχόμενης διατροφικής κρίσης, της συγκέντρωσης υπερπληθυσμών σε τερατουπόλεις –όπου ο αέρας δεν αναπνέεται-και της προοδευτικής αύξησης της αστικοποίησης της χρήσης γης εις βάρος των δασών και της άγριας ζωής, της εξαφάνισης των ειδών (το 2015 υπήρχαν 77.340 είδη στον κόκκινο κατάλογο των απειλούμενων ζώων, όχι μόνο λόγω της επέκτασης του ανθρώπου στο ζωτικό τους χώρο, αλλά και μέσω του εμπορίου αγρίων ζώων, μέσω του οποίου μεταδίδονται και στον άνθρωπο άγνωστοι μέχρι τώρα στην ανθρώπινη βιολογία μολυσματικοί παράγοντες), της υπερλίπανσης από τη βιομηχανική γεωργία με τις αντίστοιχες χημικές εισροές. Της αύξησης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στις ανθρώπινες κοινότητες κ.λπ.
Η ταχύτατη εξάπλωση της επιδημίας του κορωνοϊού από περιοχή της Κίνας σε όλο τον πλανήτη, μέσα σε δύο-τρεις μήνες, αποτελεί συνέπεια μιας παγκοσμιοποιημένης και αποτοπικοποιημένης πλανητικής καπιταλιστικής κοινωνίας, που μετακινείται όλο και ταχύτερα, που τα οικονομικά και πολιτικά στελέχη της με αεροπορικά ταξίδια γύρω από τη γη, το πρωί ξυπνούν Ν.Υόρκη και αργά το βράδυ κοιμούνται σε ξενοδοχεία στη Σαγκάη, τη Συγκαπούρη ή το Τόκυο.
«Η εξάπλωση του ιού γίνεται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: από άνθρωπο σε άνθρωπο, συνδεδεμένων με ανθρωποδίκτυα στα πλαίσια των παγκοσμιοποιημένων οικονομικών και κοινωνικών δικτύων. Όπως όλα τα πλανητικά δίκτυα, έτσι και τα ανθρωποδίκτυα είναι τόσο πολύπλοκα συστήματα που λειτουργούν χαοτικά (με την μαθηματική έννοια του όρου).»
Σε αυτόν τον κόσμο του πλανητικού χωριού, η επιδημία του κορωνοϊού διαδόθηκε αστραπιαία σε όλο τον πλανήτη, με δραματικές συνέπειες για τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων -ίσως και εκατομμυρίων ανθρώπων- καθώς και για την καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων, όπως επίσης για τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Παρόλο που βρίσκεται ακόμα στην αρχή της, οδήγησε ήδη σε κατάρρευση των χρηματιστηρίων-ανάλογης του 2008-επέφερε το κλείσιμο εκατομμυρίων επιχειρήσεων, μικρών και μεγάλων, την απόλυση- έστω προσωρινά- εκατοντάδων εκατομμυρίων εργαζομένων σε παγκόσμια κλίμακα, και να συνέτριψε μέσα σε λίγες βδομάδες βαθιά ριζωμένες συνήθειες και μοντέρνους τρόπους ζωής και κατανάλωσης.
Οι παλιές παγκόσμιες πανδημίες, ασύγκριτα πιο φονικές λόγω της έλλειψης μέτρων πρόληψης και υποβαθμισμένων- ή μη ύπαρξης- συστημάτων υγείας, χρειάζονταν μεγάλο χρονικό διάστημα- ολόκληρα χρόνια - για να μεταδοθούν σε όλο τον πλανήτη. Στην πραγματικότητα δεν μεταδόθηκαν ποτέ κυριολεκτικά σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, ούτε καν σε όλες τις περιοχές  εσωτερικά των χωρών που είχαν πληγεί. Τότε οι πληθυσμοί ήταν κατά 80% ή 90% αγροτικοί και στον έναν ή στον άλλο βαθμό απομονωμένοι.
Προφανώς, κάποιες χώρες που είναι λιγότερο εξαρτημένες από το παγκοσμιοποιημένο παραγωγοκαταναλωτικό καπιταλιστικό μοντέλο τους, μάλλον θα πληγούν λιγότερο στο τέλος. Να υπενθυμίσουμε πως- π.χ. το 2018- οι συνολικές εξωτερικές ανταλλαγές εμπορευμάτων και υπηρεσιών σε τρέχουσες τιμές, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, αντιπροσώπευαν στις μεν ΗΠΑ το 27,5% του AEΠ, στην δε Κίνα το 38,2%. Αντίστοιχα, στη Γερμανία το 88,7% του ΑΕΠ και στην Ελλάδα το 72,5%.
Παρότι πιστεύεται ευρέως ότι στη χώρα έχουμε χαμηλό βαθμό διεθνοποίησης της ελληνικής οικονομίας, στην πραγματικότητα υπάρχει απλά χαμηλό ποσοστό εξαγωγής εμπορευμάτων και μάλλον υψηλό βαθμό διεθνοποίησης μέσω του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών, ιδίως των τουριστικών(το 2018, οι «εξαγωγές» υπηρεσιών της Ελλάδας ήταν 43.034 εκ. δολ. και ξεπερνούσαν τις εξαγωγές εμπορευμάτων που ήταν 39.478 εκ. δολ.).
Γενικότερα, οι συνέπειες της πανδημίας θα είναι μεγαλύτερες για χώρες η οικονομία τους στηρίζεται στις υπηρεσίες και τον τριτογενή τομέα. Έτσι στη Γερμανία, που είναι βασικά εξαγωγική χώρα, επικρατούν-το 2018- οι εξαγωγές εμπορευμάτων (1.560.648 εκατ. δολ.), σχεδόν πενταπλάσιες των υπηρεσιών (325.621 εκατ. δολ.). Στην Ιταλία-με μεγάλο αριθμό ξένων τουριστών- την ίδια χρονιά είχαμε 500.795 εκ. δολ. εξαγωγές εμπορευμάτων και μόλις 120.811 εκ. δολ. «εξαγωγές» υπηρεσιών. H ηγέτιδα του παγκόσμιου τουρισμού Ισπανία, είχε 388.044 εκ. δολ. εξαγωγές εμπορευμάτων και 149.032 εκ. δολ. «εξαγωγές υπηρεσιών». Από την άλλη, η ανταγωνίστριά μας στο τουρισμό Τουρκία, την ίδια χρονιά, είχε 167.921 εκ. δολ. εξαγωγές εμπορευμάτων και 48.095 εκ. δολ. υπηρεσιών (υπερτετραπλάσιες εξαγωγές εμπορευμάτων από την Ελλάδα και παραπλήσιες «εξαγωγές» υπηρεσιών).
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι υπάρχει μεγαλύτερη κατάρρευση του ελληνικού  χρηματιστηρίου από εκείνη χωρών με πολύ περισσότερα κρούσματα.( «Απώλειες σχεδόν 50% μέσα σε δύο μήνες στο Χρηματιστήριο»: Capital.gr 16/3/20). Αυτή η κατάρρευση είναι αποτέλεσμα όχι μόνο εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης, αλλά και λόγω του εύθραστου της ελληνικής οικονομίας, που στηρίζεται αποκλειστικά στον διεθνή υπερτουρισμό, στο διαμετακομιστικό εμπόριο και τις μεταφορές. Επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά-μέσα σε δέκα χρόνια- το πόσο αδιέξοδο είναι το κυρίαρχο μοντέλο στη χώρα μας. Η «ανάπτυξη» που ματαίως προσδοκά η κυβέρνηση δεν θα έλθει από καζίνο και ξενοδοχεία, ούτε από μεγάλες ξένες επενδύσεις, διότι η διεθνής θέση της χώρας είναι επισφαλής, όχι μόνο στον παγκόσμιο οικονομικό καταμερισμό, αλλά και στη βάση των γεωπολιτικών εξελίξεων στην περιοχή-επιθετική πολιτική της Τουρκίας, μετατροπή της χώρας σε μεθόρια ανάσχεση των μεταναστευτικών ροών προς το «φρούριο Ευρώπη».
 Η έλλειψη λοιπόν μιας ενδογενούς παραγωγικής βάσης καθιστά την οικονομία και την ελληνική κοινωνία, εξαιρετικά ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις, στις οποίες αναφερθήκαμε στην αρχή. Το μοντέλο της παρασιτικής ενσωμάτωσης στη διεθνή οικονομία, που οδήγησε στον υπέρμετρο δανεισμό και την αποκλειστική σχεδόν στήριξη στον τουρισμό, είναι ένα μοντέλο αντιπαραγωγικό και πρέπει να αντικατασταθεί από ένα «αποαναπτυξιακό» μοντέλο ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης. Και για να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο θα χρειασθεί η ελληνική κοινωνία να μάθει από τα παθήματα και να κάνει χρήση του «παιδαγωγικού χαρακτήρα των καταστροφών», για να αποφασίσει να επανα-εδαφικοποιηθεί.
Οι σημερινές κρίσεις –που είναι έκφραση της παγκόσμιας συνολικής συστημικής κρίσης- μπορεί να είναι η ευκαιρία για να διαψευστούν όσοι ονειρεύονται μια κοινωνία της αφθονίας . Καθώς δεν είναι πια δυνατό να αυξήσουμε την πίτα, το ζήτημα της δίκαιης διανομής των υπαρχόντων πόρων, που αναβάλλεται διαρκώς, γίνεται τώρα περισσότερο από ποτέ αναπόφευκτο. Θα χρειασθεί να επιδιώξουμε την «αποανάπτυξη» των κοινωνικών ανισοτήτων, αφού αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση για την αποδοχή των άλλων «αποαναπτύξεων». Όχι μόνο από έγνοια για την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και για να χτυπήσουμε τη σύγχρονη λογική της μίμησης του τρόπου ζωής των ευκατάστατων τάξεων από τις μεσαίες τάξεις, αφού αυτός ο μικροαστικός τρόπος ζωής είναι απλά αδύνατον να γενικευτεί. Δε θα μπορούσαμε να ζούμε όλοι αύριο όπως οι πλούσιοι, χρειάζεται να ξαναμάθουμε να μοιραζόμαστε. Ο πλανήτης δε μπορεί, για παράδειγμα, να αντέξει τρία δισεκατομμύρια ΙΧήδες, χρειάζεται να εγκαταλείψουμε τον πολιτισμό του αυτοκινήτου και να αναπτύξουμε κοινόχρηστες -αστικές και μη αστικές- μετακινήσεις σχεδόν δωρεάν.
Θα χρειασθεί να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης, να απο-αποικιοποιήσουμε το καταναλωτικό μας φαντασιακό. Το «όλο και περισσότερα, όλο γρηγορότερα, όλο πιο μακριά» δεν είναι η λύση ούτε στο πλαίσιο του καπιταλισμού, ούτε του σοσιαλισμού, ούτε του μοντέλου της «πράσινης ανάπτυξης». Θα χρειασθεί πρώτα να υιοθετήσουμε την εθελούσια απλότητα, η οποία συνίσταται στο να ζούμε τηρώντας τις ξαναδημιουργημένες αξίες μας. Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής, της αλλοτρίωσης, είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε και είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε άλλα νοήματα, άλλες σημασίες και άλλα προτάγματα στη ζωή μας με τα οποία θα αξίζει να ζει κανείς σήμερα και όχι περιμένοντας την έφοδο στα «χειμερινά ανάκτορα».
Το αξιακό σύστημα της «αποανάπτυξης» για μια αξιοβίωτη ζωή(«ευζωία» ), περιέχει μια σειρά όρους που- για να τους φέρνουμε εύκολα στη μνήμη μας- τους κωδικοποιήσαμε ώστε να αρχίζουν όλοι από το γράμμα Ε:
1.Επιβράδυνση στον χρόνο:  Όχι όλο και πιο γρήγορα και επιφανειακά, αλλά πιο αργά και σε βάθος!
2.Εγγύτητα στον χώρο: Όχι όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο μακριά και παγκοσμιοποιημένα, αλλά πιο μικρά, πιο κοντά και τοπικά!
3.Επάρκεια στην ιδιοκτησία, στα μέσα και τους πόρους διαβίωσης: Όχι όλο και περισσότερα, αλλά ποιότητα, επάρκεια, τα λιγότερα είναι συνήθως αρκετά! Όχι μιας χρήσης και με ημερομηνία λήξης, αλλά καλύτερα και πιο γερά! Όχι απρόσωπα και ομογενοποιημένα, αλλά πιο όμορφα και προσωπικά !
4.Ενσυναίσθηση στις διανθρώπινες σχέσεις και στις σχέσεις με τις άλλες μορφές ζωής: Όχι εμπορευματοποίηση και ωφελιμισμός, αλλά αναγνώριση της διαφορετικότητας και συμπάθεια-αλληλοστήριξη!
5.Επαναοικειοποίηση τόπων, Κοινών συλλογικών αγαθών και χρόνου: Όχι καταστροφή τόπων και Κοινών με «ανάπτυξή» τους και αύξηση του εργάσιμου χρόνου, αλλά αποκατάσταση, επανάκτηση, υποστήριξή τους και αύξηση του ελεύθερου προσωπικού χρόνου για αυτοπραγμάτωση-αυτοανάπτυξη!
6.Ευρύτητα στη γνώση και τις δεξιότητες: Όχι εξειδίκευση και προώθηση του μονοδιάστατου οικονομικού ατόμου, αλλά ολιστική πολύπλευρη γνώση και ολοκληρωμένα πρόσωπα!
7.Επανανοηματοδότηση στη συνείδηση και τη ζωή: Όχι όλο και πιο ανταγωνιστικά, αλλά συνεργατικά και αλληλέγγυα! όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του!
Θα χρειασθεί να περάσουμε: από τον καταναλωτή βιοτικών, χρηστικών, ιδεοπολιτικών  αξιών στον ταυτόχρονο παραγωγό τους, στον παραγωγοαναλωτή τους. Από τον ανασφαλή και κατεχόμενο από τον φόβο της απώλειας και του θανάτου άνθρωπο, στη φιλοσοφημένη, προσγειωμένη προσωπικότητα, που αποδέχεται ότι δεν γεννήθηκε σε αυτόν τον κόσμο μόνο για να καταναλώνει, αλλά για να ζήσει βιώνοντας τον πεπερασμένο χρόνο του όσο γίνεται πιο ποιοτικά, βελτιώνοντας τον εαυτό και τους άλλους γύρω του.
Ειδικότερα για τη χώρα μας: για να ξεφύγει από τη μέγγενη των μνημονίων, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της, θα χρειασθεί να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα και από μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση.
Πρώτα όμως θα χρειασθεί:


  • Να αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης.
  • Να αρνηθούμε να συμμορφωθούμε με τα μέτρα που προώθησαν και θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, ώστε να εξαναγκασθούν να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού. Καθώς επίσης να αρνηθούμε και τις διεθνείς και διατλαντικές συμφωνίες τύπου ΤΤΙΡ, CETA κ.λπ., που αποτελούν στην ουσία παγκόσμια μνημόνια.
  • Να αρνηθούμε την προτεινόμενη από την ευρωπαϊκή ελίτ «διάσωση» της Ελλάδας, που στην ουσία είναι διάσωση του χρεοκοπημένου τραπεζικού της συστήματος με διοχέτευση των ευρωπαϊκών πόρων προς την κατεύθυνση της ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότητσης.
  • Να ανασυγκροτήσουμε την Τοπική Αυτοδιοίκηση (Τ.Α) με εθελούσια μετακίνηση προσωπικού από γραφειοκρατικές δομές, σε υποδομές κοινωνικής-περιβαλλοντικής προστασίας για ενίσχυση του κλάδου της Συνεργατικής Οικονομίας των Αναγκών (Σ.Ο.Α). Θα είναι απαραίτητο φυσικά οι υπερτροφικοί καλλικρατικοί θεσμοί της σημερινής Τ.Α. να αλλάξουν και να υπάρξει επανασύσταση των χωρικών κοινοτήτων ως αυτοδιοικητικών μονάδων, επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων (που συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις γειτονιές που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους) και των διοικητικών περιφερειών σαν ομοσπονδίες δήμων.
Η συλλογική –κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μπορεί να κάνει εφικτή τη συγκρότηση ενός παραγωγικού και ενεργειακού τομέα ποιοτικής ικανοποίησης των τοπικών αναγκών και μάλιστα να εκμεταλλευτεί τις ρωγμές και τα κενά του «μαζικού» βιομηχανικού μοντέλου, προωθώντας ποιοτικά προϊόντα ονομασίας προέλευσης στις ειδικές διεθνείς ποιοτικές αγορές.
Εφαλτήρας για την διέξοδο μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας και στη συνέχεια ο μεταποιητικός ένδυσης- υπόδησης, ο ενεργειακός και ο ήπιος ποιοτικός τουρισμός να την συμπληρώσουν. Είναι μια εναλλακτική στη σημερινή κυρίαρχη κατεύθυνση, που δεν χρειάζονται κεφάλαια, ξένες επενδύσεις, χωροταξικά σχέδια, υπερτοπικές συγκεντρώσεις, μεγαλεπήβολα και εξουθενωτικά μεγέθη και ρυθμούς.
Το πρώτο βήμα:
Ένας κρίσιμος αριθμός  ανθρώπων-μετά το πέρασμα της σημερινής υγειονομικής κρίσης- που έχουν διατηρήσει τα χαρακτηριστικά ολόπλευρων-προσώπων και έχουν απορρίψει τα επίκτητα του «μαζικού» ανθρώπου-καταναλωτή, θα χρειασθεί να γίνουν «σχολή» δια του παραδείγματος. Οι επιλογές τους ,κάθε φορά, θα χρειασθεί να συναντηθούν με τις ανάγκες μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων, για να μπουν σε εφαρμογή κοινωνικοί πειραματισμοί αποδεκτοί από κοινωνικές πλειοψηφίες.
Σε κάθε τόπο και περιφέρεια, τα αξιόλογα  αυτά πρόσωπα να επωμισθούν το καθήκον της διαμόρφωσης του σχεδίου της παραγωγικής ανασυγκρότησης, δημιουργώντας πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση Συμβουλίων Παραγωγικής Ανασυγκρότησης(ΣΠΑ). Οι πρωτοβουλίες αυτές διαβουλεύονται και θέτουν ως στόχο τη διαμόρφωση «από τα κάτω» ενός τοπικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, με βάση την περιφέρεια. Για αυτόν τον σκοπό καλούν για διαβούλευση τους ενδιαφερόμενους πολίτες σε συνελεύσεις γειτονιών- κοινοτικών διαμερισμάτων- αγροτικών κοινοτήτων, σε συνελεύσεις ενδιαφερόμενων επαγγελματιών και εργαζομένων στους διάφορους χώρους εργασίας και εκπαίδευσης, σε συνελεύσεις συλλόγων επιστημόνων και κοινοτήτων ενδιαφερόντων κ.λπ. Από αυτές τις συνελεύσεις εκλέγονται ανακλητοί εκπρόσωποι στα ΣΠΑ.

Τα επόμενα βήματα:
Σε μια τέτοια κατεύθυνση επόμενα βήματα θα μπορούσαν να ήταν κάποια σαν τα παρακάτω:


  • Η Τ.Α. πιέζεται από το κίνημα αυτό των συμβουλίων να θέσει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή"). Να δημιουργήσει χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποίησης γεωργικών προϊόντων κ.λπ.), χώρους απασχόλησης παιδιών, ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι», γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ. Να οργανώσει γραφεία-συνεργεία από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους-μηχανικούς-υδραυλικούς-μονωτές-ηλεκτρολόγους κ.ο.κ., για κατα-ανα-σκευή κτιρίων σε βιοκλιματικά και αυτάρκη ενεργειακά, συνεργεία  για τη δημιουργία «πράσινων» και «ηλιακών στεγών». Σε αυτή την πολιτική μπορεί να κερδηθεί η ΤΑ, γιατί πέρα από την εξοικονόμιση ενέργειας που θα πετύχαινε, θα δημιουργούσε πελώριο αριθμό νέων θέσεων εργασίας και απασχόλησης σε όλες τις κοινότητες και τους δήμους της χώρας. Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
  • Οργάνωση χώρων κομποστοποίησης των οργανικών αποβλήτων από τους δήμους για παραγωγή οργανικών λιπασμάτων. Στήριξη συνεταιρισμών ή συνεργατικών που μπορεί να αναλάβουν το ίδιο για τις περιοχές τους. Εφαρμογή μιας στρατηγικής μείωσης και εκμηδενισμού των απορριμμάτων, που θα δημιουργούσε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, από συλλέκτες-διαλογείς απορριμμάτων για επανάχρηση, έως επιστήμονες που θα πρωτοπορούσαν στην εφεύρεση κι εφαρμογή νέων υλικών και μεθόδων.
  • Απαραίτητο να δημιουργηθεί η κουλτούρα της επισκευής-επιδιόρθωσης. Η επαναχρησιμοποίηση αντικειμένων μέσω επιδιόρθωσης είναι πιο βιώσιμος δρόμος από ότι η ανακύκλωση για επανάκτηση υλικών χρήσης που προτάσσεται σήμερα(όπου και αν γίνεται ανακύκλωση). Οι δήμοι και οι κοινότητες –γενικά η ΤΑ-μπορεί να βοηθήσει πολύ προς αυτή την κατεύθυνση με το να προσφέρουν κοινόχρηστους χώρους και υπηρεσίες στις αντίστοιχες πρωτοβουλίες πολιτών.
  •  Εκπαίδευση χιλιάδων νέων ανθρώπων, στα σχολεία και τις σχολές, στην κηπουρική και την «φωτισμένη» οικο-γεωργία, με σκοπό να παραγάγουν σε τοπικό επίπεδο όλο και περισσότερα τρόφιμα, για τον εαυτό τους και για διάθεση στην τοπική αγορά, θα δημιουργούσε επίσης νέες θέσεις εργασίας. Με τη μετατροπή της κάθε περιφέρειας σε ζώνη οικο-βιο-γεωργίας και ζώνη ελεύθερη από μεταλλαγμένα, θα εξασφαλίζονταν ποιοτικά προϊόντα που θα έχουν και συγκριτικό πλεονέκτημα για εξαγωγές. Κάθε δήμος να συστήσει Κέντρο Υποστήριξης της Βιολογικής, Φυσικής και Παραδοσιακής παραγωγής. Κάθε Πανεπιστήμιο και ΤΕΙ να συστήσει τμήμα «έξυπνης και φωτισμένης» Γεωργίας.
  •  Αποκατάσταση στη διατροφή μας του μεσογειακού διατροφικού μοντέλου με μείωση της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων. Στροφή στον Οικοτουρισμό(αποκατάσταση ορεινών διαδρομών, καλντεριμιών, γραφικών οικισμών κ.λπ, καθώς και τοπικά ποιοτικά προϊόντα στα σιτηρέσια των ξενοδοχείων και ξενώνων)  και τον αγροτουρισμό (πολυλειτουργικοί γεωργοί, ταυτόχρονα ξενοδόχοι, μάγειροι, κ.λ.π).
  • Δημιουργία νέων (ή μετατροπή των παλιών) τοπικών βιομηχανικών οικοσυστημάτων(απόβλητα μονάδων, επεξεργάσιμη ύλη για άλλες), μεταποίηση των γεωργικών σε προϊόντα διατροφής και ένδυσης (π.χ. ανασύσταση υφαντουργείων, βιομηχανιών ζάχαρης, συνεργατικά αρτοποιεία παντού, οικολογικά ελαιοτριβεία άθερμης έκθλιψης κ.λπ). Βιοτεχνίες υπόδησης, επεξεργασίας ξύλου χωρίς τοξικά υλικά, φυσικών απορρυπαντικών και ελαιοσαπουνιών, σιδηρουργεία, εργαστήρια κατασκευής μικρών ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών νέας τεχνολογίας, ποδηλάτων και ηλεκτρικών αυτοκινήτων κ.λπ.   
  • Ενίσχυση της εσωτερικής μετανάστευσης με συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης, απαιτώντας τη στήριξή της από κεντρικούς ή τοπικούς πόρους(π.χ. για νέους ακτήμονες αγρότες διάθεση δημόσιας ή δημοτικής και εκκλησιαστικής γης). Αστικές και περιαστικές καλλιέργειες για παραγωγή μέρους τουλάχιστον της τροφής του πληθυσμού των πόλεων. Δημοτικοί και κοινωνικοί λαχανόκηποι για καλλιεργητές του ελεύθερου χρόνου.
  •  Επιδίωξη ενεργειακής αυτοδυναμίας μέσω ενεργειακού εφοδιασμού από δημοτικές-διαδημοτικές επιχειρήσεις, που παράγουν ηλεκ. ενέργεια από ΗΜΕ(Ήπιες Μορφές Ενέργειας), κατέχουν τα τοπικά δίκτυα μεσαίας και χαμηλής τάσης και διαχειρίζονται τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές της περιοχή τους. Και όλα αυτά να συνδέονται με καμπάνιες, έρευνες και εφαρμογές σε τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας. Δημιουργία συνεταιρισμών και συνεργατικών για την παραγωγή ενέργειας από μικρές εγκαταστάσεις ΗΜΕ και διάθεσή της στα τοπικά δημοτικά δίκτυα, καθώς και για εγκαταστάσεις φ/β συστημάτων στις στέγες και ταράτσες των σπιτιών, στις στέγες των αγροτικών υπόστεγων και αποθηκών, σε μη παραγωγική γη, όπου μπορούν να εγκαθιστούν και μικρές ανεμογεννήτριες, τις οποίες θα κατασκευάζουν οι ίδιοι οι ενεργειακοί συνεταιρισμοί, χωρίς να τις εισάγουν.
  • Αποεμπορευματοποίηση-αποκαπιταλιστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων στηριζόμενοι στα κοινωνικά-συλλογικά αγαθά. Εδώ εκτός από την ενέργεια και το νερό, ανήκουν για παράδειγμα: πάρκα, παιδικές χαρές, βιβλιοθήκες, δημοτικές πισίνες και λουτρά, ζωολογικοί κήποι, μουσεία ή θέατρα. Είναι δημόσιοι χώροι και δομές, που κατά κανόνα χρηματοδοτούνται από τα «δημόσια χέρια». Όπου λοιπόν πρωτοβουλίες πολιτών ή μη κερδοσκοπικές οργανώσεις και συνεργατικές ομάδες, αναλαμβάνουν τη λειτουργία αυτών των κοινών χώρων και εξοπλισμών, θα πρέπει να υποστηριχθούν παραδειγματικά από την τοπική πολιτική στην Αυτοδιοίκηση.
Όταν τα ΣΠΑ καταφέρουν να υλοποιήσουν τη διαδικασία διαμόρφωσης του σχεδίου- προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης-πράγμα που σημαίνει ότι θα έχουν εμπλακεί μεγάλος αριθμός πολιτών σε αυτή τη διαδικασία- τότε σύστημα των Συμβουλίων θα μπορεί να επεκταθεί σιγά σιγά σε όλους τους επιμέρους τομείς της καθημερινότητας των πολιτών. Θα χρειασθεί να γίνουν συμβούλια για κάθε τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας στους δήμους και τις περιφέρειες, με πρώτο φυσικά το Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα και στη συνέχεια το Συμβούλιο Υγείας, παιδείας-εκπαίδευσης, δικαιοσύνης, βιοτεχνικής- βιομηχανικής παραγωγής, ενεργειακού εφοδιασμού, περιβάλλοντος και οικολογικής ισορροπίας, αυτοάμυνας κ.λπ.

Το σύστημα όλων αυτών των συμβουλίων μπορεί να αποτελέσει και τη βάση και το πρόπλασμα για τη μετάβαση προς τοπικοκοποιημένες αποαναπτυξιακές κοινωνίες άμεσης δημοκρατίας και ισοκατανομής πόρων και εξουσίας. Αυτές με τη σειρά τους μπορεί να αποτελέσουν τα επι μέρους βήματα για τη μετάβαση προς την παγκόσμια Κοινότητα των Κοινοτήτων  

0 Comments

Για τη «Μετα-Ροζάβα»

8/3/2020

0 Comments

 
Με το μεγάλο κοινωνικοπολιτικό πείραμα της Ροζάβα στη Συρία τα τελευταία χρόνια, έχουμε ασχοληθεί από την αρχή και επισταμένα σε αυτή την ιστοσελίδα. Ήταν για μας ένα παράδειγμα εφαρμογής του οράματος μιας αμεσοδημοκρατικής –κοινοτικής-οικολογικής-αποαναπτυξιακής- ισότητας φύλων κοινωνίας, στις δύσκολες συνθήκες εμφυλίου και γεωπολιτικού πολέμου, καθώς και οικονομικού εμπάργκο από όλες τις πλευρές που αναμειγνύονται ακόμα στην περιοχή. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις και τις επιθέσεις κυρίως της Τουρκίας στα μεθόρια και την κατοχή της στο καντόνι του Αφρίν, επικρατεί η εντύπωση ότι το εγχείρημα της Δημοκρατικής Αυτονομίας «πνέει τα λοίσθια». Παρακάτω, μέσα από μια ιστορική αναδρομή των όσων διαδραματίσθηκαν στη Ροζάβα τα τελευταία χρόνια, θα προσπαθήσουμε να διαυγάσουμε τις δυνατότητες για ένα ευτοπικό, εφικτό και επιθυμητό μέλλον, όχι μόνο για τη Ροζάβα, αλλά για όλη τη Συρία και τη Μέση Ανατολή.    
  1. Από τις YPG, YPJ και MGRK στις SDF και SDC
Το 2012, και ενώ ο εμφύλιος είχε φουντώσει στη Συρία, στο Kobanî ξεκίνησε η επανάσταση στη περιοχή της Rojava. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας του Λαϊκού Συμβουλίου του δυτικού Κουρδιστάν (MGRK) ο πληθυσμός έδιωξε το καθεστώς Μπάαθ, σε μεγάλο βαθμό αναίμακτα. Ενώ η υπόλοιπη Συρία βυθιζόταν σε εμφύλιο πόλεμο, η Rojava πρότεινε έναν τρίτο δρόμο πέρα από το καθεστώς Μπάαθ και την Συριακή Αντιπολίτευση που υποστηρίχθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τη Δύση, τη Τουρκία και τα κράτη του Κόλπου. Έτσι, το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα βρέθηκε αντιμέτωπο με την πρόκληση της οικοδόμησης στη Μέση Ανατολή ενός μοναδικού πολιτικοκοινωνικού εγχειρήματος,  της «Δημοκρατικής Αυτονομίας». Από τότε, ο πληθυσμός  αυτοοργανώθηκε σε ένα σύστημα Κοινοτήτων και Συμβουλίων και το κράτος αποδείχθηκε περιττό, εν αποκηρύχθηκαν όλες οι μορφές εθνικισμού. Η οικοδόμηση της «Δημοκρατικής Αυτονομίας» περιφρουρήθηκε από τις Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) μαζί με το γυναικείο σώμα τους (YPJ) που ανέλαβαν τον έλεγχο της περιοχής. Ένα χρόνο αργότερα, το 2013, κηρύσσεται η αυτονομία της περιοχής και προχωρά η διοικητική διαίρεσή της σε τρία καντόνια που δεν επικοινωνούν γεωγραφικά μεταξύ τους, του Τζαζίρα, του Κομπάνι και του Αφρίν, από τ' ανατολικά προς τα δυτικά. Η διακήρυξη Δημοκρατικής Αυτονομίας σηματοδότησε ένα πολιτικό και κοινωνικό πείραμα, μια σιωπηλή κοινωνική επανάσταση πρωτοφανή για τη Μέση Ανατολή, καθώς στο πολιτικό επίπεδο υιοθετούνται οι αρχές της άμεσης δημοκρατίας, της ισότητας των φύλων και της οικολογίας.
Μέχρι το 2015 το ριζοσπαστικό αυτό πολικοκοινωνικό πείραμα στη Ροζάβα είχε αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου, παρά τις αντίξοες συνθήκες στις οποίες λάμβανε χώρα. Πολλά κινήματα –Κοινοτισμού και Κοινών, Αποανάπτυξης , Άμεσης Δημοκρατίας, Οικολογίας κ.λπ.-σε ολόκληρο τον κόσμο παρατηρούσαν τη Δημοκρατική Αυτονομία να εξελίσσεται ως μια ριζικά δημοκρατική πολιτική εναλλακτική λύση στη Μέση Ανατολή. Οι θρυλικές Μονάδες YPG και YPJ είχαν αποκρούσει τις δυνάμεις του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στο Kobanî και αυτό κυρίως το γεγονός έβαλε τη Ροζάβα στο κέντρο του ενδιαφέροντος του διεθνούς αντιαυταρχικού –αντιεξουσιαστικού- αποαναπτυξιακού κινήματος . Οι διεθνιστές εθελοντές ταξίδευαν στην περιοχή για να βοηθήσουν στα οικολογικά εγχειρήματα και να ενταχθούν στον κλιμακωτό πόλεμο κατά του ISIS. Η Ροζάβα δεν ήταν ουτοπία, αλλά ένα κοινωνικοπολιτικό πείραμα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
Μετά και την απώθηση του ISIS- προς το τέλος του 2015- από ολόκληρη την περιοχή, με τη βοήθεια βέβαια και της αεροπορικής υποστήριξης του διεθνούς συνασπισμού κατά του ISIS, υπήρξε μετασχηματισμός των YPG στις λεγόμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) και της πολιτικής πτέρυγάς τους, δηλαδή το Συριακό Δημοκρατικό Συμβούλιο (SDC)- με τη στήριξη και τον στρατιωτικό εφοδιασμό των ΗΠΑ. Αυτό προανάγγειλε την αρχή μιας νέας εποχής, η οποία κορυφώθηκε με την εξάρθρωση του ISIS από το τελευταίο προμαχώνα του στο Bāghūz στις αρχές του 2019. Όμως τότε η Τουρκία και οι πληρεξούσιοί της Τζιχαντιστές εισέβαλαν στο Afrin. Οι τοπικές δυνάμεις YPG δεν ήταν μέρος της συμφωνίας ΗΠΑ-SDF και δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν την περιοχή από μόνες τους, ενάντια στον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ.
Κατά τη διάρκεια της άμυνας στο Afrin, τα λαϊκά εγχειρήματα των οικολογικών και των γυναικείων κινημάτων μεταφέρθηκαν σε άλλες περιοχές της Rojava, αλλά η λήψη πολιτικών και στρατηγικών αποφάσεων της Επανάστασης μετατοπίσθηκε -όλο και πιο συγκεντρωτικά- στο πλαίσιο των SDF και σύμφωνα με τις προτεραιότητες της συνεργασίας τους με τις ΗΠΑ. Υπήρξε επανασχεδίαση και επαναξιολόγηση των στόχων και πρακτικών της Δημοκρατικής Αυτονομίας υπό το πρίσμα της διεξαγωγής του πολέμου κατά του ISIS. Αυτή η μετατόπιση της εξουσίας από το πολυεπίπεδο  Συμβουλιακό Σύστημα του Λαού προς το στρατιωτικό βραχίονα των SDF, συνέπεσε με την αναπαραγωγή των κρατικών θεσμών στο εσωτερικό της αυτοδιοικούμενης Rojava, προκειμένου να ανταποκριθεί στις υλικοτεχνικές απαιτήσεις μιας ιστορικής στρατιωτικής εκστρατείας που καμία άλλη γεωπολιτική δύναμη στην περιοχή δεν είχε τη θέληση να εκτελέσει επί εδάφους.
Με την επίθεση της Τουρκίας στην Rojava τον Οκτώβριο του 2019, οι SDF έπρεπε να αντιμετωπίσουν το δίλημμα της ίδιας της θεσμικής τους επιβίωσης από τη μια, και της κύριας αποστολής τους που ήταν η υπεράσπιση των αρχικών θυλάκων της επανάστασης κατά μήκος των συνόρων Συρίας-Τουρκίας, από την άλλη. Οι Αμερικανοί είχαν εκμεταλλευτεί από τη μια τις τουρκικές φοβίες για το πείραμα της Ροζάβα, και από την άλλη τις δυνάμεις και τις αδυναμίες των SDF ως εμπροσθοφυλακή της Δημοκρατικής Αυτονομίας, για να τις αναγκάσουν σε αυτή τη διπλή δέσμευση, όλη την προηγούμενη περίοδο. Οι εξελίξεις όμως μετά την επίθεση της Τουρκίας ανάγκασε τις SDF να επιλέξουν μάλλον την επιβίωσή τους και δευτερευόντως την προστασία των κουρδικών εδαφών, θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον της Δημοκρατικής Αυτονομίας.

2. Το πισωγύρισμα: από τη Δημοκρατική Αυτονομία των Συνελεύσεων και Συμβουλίων, στη στρατιωτικοποίηση κοινωνίας και οικονομίας

Ο σχηματισμός των SDF ήταν εν μέρει απάντηση στο ρόλο που έπαιξε η Τουρκία στη γιγάντωση του ISIS ως πληρεξούσιού της για την εξάλειψη των Κούρδικων πληθυσμών στο βόρειο Ιράκ και τη Συρία. Μέχρι τότε, οι ΗΠΑ είχαν χρηματοδοτήσει μια αναποτελεσματική και αντικουρδική συριακή αντιπολίτευση. Αφού οι Ρώσοι μπήκαν στον συριακό εμφύλιο πόλεμο το 2016, οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν πλέον να επιμένουν στη χαμένη πλευρά του εμφυλίου. Το σχέδιο των SDF ήταν να εξαλείψουν το ISIS στο σύνολό του, προκειμένου να εξουδετερώσουν τις τουρκικές προσπάθειες να χρησιμοποιήσουν το Ισλαμικό Κράτος ως αντικουρδικό πληρεξούσιο στην περιοχή. Εάν η Τουρκία επρόκειτο να επιτεθεί στη Rojava από το Βορρά και το ISIS από το νότο, οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές. Το ISIS έλεγχε τη πλούσια σε πετρέλαιο επαρχία Deir EZ-Ζορ, στην Ανατολική Συρία, και με το εμπόριο του πετρελαίου της χρηματοδοτούσε τις στρατιωτικές του μονάδες στο Ιράκ και τη Συρία.
Αλλά οι ανάγκες αυτής της επίθεσης-όπως προαναφέρθηκε- απαίτησαν παραπέρα στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας και της οικονομίας, και την συγκεντρωποίηση και εδραίωση της λήψη στρατηγικών αποφάσεων σε στρατιωτικά όργανα που συνδέονται με τις ΗΠΑ, δηλαδή τις SDF. Το νέο αυτό καθεστώς ανέβασε μεν το επίπεδο ασφαλείας που παρείχαν οι YPG- σαν πλειοψηφική κουρδική ραχοκοκαλιά των SDF- όμως η Τουρκία εξακολουθεί να θεωρεί -και το τονίζει έναντι του ΝΑΤΟ, των Αμερικάνων και των Ρώσσων-τις SDF ως «τρομοκρατική οργάνωση». Το καθεστώς του Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε το πρόσχημα της φερόμενης «Κουρδικής Κυριαρχίας» στη βόρεια Συρία και έβαλε μπροστά μια σταδιακή στρατηγική πολλαπλών βημάτων για την διάλυση, την απομόνωση και την εξάλειψη της Δημοκρατικής Αυτονομίας στη Rojava.

3. Το ντόμινο των αντεπαναστατικών εξελίξεων

Η επίθεση της Τουρκίας ξεκίνησε το 2016 με την λεγόμενη «ασπίδα του Ευφράτη» στη βόρεια Συρία για να διαχωριστούν τα καντόνια του Afrin και του Kobanî. Η κατάληψη και η εθνική κάθαρση του απομονωμένου καντονίου του Afrin ακολούθησαν. Η συμφωνία -το Σεπτέμβριο του 2019- για την «ασφαλή ζώνη» μεταξύ της Τουρκίας και της κυβέρνησης Τραμπ, ήταν να «εκκαθαριστεί» μια ευρεία λωρίδα -στα σύνορα της Rojava με την Τουρκία, 30 χιλιομέτρων βάθους και 120 χιλιομέτρων μήκους- από τις YPG και τις αμυντικές δομές τους. Αυτή η ζώνη χωρίζει τα καντόνια Kobanî και Jazira. Εβδομάδες αργότερα, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέβηκε στο βάθρο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και υποσχέθηκε να επανεγκαταστήσει τα 3.000.000 των Σύριων προσφύγων που διαμένουν σήμερα στην Τουρκία[1] σε αυτή τη ζώνη, για να αλλάξει τη σύνθεση του πληθυσμού.
Οι SDF απάντησαν εκχωρώντας ένα στρατηγικό τμήμα πέντε χιλιομέτρων της προτεινόμενης «ασφαλούς ζώνης» στην Τουρκία ως ρυθμιστικό χώρο, αλλά αυτός ο συμβιβασμός οδήγησε μόνο σε μια προσωρινή και σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από τη βορειοανατολική Συρία. Με τη διάλυση της άμυνάς τους, οι YPG δεν ήταν σε θέση για μια διαρκή αντίσταση κατά μήκος των συνόρων, ενάντια στα κοινά πλέον Αμερικανικά και Τουρκικά συμφέροντα στη Συρία-κοινά έναντι του Ασάντ-Ρωσίας και του Ιραν.
Στη συνέχεια, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις (TAF) και οι μισθοφόροι της Τζιχαντιστές επιδόθηκαν σε βομβαρδισμούς και λεηλασίες των πόλεων και χωριών στη Rojava, εκτοπίζοντας 400.000 ανθρώπους, σκοτώνοντας και πληγώνοντας αμέτρητους αμάχους με αυτή την εκστρατεία. Λίγο μετά την πτώση των βασικών μεθοριακών πόλεων του Serê Kaniyê (Ras al-Ayn) και του Geri Spi (Tell Abyad), ο διοικητής των SDF  Mazlum Abdi παρέδωσε τη Rojava στον Σύριο Πρόεδρο Bashar al-Assad.
Ο συριακός αραβικός στρατός του Ασάντ (SAA) μετακόμισε στις υπό επίθεση περιοχές και μαζί με τις SDF που υπερασπίστηκαν το Βορρά για λίγες μέρες -μέχρι να μεσολαβήσει ο Mike Pence για μια συμφωνία εκεχειρίας στην Άγκυρα. Η συμφωνία ΗΠΑ-Τουρκίας ανάγκασε τις SDF να υποχωρήσουν 30 χιλιόμετρα από τα σύνορα, ενώ παραβιάστηκε από τη μεριά του τουρκικού καθεστώτος με την έναρξη χημικού πολέμου. Οι SDF υποχωρώντας από τα σύνορα επαναλαμβάνουν τις εκκλήσεις τους για να μείνουν οι ΗΠΑ στη Συρία. Ο Ερντογάν συμφώνησε στη συνέχεια για μια άλλη μόνιμη κατάπαυση πυρός, αυτή τη φορά με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Λίγο μετά, οι Αμερικανοί επέστρεψαν στη βόρεια Συρία μετά από μια παύση στην περίοδο μεταξύ της πρώτης Τουρκικής επίθεσης και της Ρωσικής διαμεσολάβησης κατάπαυσης του πυρός. Διευκολύνοντας την αποσπασματική παράδοση της Rojava στον Ασάντ και την Τουρκία, οι ΗΠΑ κατόρθωσαν να υπονομεύσουν σοβαρά την Δημοκρατική Αυτονομία της Ροζάβα σαν ελπιδοφόρο παράδειγμα για τη Μέση Ανατολή, σε μόλις δύο εβδομάδες.
Η Ροζάβα βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση, επειδή η αμερικανική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής και των δύο κυβερνήσεων- Ομπάμα πριν και Τραμπ μετά- ήταν να δημιουργήσει μια προσεκτική αντεπανάσταση στην περιοχή. Ο οπλισμός και ο μετασχηματισμός των SDF σε ένα «αντι-ISIS» όργανο, έπαιξε ένα κεντρικό ρόλο σε αυτήν την αποτρόπαια στρατηγική. Η Συμμαχία με τις SDF επέτρεψε στις ΗΠΑ για να γίνει συμπρωταγωνιστής των εξελίξεων στη Συρία, με λιγότερο από 1.000 αμερικανικές «μπότες στο έδαφος». Μόλις οι Αμερικανοί δημιουργήσουν βάσεις οπουδήποτε στον κόσμο, όπως έκαναν σε 21 διαφορετικές τοποθεσίες στη Rojava, κανένας στρατός από μόνος του δε μπορεί να έχει το σθένος να τους αναγκάσει να φύγουν.
Το φάντασμα των συνειδητοποιημένων υποτίθεται SDF υπηρέτησε επίσης τον αμερικανικό στόχο για περιορισμό και έλεγχο της στροφής της Τουρκίας προς στη Ρωσία, ενώ η αυξανόμενη δύναμη των SDF χτύπησε καμπανάκι στην Τουρκία, ώστε να προτιμήσει τη στρατιωτική δράση έναντι της διπλωματίας στη Rojava. Αυτός ο φαύλος κύκλος ανάγκασε τελικά τις SDF σε έναν αποφασιστικό πόλεμο με την Τουρκία. Θα ήταν από τις τελευταίες πάντα επιλογές των Αμερικανών να στηρίξουν την επανένταξη της Rojava στη Συρία ( εις βάρος των ξεπερασμένων πια συμφερόντων των ΗΠΑ) έναντι της διασφάλισης της ανεξαρτησίας της Rojava από τη Συρία (μια αρχειακή απόρριψη από τη μεριά της Τουρκίας). Αυτό ήταν μια αντίφαση που οι ΗΠΑ καλλιεργούσαν και εκμεταλλεύονταν και τις δύο πλευρές, το διάστημα που υπήρχε ακόμα ο ΙΣΙΣ. Επειδή όμως στη συνέχεια η Τουρκία θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα μελλοντικά αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, από ότι οι SDF-από τις οποίες οι Αμερικανοί είχαν πάρει ήδη ότι ήθελαν- οι Αμερικανοί έγειραν περισσότερο προς την Τουρκία, αφού-παρά τις διακηρύξεις Τραμπ-δεν επρόκειτο ποτέ να αποσυρθούν από τη Συρία και δεν σχεδίαζαν ποτέ να χάσουν το βασικό έδαφος επιρροής της από τους Ρώσους και τους Ιρανούς.
Πραγματικά, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας της τουρκικής εισβολής, οι δεξαμενές σκέψης στην Ουάσιγκτον ψιθύριζαν ήσυχα για το αναπόφευκτο της υποχώρησης των SDF σε μια περιοχή νότια της Rojava-μια περιοχή με αραβική πλειοψηφία , γνωστή ως κοιλάδα του μέσου Ευφράτη. Τα πράγματα δεν πήγαν βέβαια εντελώς όπως τα σχεδιάσανε, αλλά καθώς ο μηχανισμός εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ είχε αντιδράσει πλήρως στο σύμφωνο SDF-Ασάντ, καταρτίστηκε μια λεγόμενη στρατηγική αντίστροφης πορείας (ως σχέδιο β) για να ωθήσει τις πρώην επαναστατικές SDF να ανασυγκροτηθούν ως πληρεξούσιος της αραβικής πλειοψηφίας και των Κούρδων της κοιλάδας του μέσου Ευφράτη. Ενώ αρχικά αρνήθηκαν αυτό το ρόλο, οι SDF τελικά αποφάσισαν ότι μια αμερικανική παρουσία στη κοιλάδα του μέσου Ευφράτη θα αντισταθμίσει τη Ρωσία και την πρωτόγνωρη θέση του Ασάντ στην κουρδική Rojava.
Με τις αμυντικές της δυνάμεις εξορισμένες από τη Ροζάβα και επανεγκαταστημένες προς το παρόν στην κατοικημένη από αραβική πλειοψηφία ανατολική Συρία, η μοίρα της επανάστασης στη Ροζάβα -μετά την εκ των πραγμάτων εκδίωξη των SDF από την περιοχή- κρέμεται από την ωμή ισορροπία των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και δυνάμεων:
  • Όπως φαίνεται, η δημογραφική αλλαγή της κατεχόμενης από την Τουρκία « ζώνης ασφαλείας» βρίσκεται σε ευνοϊκή για αυτήν εξέλιξη. Οι δυνάμεις της και η ρωσική στρατιωτική αστυνομία περιπολούν στους θύλακες του Κομπάνι και Καμισλί και στις δύο πλευρές της ζώνης. Μέσω των tweets του Τραμπ, οι Αμερικανοί υποτίθεται ότι «εξασφαλίζουν τα πετρέλαια», αλλά στην πραγματικότητα εξασφαλίζουν τα σύνορα μεταξύ Συρίας-Ιράκ για την παρεμπόδιση της πρόσβασης της Ρωσίας στο Ιράκ και την περιοχή του κόλπου, αλλά και αντίστροφα, την παρεμπόδιση της επιρροής του Ιράν στη Συρία.
  • Το Ιράν, το Ιράκ και ο Λίβανος κλονίζονται από διαμαρτυρίες και τα γεράκια του Ιράν ποντάρουν στη Συρία, η οποία είναι η χερσαία γέφυρα του Ιράν προς το Λίβανο και το Ισραήλ. Η διατήρηση αυτής της χερσαίας γέφυρας επιτρέπει επίσης στο Ιράν να κινητοποιήσει τους αλληλένδετους περιφερειακούς πληρεξούσιούς του για διαφορετικούς στόχους, όπως για παράδειγμα το πραξικόπημα ενάντια στο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας του 2017 της περιφερειακής κυβέρνησης του Ιρακινού Κουρδιστάν (KRG).
  • Η παρακράτηση των εσόδων πετρελαίου από τη Δαμασκό μέσω της επίβλεψης της λεγόμενης επιχείρησης «εξυπηρέτησης πετρελαίου» του Trump, είναι δίκοπο μαχαίρι για τις SDF και την εξασφάλιση του μέλλοντός τους και της Rojava. Από τη μια πλευρά, επειδή ο Ασάντ χρειάζεται πετρέλαιο για την ανοικοδόμηση της Συρίας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, θα αναγκασθεί να είναι διαλλακτικός σε σχέση με την επιστροφή των ελευθεριών στις κουρδικές περιοχές που βρίσκονται πλέον υπό τον έλεγχό του. Και αν δεν συμμετάσχει σε αυτό το παιγνίδι ο Ασάντ, οι SDF μπορούν- υποστηριζόμενες και από τις ΗΠΑ –να διεκδικήσουν σχετική αυτονομία από τον Ασάντ, του τύπου της KRG στο Β. Ιράκ, αλλά αυτή τη φορά στη κοιλάδα του  Ευφράτη της Συρίας. Από την άλλη πλευρά, οι SDF θα είναι εξαρτημένες από τους Αμερικανούς όσο ποτέ. Οι ΗΠΑ και η Γαλλία πιέζουν τις SDF να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με το νεοφιλελεύθερο Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (KDP) που είναι αρμόδιο για την KRG. Η ιδέα είναι να λειτουργήσουν οι οικονομικές και υλικοτεχνικές γραμμές εφοδιασμού των SDF μέσω του Ιράκ, με αντάλλαγμα να δοθεί στο Κουρδικό Εθνικό Συμβούλιο (ENKS)- το αδερφό συριακό κόμμα του KDP- ένας ρόλος στη διαχείριση των περιοχών που παραδόθηκαν στον Ασάντ. Τα κόμματα KDP και ENKS έχουν καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Τουρκία και θα εργαστούν για να εξαλείψουν τις ριζοσπαστικές πτυχές της επανάστασης στη Rojava για να κατευνάσουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
  • Σε αντιδιαστολή με μια αρνητική τέτοια εξέλιξη, υπάρχει περίπτωση οι SDF προλάβουν την πιθανή έξοδο των Αμερικανών από τη Συρία με μια προσέγγισή τους στους Ρώσους. Τότε ίσως να είναι σε θέση να διατηρήσουν τη σανίδα σωτηρίας τους ως πληρεξούσιας δύναμης στην κεντρική Συρία και να σταματήσουν τόσο τον Assad, όσο και το ENKS να αναμειγνύονται πάρα πολύ στη Rojava. Τα σημάδια της πρόσφατης προσέγγισης με τους Ρώσους είναι ενθαρρυντικά, αλλά η πραγματοποίηση μιας τέτοιας μετάβασης είναι δύσκολη για πολλούς λόγους.
  • Η απώλεια της Rojava ήταν επίσης πολύ κακή εξέλιξη για την ηγεσία του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) στα όρη Καντίλ στο βορειοανατολικό Ιράκ, επειδή σήμαινε περιορισμό της πρόσβασής του σε μονοπάτια διαφυγής και προσέλκυσης  αγωνιστών στην κουρδική Συρία. Ο τουρκικός στρατός ετοιμάζεται να αποτελειώσει την παλιά φρουρά του ΡΚΚ και να εκκαθαρίσει από τον έλεγχό της το-εχθρικό προς τον Erdoğan- Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP), την πολιτική πτέρυγα του Κουρδικού Αντιστασιακού Κινήματος στην Τουρκία(έχει ήδη φυλακίσει τα περισσότερα σημαντικά στελέχη του, κυρίως αυτά που στέκονται με τη μεριά της Ροζάβα). Χωρίς το ένοπλο φάντασμα του ΡΚΚ, η μειονοτική κοινοβουλευτική πολιτική του HDP δεν έχει μέλλον σε μια όλο και πιο στρατιωτικοποιημένη, πιο απομακρυσμένη από Ευρώπη και όλο και περισσότερο στρεφόμενη προς τον ισλαμισμό Τουρκία. Επιλέγοντας μεταξύ της επιβίωσης και της έλλειψης ρεαλισμού, το Καντίλ εγκατέλειψε την προηγούμενη θέση του ενάντια στους Σύριους Κούρδους που εκχωρούν τα εδάφη τους στους κατακτητές. Εγκατέλειψε ακόμη και τη τονισμένη πάντα και κατανοητή από παλιά εχθρότητά του προς το μισητό KDP.
  • Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι το Κουρδικό Κίνημα Αντίστασης είναι στριμωγμένο από τις ιμπεριαλιστικές γεωπολιτικές δυνάμεις, τουλάχιστον προς το παρόν. Οι SDF θα διατηρήσουν πιθανά τις προοπτικές τους δουλεύοντας με τις ΗΠΑ και αναβάλλοντας την οριστική διευθέτηση με τον Ασάντ. Η διατήρηση της αμερικανικής παρουσίας στη κοιλάδα του μέσου Ευφράτη παρατείνει το αδιέξοδο στη βόρεια Συρία και επιτρέπει στις SDF να διατηρήσουν τον έλεγχο των συνόρων της Συρίας με το Ιράκ, προκειμένου να επιβάλουν τη δυνατότητα τερματισμού του πολέμου με την Τουρκία με τους όρους των SDF. Το PKK μπορεί να εκμεταλλευτεί τον δανεικό χρόνο για μια πιθανή αναμόχλευση της ειρηνευτικής διαδικασίας στην Τουρκία, πιθανά μετά την αποπομπή του Ερντογάν από την εξουσία, αφού η επιδεινούμενη οικονομική και πολιτειακή κρίση του στερούν την μέχρι τώρα δημοφιλία του. Για μια τέτοια εξέλιξη βέβαια-ευνοϊκή για την Δημοκρατική Αυτονομία στην ίδια την Τουρκία- δεν υπάρχουν και πολλές ελπίδες, αφού δεν υπάρχουν για αυτήν σχέδια ούτε από την τουρκική αντιπολίτευση, εκτός του HDP.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η πρώτη επαναστατική φάση στη Rojava έχει λήξει, επειδή οι SDF επέλεξαν να διατηρήσουν τις στρατιωτικές δομές τους, αντί μιας αποφασιστικής αντίστασης κατά της τουρκικής εισβολής. Για τέσσερα χρόνια -στην περίοδο του πολέμου ενάντια στο ISIS- προετοιμάσθηκε στην ουσία η απώλεια της περιοχής της Ροζάβα και μια ακόμη εκτόπιση των Κούρδων. Είναι να θρηνεί κανείς τις αγωνίστριες-τές της Ροζάβα-που θαυμάζαμε αυτά τα χρόνια- και τις ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν στην καθημερινή βία του καθεστώτος της Τουρκίας και των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Η εγκατάλειψη της γης και των ανθρώπων της Ροζάβα, δεν ήταν στο πνεύμα ενός Κουρδικού Αντιστασιακού Κινήματος και οι SDF έχουν αντιμετωπίσει την επαναστατική τους βάση με ένα τετελεσμένο γεγονός, αλλά το διεθνές κίνημα δεν πρέπει να κάνει το ίδιο. Είναι να θρηνεί το κίνημα Κοινοτισμού και Άμεσης Δημοκρατίας σε κάθε τόπο, για το προσωρινό «σβήσιμο του φάρου» της αμεσοδημοκρατικής- συμβουλιακής-ομοσπονδιακής-οικολογικής Ροζάβα, αλλά θα πρέπει να κάνει τα πάντα-όπως το έκανε με τους Ζαπατίστας στη 10ετία του 1990-για να βοηθήσει να ξανανάψει ο φάρος!

4. Η Μετα-Ροζάβα

Σε τέτοιες στιγμές υπάρχει μια επιλογή που πρέπει να γίνει μεταξύ της εγκατάλειψης ενός ονείρου και της πίστης σε ένα συμβάν του μεγέθους της Ροζάβα. Με δύο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ως φύλακες και με τους ομοίους τους Ασάντ και ENKS ως αντιπάλους, η δυνατότητα για μια ανθεκτική και πολιτική πρακτική διαδικής εξουσίας- ως ριζικό τρόπο για να σώσουμε τις ριζοσπαστικές πτυχές της επανάστασης στη Ροζάβα-θα πρέπει να διερευνηθεί με επιμονή και υπομονή. Οι SDF θα είναι καθοριστικές για την προστασία αυτών των πτυχών της-σε αυτό το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί-εάν εξελιχθούν σε κάτι περισσότερο από στρατιωτική διοίκηση της επανάστασης. Αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πάντα το Γκραμσιανό παιχνίδι στρατηγικής, σύμφωνα με το οποίο «ό, τι κάνει κανείς, παίζει πάντα το παιχνίδι κάποιου». Τα ιδεολογικά πλαίσια του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού και της Δημοκρατικής Αυτονομίας του Οτσαλάν, προέβλεπαν τα μέσα για ένα πολιτισμικό πόλεμο εν μέσω του εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Η ιδέα του -πίσω από αυτό το πολύπλοκο πλαίσιο στη Συρία- ήταν να παιχθεί με επιδεξιότητα το παιχνίδι του Gramsci - ανατρέποντας τους κανόνες και το πλαίσιο των κυρίαρχων μέχρι τότε παικτών. Η απαραίτητη όμως αυτή επιδεξιότητα, απαιτούσε συνειδητούς και εξειδικευμένους πολιτικούς παίκτες από τη μεριά του κινήματος της Δημοκρατικής Αυτονομίας. Με τον Οτσαλάν στη Φυλακή και μια νοοτροπία «μεσιανισμού» παρούσα στο κουρδικό κίνημα αντίστασης, υπήρξε δυσκολία στο να αναδειχθούν στα πλαίσιά του κατάλληλοι επιδέξιοι τέτοιοι παίκτες. Για παράδειγμα, οι ηγέτες των SDF πίστευαν ότι ελέγχουν το παιχνίδι με τους Αμερικανούς και δήλωναν στη Le Monde(ο διοικητής Nasrin Abdullah): «Δεν έχουμε ξεχάσει το ρητό ότι οι μόνοι φίλοι των Κούρδων είναι τα βουνά, αυτό συνεχίζει να είναι αλήθεια. Θέλω να επισημάνω ότι εμείς δεν πήγαμε στην Αμερική, η Αμερική ήρθε σε εμάς, αυτή είναι η διαφορά. Εμείς έχουμε στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ για να πολεμήσουμε την τρομοκρατία του ISIS και τους υπόλοιπους τρομοκράτες, για αυτόν τον σκοπό είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε με τον οποιοδήποτε, είτε είναι οι ΗΠΑ είτε είναι η Ρωσία». Στο τέλος αποδείχθηκε όμως ότι το έχασαν το παιχνίδι.
Για να προβλέψουμε και στη συνέχεια ένα ριζοσπαστικό μέλλον για τη Ροζάβα θα πρέπει να κάνουμε μια παράκαμψη για να δούμε την προέλευση του εγχειρήματός της, στα πρώτα χρόνια του ΡΚΚ και της σκέψης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν ή του «Apo»- όπως έμεινε γνωστός από αγάπη από τους οπαδούς του-που αναδείχθηκε ο πνευματικός πατέρας του κινήματος και στρατηγικός του εγκέφαλος. Στο κείμενό μας:  «Από τoν Bookchin στον Öcalan: Δημοκρατικός Συνομοσπονδιακός Κοινοτισμός και η επανάσταση στη Rojava» κάνουμε μια προσπάθεια να συνδέσουμε τον Οτσαλάν με τον Συνομοσπονδιακό Κοινοτισμό του Μπούκτσιν, από τον οποίο επηρεάσθηκε η σκέψη του, παράλληλα με τον επηρεασμό από τους Ζαπατίστα.
Στα πλαίσια αυτής της σκέψης, σχεδιάστηκαν τα μέσα για μια σταδιακή μετατροπή της ζωής και της πολιτικής στη Συρία και τη Μέση Ανατολή, που όμως  χρειαζόταν πολλές δεκαετίες για την εφαρμογή τους-και οι Αμερικανοί γνώριζαν αυτό το απαραίτητο μεγάλο χρονικό διάστημα για το ξεδίπλωμα της Δημοκρατικής Αυτονομίας και την ολοκλήρωσή της. Η ώθησή τους για την επιθετική νότια επέκταση των SDF ανάγκασε τα περιβάλλοντα κράτη- φορείς του συγκεντρωτισμού-να συνασπισθούν γύρω από τα κοινά τους συμφέροντα που απειλούνταν από τη συμμαχία ΗΠΑ-SDF και να τοποθετηθούν εχθρικά στο εγχείρημα της Δημοκρατικής Αυτονομίας. Αυτό αύξησε παραπέρα την εξάρτηση της Rojava από τις ΗΠΑ για προστασία. Όπως έκανε φανερό ο Mazlum Kobanî το 2017: «ο κύριος λόγος που οι σχέσεις μας με την Τουρκία χάλασαν... είναι η στρατηγική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ ημών και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό επιδείνωσε τις ανησυχίες της Τουρκίας, τους φόβους της».
Ο αυξανόμενος επίσης ρόλος των ΗΠΑ στη Rojava, έφθασε στα ύψη την εχθρότητα των περιβαλλόντων εθνών-κρατών και των αριστερών κινημάτων της περιοχής, καθώς ενίσχυσε την αντίληψη για μια επανάσταση στη Rojava με ένα «κουρδικά-καθοδηγημένο» και «αμερικανικά-υποστηριγμένο» πρόγραμμα, που θα « διαιρέσει τη Μέση Ανατολή». Έτσι υποβαθμίσθηκε η δυνατότητα για περιφερειακή εξάπλωση και επιρροή της επανάστασης. Η δυναμική των SDF ως στρατιωτική εμπροσθοφυλακή διευκόλυνε αυτόν τον φαύλο κύκλο μεταξύ της εμπιστοσύνης και της απομόνωσης από τους πολίτες. Οι SDF υπέφεραν από μια κρίση νομιμότητας στη βορειοανατολική Συρία μετά από τη γρήγορη πρώτη επέκταση στο νότο στο πλαίσιο του συντηρητικού και φυλετικά διαφορετικού πληθυσμού της κοιλάδας του μέσου Ευφράτη. Στην πλειοψηφία τους, οι αραβικές παραστρατιωτικές οργανώσεις που σχημάτισαν –μαζί με τις YPG-τις SDF ήταν κυρίως φυλετικές και η υποταγή τους στις SDF ήταν προσανατολισμένη γύρω από τις τακτικές συμμαχίες που στάθηκαν δυνατές από τη συνεχιζόμενη αμερικανική παρουσία στη Rojava.
Εν τω μεταξύ στη Rojava, οι YPG και η πολιτική τους πτέρυγα, το κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), δεν απόκτησαν ποτέ την πολιτική κυριαρχία. Παρά την αυξανόμενη δημοτικότητά τους και την ηγεμονία, πολλοί Κούρδοι της Συρίας παρέμειναν συντηρητικοί και εμπιστεύτηκαν το ENKS. Όσο για τα σημαντικά μέλη της συριακής και Αρμενικής Κοινότητας, αποτελούν την παραδοσιακή αστική τάξη της περιοχής και τα ενδιαφέροντά τους υπόκεινται στη διατήρηση των ταξικών τους συμφερόντων. Μόνο η διαχείριση των κλιμακούμενων απειλών του ISIS και της Τουρκίας, επέτρεψε στις SDF να οικοδομήσουν τη δική τους ηγεμονία σε αυτό το νέο κλίμα.
Η λογική της κυριαρχίας εδαφών σε αυτές τις συγκρούσεις, και οι υλικοτεχνικές ανάγκες που επιβλήθηκαν στην πολιτική της Rojava από την εδαφικότητα, υπονόμευσαν τις ικανότητες της Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού και της Δημοκρατικής Αυτονομίας για την αντιμετώπιση των συγκεντρωτικών τάσεων του κράτους. Τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας στη στρατιωτική διοίκηση της επανάστασης, τον διευκόλυναν οι Αμερικανικές προτεραιότητες στην περιοχή και αυτό πήγε προς τα πίσω το πρόγραμμα της πολιτιστικής εξέλιξης στην περιοχή. Πολιτισμικά, η ριζοσπαστική φαντασίωση μιας επανάστασης που είχε θέσει το καθήκον του τερματισμού της πατριαρχίας-ανδροκρατίας και του πολέμου στη Μέση Ανατολή με την αλλαγή κυρίως της ανδρικής νοοτροπίας, υποχώρησε. Μέσω των υπαγορεύσεων της Αμερικανικής στρατηγικής, που αντιμετώπιζαν τη Ροζάβα ως μέσο- επί του εδάφους-κατά της Νέμεσης του ISIS, οδηγήθηκε η επανάσταση σε άλλη διαλεκτική, πέρα της φυλετικής και κοινωνικής ισότητας, πέρα της ισότητας των πολιτών στις αποφάσεις για τη ζωή τους.
Είναι κατανοητό ότι τα τραύματα και οι θυσίες των μαχών κατά του ISIS, του τουρκικού στρατού και των πληρεξουσίων του, έχουν παγιοποιηθεί, αλλά το δημοφιλές φαντασιακό της Rojava διατηρείται στη συλλογική συνείδηση του παγκόσμιου κινήματος και οι εμπειρίες της μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποτροπή τέτοιων καταστροφών στο μέλλον. Το ISIS ήταν και δεν είναι φάντασμα ή δικαιολογία για τον πόλεμο, αλλά ένας πραγματικός εχθρός όλων των ανθρώπων της Μέσης Ανατολής και ιδίως των γυναικών. Η ύπαρξή του ενίσχυσε- από τη μια- την εντολή που πήραν οι SDF για να προστατεύσουν την περιοχή με όλα τα απαραίτητα μέσα, αλλά ενίσχυσε επίσης την ανησυχία για την αφήγηση των αμερικανικών συνασπισμών για να «νικήσουν τον τρόμο». Πίσω από τα παρασκήνια, παρά την εμφάνισή τους σαν υποστηρικτές της Rojava και της θέσης της στη Συρία, οι Αμερικανοί διεξήγαγαν στην πραγματικότητα ένα διαβρωτικό πόλεμο ελιγμών για τη διατήρηση των συμφερόντων τους.
Η εναλλακτική λύση στην «αυτονομία» που στηριζόταν από τις ΗΠΑ ήταν η επιστροφή στη ζωή υπό το καθεστώς του Ασάντ, στο οποίο όμως χρεώνεται το πρώην απαρτχάιντ κατά των Κούρδων της Συρίας. Το επιθυμητό σενάριο για τη Rojava ήταν μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ του ΡΚΚ και της Τουρκίας με τη μεσολάβηση του Οτσαλάν, για να αμβλύνει τις τουρκικές πιέσεις από τα σύνορα. Το εφιαλτικό σενάριο ήταν η τουρκική κατοχή της Rojava. Γνωρίζοντας αυτά, οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Ρωσία, ο Άσαντ και το Ιράν συμμετείχαν στην ίδια αποτρόπαια προσέγγιση: να θέσουν τη Rojava προ δύσκολων καταστάσεων ώστε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της να αναγκαστεί να δώσει προτεραιότητα στον συγκεντρωτισμό της εξουσίας για να μπορέσει να υπερασπιστεί τη Rojava.
Αυτή η ιμπεριαλιστική στρατηγική επιδείνωσε την αποσύνδεση μεταξύ της «Μπουκτσινοποίησης» της πολιτικής ζωής και πρακτικής εσωτερικά στη Rojava και της μαρξιστικής-ρεαλιστικής προσέγγισης των SDF σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί εξωτερική πολιτική της Rojava. Το επαναστατικό έργο στη βάση και από τη βάση μπορεί να συνεχιζόταν ανεμπόδιστα, αλλά η ίδια η βάση αποκλειόταν όλο και περισσότερο από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στην κορυφή των SDF. Η αποσύνδεση της βάσης, δηλαδή των συνελεύσεων των Κοινοτήτων και των Τοπικών Λαϊκών Συμβουλίων, από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, οδήγησε στη λανθασμένη αντίληψη ότι η συνεργασία με τους Αμερικανούς ήταν απαραίτητη για να κάνει συνταγματικές παραχωρήσεις προς τη Ροζάβα το καθεστώς Ασάντ. Στην πραγματικότητα όμως οι Αμερικανοί αποθάρρυναν την είσοδο του SDF στην ειρηνευτική διαδικασία με τον Ασάντ . Μαζί με το Ιράν, την Τουρκία και τη Ρωσία, οι Αμερικανοί απέκλεισαν επίσης τη Rojava από τις συνομιλίες που υποστηρίζονται από τον ΟΗΕ σχετικά με το σύνταγμα της Συρίας.
Οι επίκαιρες δυσκολίες του Ασάντ στην κατάκτηση αντιπολιτευόμενων περιοχών στην επαρχία Ιντλίμπ –όπου επικρατούν οι τζιχαντιστές σύμμαχοι του Ερντογάν- είναι ένα σαφές σημάδι ότι στις συγκρούσεις ενδέχεται να απέχουν οι 100.000 μαχητές των SDF. Αν οι SDF είχαν διαπραγματευτεί με το καθεστώς από θέση ισχύος πολύ πριν από την τουρκική επίθεση, η προοπτική διατήρησης μιας αυτόνομης τοπικής πολιτοφυλακής για την προστασία της πολιτικής διοίκησης στη Rojava θα ήταν μια ισχυρή πιθανότητα.
Συμπερασματικά, η σημερινή δυναμική του αδιεξόδου μεταξύ Ασάντ και SDF δεν είναι μη αναστρέψιμη. Ρωγμές μπορεί να προκύψουν στην ηγεμονία των SDF στη κοιλάδα του μέσου Ευφράτη, εάν οι μεγαλύτερες φυλές της Μέσης Ανατολής που έχουν την έδρα τους εκεί επαναλαμβάνουν εκκλήσεις για συμφιλίωση με τον Ασάντ. Και αν οι Ρώσοι γίνουν λιγότερο ανεκτικοί στη συμμαχία των SDF με τις ΗΠΑ, μπορεί να επιλέξουν να αποδυναμώσουν τις SDF χρησιμοποιώντας το Κομπάνι ως μοχλό σε μια μελλοντική συμφωνία με την Τουρκία, και αντικαθιστώντας τα Τοπικά Συμβούλια τα οποία είναι ευθυγραμμισμένα με τις YPG και τις SDF στις παραμεθόριες περιοχές. Εάν καταφέρουν να ελέγξουν πλήρως την πόλη Ayn Issa , όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της πολιτικής πτέρυγας των SDF, δηλαδή το Συριακό Δημοκρατικό Συμβούλιο (SDC), οι Ρώσοι ενδέχεται επίσης να προσπαθήσουν να ενθαρρύνουν τις εξίσου κουρασμένες SDC να διαχωρισθούν στα εξ ων συντέθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, η αφοσίωση του διεθνούς κινήματος αλληλεγγύης προς τη Ροζάβα θα πρέπει να παραμείνει με εκείνους που μένουν πίσω για να υπερασπιστούν τα απομεινάρια της επανάστασης. Προκειμένου να οργανωθούν για την επόμενη φάση της. Που θα είναι η δημιουργία «ενός αμεσοδημοκρατικού συστήματος για όλους τους συριακούς λαούς και να διαδώσει αυτό το μοντέλο σε ολόκληρη τη Συρία». Η σύνδεση με την παραγκωνισμένη σουνιτική αντιπολίτευση της Συρίας παραμένει το πιο δύσκολο εγχείρημα, αλλά αξίζει τον κόπο για το κίνημα  της Δημοκρατικής Αυτονομίας της Rojava.
Η Τουρκία θα πιέσει για παράταση της παραμονής της στην περιοχή που βρίσκεται υπό τον έλεγχό της στη βόρεια Συρία για όσο διάστημα συνεχίζεται η εταιρική σχέση ΗΠΑ-SDF, προκειμένου να αναγκάσει τις SDF να βασιστουν περαιτέρω στις ΗΠΑ και έτσι να αποτρέψει την ανάπτυξη μιας συμφωνίας μεταξύ του καθεστώτος Ασάντ και των SDF. Από ότι φαίνεται από τις διεθνείς εξελίξεις στην περιοχή της Μ.Ανατολής, τα αμερικανικά στρατεύματα θα παραμείνουν στις βάσεις Deir ez-Zor και al-Tanf στην ανατολική Συρία για ένα προβλέψιμο μέλλον. Για να κρατήσουν τη Ρωσία και τον Ασάντ υπό έλεγχο, αλλά κυρίως να μην επιτρέψουν την επέκταση της επιρροής του Ιράν στην περιοχή, οι Αμερικανοί θα παραμείνουν γερά δεμένοι στη βόρεια Συρία και τα σύνορα με το Ιράκ, για όσο διάστημα η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν παραμένει προκλητική. Είναι πιθανό ότι μια συμφιλίωση μεταξύ του Ιράν και της υπό την ηγεσία των ΗΠΑ νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης βρίσκεται στον ορίζοντα, σαν απάντηση στην περαιτέρω απομόνωση και τις διεθνείς κυρώσεις για το Ιράν. Η κατάργηση των επιδοτήσεων καυσίμων - η οποία πυροδότησε τον τελευταίο γύρο των διαδηλώσεων στο Ιράν - είναι πιθανά μέρος ενός μεγαλύτερου προγράμματος χειρουργικής οικονομικής λιτότητας  που προετοιμάζει την κρατική οικονομία της χώρας για την «απορρύθμιση» και την ένταξή της στην «ελεύθερη αγορά». Αν γίνει αυτό, τότε δεν θα χρειάζεται πλέον να παραμένουν άλλο οι αμερικάνικες δυνάμεις στην περιοχή, ανεξάρτητα αν θα βρίσκεται ή όχι ο Τραμπ στην εξουσία στις ΗΠΑ.
Αυτό θα είναι και το παράθυρο ευκαιρίας των SDF για να βρουν μια εναλλακτική λύση στην αμερικανική προστασία, και να προετοιμάσουν την αυτοδιοίκηση-αυτοκυβέρνηση και την κοινωνία στη Rojava για την επιστροφή στην επικράτεια της Συρίας και την διεκδίκηση της Δημοκρατικής Αυτονομίας για όλη τη χώρα. Δεν θα είναι ανοιχτό για πολύ καιρό. Θα υπάρχει από τώρα και μέχρι του χρονικού ορίου όπου θα επιτευχθεί μια μετάβαση του Ιράν στη νεοφιλελεύθερη νομιμότητα — που θα σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής «παριών κρατών». Από την άλλη, η αυστηροποίηση του ασφυκτικού ελέγχου του διεθνούς κρατικού συστήματος στις διάφορες εκδηλώσεις του κουρδικού αντιστασιακού κινήματος της διασποράς θα πρέπει να χρησιμεύσει ως αφύπνιση και έλεγχο πραγματικότητας για τη συμπαράταξη SDC/SDF. Αυτή η συμπαράταξη θα χρειασθεί να εξελιχθεί πολιτιστικά και στρατηγικά για να πλεύσει στο νέο κλίμα στη Συρία, όπου η κατάσταση είναι τόσο απρόβλεπτη που δε μπορεί να κάνει κανείς εικασίες πέρα από το ότι ήρθε η ώρα για μια άλλη επανάσταση στη Rojava.
Για να πάρει σάρκα και οστά κάτι τέτοιο, θα χρειασθεί, για παράδειγμα, να αρθεί η πρόσφατη μείωση των εκφράσεων διεθνούς αλληλεγγύης προς τη Rojava, θα χρειασθεί να την εμπνεύσει ξανά διατηρώντας τον εναλλακτικό λόγο και την πολιτική της Δημοκρατικής Αυτονομίας και του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού. Η μείωση της αλληλεγγύης οφειλόταν εν μέρει στην παρωδία του νεοφιλελεύθερου λόγου των καθιερωμένων πολιτικών εκφραστών των SDF/SDC, των εγκαταστημένων σε καπιταλιστικές μητροπόλεις. Εάν οι SDF/SDC δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συμμετάσχουν με τέτοιους πολιτικούς σε διάλογο, το κίνημα της Rojava θα πρέπει να αντιπροσωπευθεί σε αυτόν τον διάλογο που γίνεται στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του, τους εκλεγμένους από τη βάση που υλοποιεί τις ριζοσπαστικές πτυχές του εγχειρήματος.
Για την αντιμετώπιση αυτού του ελλείμματος, η ιεραρχία από πάνω προς τα κάτω θα πρέπει να αντιστραφεί: η λαϊκή βάση με τις συνελεύσεις και τα συμβούλιά της θα πρέπει να αποφασίζει για τα μακροπρόθεσμα ζητήματα και τους ηγέτες που θα εκφράζουν τις συλλογικές αποφάσεις τις σχετικές με τη διαχρονική τακτική και στρατηγική. Η ιδέα είναι να εκπαιδευθεί η επόμενη γενιά της Ροζάβα σχετικά με την τέχνη και την επιστήμη της στρατηγικής και τη χάραξη δρόμων και τρόπων έκφρασης και υλοποίησης αποτελεσματικών θετικών αλλαγών στην καθημερινότητα των ανθρώπων, καθώς και αποτελεσματικής οργάνωσης της έκφρασης διεθνούς αλληλεγγύης. Αυτά δεν είναι εύκολο να ολοκληρωθούν σε έναν θύλακα που καταλαμβάνεται από την Τουρκία και ελέγχεται από το Ιράν, τη Ρωσία, τον Άσαντ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η πιο αξιέπαινη πτυχή του σχεδίου της Rojava ήταν πάντα η βούληση να ωθήσει και να επεκτείνει τα όρια του πολιτικά δυνατού.
Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις πάνω σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία του κινήματος της Rojava και του ευρύτερου Κουρδικού Αντιστασιακού Κινήματος, το οποίο-σύμφωνα με το σύνθημά του- δεν σταματά ποτέ να αντιστέκεται, θεωρούμε ότι είναι καιρός να δείξει την ανθεκτική του στάση και να εμπνεύσει με τη δική του βούληση και την ανάγκη των ανθρώπων γενικότερα για δημοκρατία και αυτοκυβέρνηση με ένα ομοσπονδιακό δημοκρατικό σύστημα συμβουλίων-σαν εναλλακτική στην έννοια του συγκεντρωτικού εθνικού κράτους- στα πλαίσια μιας παρατεταμένα απορυθμισμένης και ασταθούς Μέσης Ανατολής. Μια τέτοια προσέγγιση δεν απαιτεί έναν επιθετικό πόλεμο και επέκταση εδαφών στο όνομα της επιβίωσης ή κατά της τρομοκρατίας. «Το δικό μας σχέδιο δεν είναι να δημιουργήσουμε ένα εθνικό κράτος. Το σχέδιό μας είναι μια Ομοσπονδία για την περιοχή… Η Συρία, μην ξεχνάτε, ήταν εθνικό κράτος και είδατε τα αποτελέσματα. Η καταστροφή που έφερε το συριακό καθεστώς έναντι των ίδιων των πολιτών του είναι απείρως μεγαλύτερη από αυτή που προξένησε το Ισραήλ ή οποιοσδήποτε άλλος. Εμείς δεν επιμένουμε σε αυτό, στη συγκρότηση ανεξάρτητου Κουρδιστάν… θα συνεχίσουμε το μοντέλο που εφαρμόζουμε και θα αγωνιζόμαστε για μία συνομοσπονδία μεταξύ όλων των λαών», υποστηρίζει ο Siham Queryo, που ήταν πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων στο καντόνι της Τζαζίρα.
Μια τέτοια προσέγγιση, συνεπάγεται βασικά την επιστροφή στις ικανότητες του πλαισίου διαδικής εξουσίας. Επιστροφή στη δημοκρατική συνομοσπονδιακή εξουσία της πρώτης φάσης της Δημοκρατικής Αυτονομίας, μέσω και της θεωρητικής αναδιαμόρφωσης των πολιτών και της παραπέρα ανάπτυξης των ικανοτήτων τους για διαρκή, αποτελεσματική και δημοκρατική αυτοάμυνα των γυναικών και των ανδρών κατά της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής αντεπανάστασης. Στα διδάγματα της γλυκόπικρης κληρονομιάς της πρώτης φάσης της Ροζάβα, μπορεί να βρεθούν εκείνα τα βήματα και να χαραχθεί ο κατάλληλος δρόμος για μια Μετα-Ροζάβα, ενάντια στα αντιεπαναστατικά σχέδια για την περιοχή. Και αυτό θα χρειασθεί να επιδιωχθεί σε κάθε περιοχή της Συρίας από τους κατοίκους της, ανεξάρτητα αν είναι Κούρδοι ή από άλλες φυλές. Και σε κάθε περιοχή της Μέσης Ανατολής, ιδίως στις παλαιστινιακές περιοχές της.
Είναι βέβαια προφανές ότι και στην Τουρκία, το Κουρδικό Κίνημα Αντίστασης θα πρέπει να συνεχίσει την οικοδόμηση μιας οργάνωσης της πολιτικής ζωής βασισμένης στις κοινότητες και τους δήμους και στην ελεύθερη ένωση δήμων, κοινοτήτων, λαϊκών συνελεύσεων, ενώσεων γυναικών, συνεργατικών εργαζομένων και συνεταιρισμών ή φοιτητών κ.λπ, έστω και κάτω από συνθήκες διώξεων και κατατρομοκράτησης του τουρκικού καθεστώτος, ώστε κάποια χρονική στιγμή στο μέλλον να είναι δυνατή και στην Τουρκία η Δημοκρατική Αυτονομία..   


[1] Αυτούς τους πρόσφυγες, καθώς και τους νέους από την επαρχία Ιντλίπ-όπου η Τουρκία με τους πληρεξούσιούς της συγκρούεται πια με το καθεστώς Ασάντ- εργαλειοποιεί και χρησιμοποιεί στο γεωπολιτικό παιχνίδι του ο Ερντογάν και ενάντια στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Στα σύνορα βέβαια της Ελλάδας στέλνει κυρίως πρόσφυγες από άλλες χώρες και Σύριους που δεν θέλουν να επιστρέψουν στη Συρία, αλλά να περάσουν στην Ευρώπη.

0 Comments
<<Previous

    Αρχείο

    November 2020
    October 2020
    July 2020
    March 2020
    February 2020
    October 2019
    September 2019
    August 2019
    May 2019
    March 2019
    February 2019
    December 2018
    November 2018
    July 2018
    April 2018
    October 2017
    September 2017
    July 2017
    June 2017
    May 2017
    April 2017
    March 2017
    February 2017
    December 2016
    November 2016
    July 2016
    June 2016
    March 2016
    October 2015
    July 2015
    May 2015
    April 2015
    March 2015
    January 2015
    December 2014
    October 2014
    September 2014
    June 2014
    March 2014
    February 2014
    September 2013
    July 2013
    April 2013
    February 2013
    December 2012
    November 2012
    October 2012
    September 2012
    August 2012
    July 2012

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΕΜΠΑΣ 

    Πρώην εκπαιδευτικός ΜΕ(Μαθηματικός)και οικο-γεωργός στο Πήλιο. Από το 1990, που "επανατοπικοποιήθηκε", προσπαθεί δια του "παραδείγματος" να συμβάλει στη διαμόρφωση της κατεύθυνσης της τοπικοποίησης 

    Επικοινωνία: gkolempas@yahoo.gr 

    Κατηγορίες

    All
    Διατροφική Κυριαρχία
    Η διευρυμένη οικογένεια
    Η κατεύθυνση της τοπικοποίησης
    Μια ανάλυση που οδηγεί σε άλλα μονοπάτια.
    Οι δομές της κοινωνίας της αποανάπτυξης
    Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης
    Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα
    Το κίνημα του Κοινοτισμού σήμερα
    Το νέο είδος πολιτικής και οργάνωσης
    Το πλαίσιο της Τοπικοποίησης

    RSS Feed

© Copyright 2018 Topikopoiisi all rights preserved.                                                                                            Webpage designed by PowerGraph