Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης(με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.
|
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους(παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυταρκούς πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης(με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.
0 Comments
1) Η κρίση του εκπαίδευτικού μηχανισμού(ε.μ.)
Στην εκπαίδευση σήμερα- αλλά και πάντα μέχρι τώρα-υπάρχει μία διαρκής και αέναη κρίση που είναι παραδεχτή από όλους, και τους ιδεολόγους του συστήματος. Αυτή οφείλεται στις αντιφάσεις που τη διέπουν σα δομή χωρισμένη από την παραγωγική διαδικασία και την ενεργό κοινωνική ζωή. Σαν δομή που δεν ανταποκρίνεται άμεσα στις ανάγκες τους, αλλά έχει μία αναντιστοιχία, η οποία κάθε φορά χρειάζεται«ρύθμιση» για να αμβλύνεται. Σα δομή που προωθεί το χωρισμό της πνευματικής απ'τη χειρωνακτική εργασία, που εμπεριέχει την αντίφαση μεταξύ των «κοινωνικών»και «ατομικών» αναγκών. Σαν αυταρχική διαδικασία μετάδοσης δοσμένων εκ των προτέρων γνώσεων, στην οποία πάλι δε μπορεί να γίνουν όλοι κοινωνοί μέχρι και την ανώτερη βαθμίδα. Βέβαια οι αντιφάσεις αυτές δεν έχουν αναγκαστικά σα συνέπεια την κρίση. Απλώς είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αμφισβήτηση του ρόλου της εκπαίδευσης απ'τις διάφορες τάξεις του κοινωνικού σχηματισμού. Όταν και αν υπάρχει αυτή η αμφισβήτηση τότε εμφανίζεται η κρίση. Η κρίση οξύνεται όταν η ηγεμονική κοινωνική ομάδα προσπαθεί να «ρυθμίσει» την αναντιστοιχία και τις «καθυστερήσεις» της εκπαίδευσης για να ολοκληρώνει την ιδεολογική της λειτουργία. Αυτές οι ρυθμίσεις στρέφονται σίγουρα και ενάντια στην αναπαραγωγή συγκεκριμένων κάθε φορά στρωμάτων της κοινωνίας. Μπορούν να πετύχουν στο βαθμό που υπάρχουν πραγματικά οι δομές που τις εξασφαλίζουν και δεν είναι επινοήσεις ορισμένων επιτελείων τεχνοκρατών και στο βαθμό που τα λαϊκά αιτήματα δεν παίρνουν τον χαρακτήρα της ριζοσπαστικής αλλαγής και δεν ξεφεύγουν απ' τα πλαίσια του «εκσυγχρονισμού»κάθε φορά. Η κρίση μπορεί να οξυνθεί σε βαθμό που να μπλοκάρει εντελώς τη λειτουργία της,όταν η εκπαίδευση γίνει στόχος της πολιτικής παρέμβασης ενός συνολικού κινήματος των «από κάτω». Όταν οι ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις στο χώρο της, δίνουν τη δυνατότητα να προβάλουν το δικό τους όραμα για μιαν άλλη εκπαίδευση στα πλαίσια μιας άλλης κοινωνίας. Δίνουν τη δυνατότητα στο μαθητικό και φοιτητικό κίνημα να αντιταχτεί στον ευνουχισμό και την αλλοτρίωση της νεολαίας. Σ' ένα κίνημα εκπαιδευτικών να βοηθήσει τους δασκάλους και καθηγητές,ξεφεύγοντας απ' τα στενά συντεχνιακά τους αιτήματα, να αμφισβητήσουν το ρόλο τους σαν από καθέδρας ζωντανών εκφραστών των κυρίαρχων αξιών και τοποτηρητών προνομίων, εντασσόμενοι στο γενικότερο κίνημα αμφισβήτησης της υπάρχουσας κοινωνίας. Προφανώς οξύνεται ακόμη περισσότερο, όταν συνδυάζεται με γενικότερη οικονομική κρίση, όπως συμβαίνει αυτόν τον καιρό στη χώρα μας, στα πλαίσια των πολιτικών των "μνημονίων", όπου οι περικοπές για την εκπαίδευση εντάσσονται στην διαδικασία κατάρρευσης των κοινωνικών αγαθών και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Μια παρέμβαση με στόχο τη μετακαπιταλιστική εκδοχή για την εκπαίδευση πρέπει να σκοπεύει όχι στις «δυσλειτουργίες» και τον «εκσυγχρονισμό» της κύρια -αυτά μπορούν να αποτελέσουν το ευνοϊκό κλίμα για μία τέτοια παρέμβαση- αλλά το μπλοκάρισμα συνολικά του σημερινού ρόλου της, σα μηχανισμού ένταξης και καταπίεσης της νεολαίας, σα μηχανισμού δημιουργίας ψεύτικης συνείδησης στη πλειοψηφία των παιδιών των εξουσιαζόμενων τάξεων. Να αναιρεί δηλαδή την αλλοτριωτική πλευρά της και να αναδείχνει την απελευθερωτική δυνατότητά της. Πρέπει να κινηθεί προς τη κατεύθυνση της εξάλειψης των δομικών αντιφάσεων που υπάρχουν στη σημερινή καπιταλιστική εκπαίδευση. Το ξεπέρασμά τους συνδέεται άμεσα με το τι είδους κοινωνία θέλουμε. Το πρόβλημα δεν πρέπει να μπαίνει, όπως συνήθως μπαίνει, δηλαδή με τη μορφή διλήμματος: ν' αλλάξουμε πρώτα την κοινωνία και στη συνέχεια την εκπαίδευση ή να ξεκινήσουμε πρώτα απ ' την εκπαίδευση. Ο ε.μ. είναι απ' τους πιο βασικούς μηχανισμούς της υπάρχουσας κοινωνίας. Σε μια θεωρία και μια πρόταση για τη μετάβαση σε μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, πρέπει να κατέχει σημαντική θέση η θεωρία για τη δομή της εκπαίδευσης σ' αυτήν. Και όχι μόνο αυτό. Καθώς είναι απαραίτητη η πρακτική για τη δημιουργία των σπερμάτων των δομών αυτής της κοινωνίας της μετάβασης από τώρα, έτσι είναι απαραίτητη και μια ανάλογη πρακτική για τη δημιουργία των κατευθύνσεων, που θα πάρει η εκπαίδευση από τώρα. 2) Η εκπαίδευση στα πλαίσια της μετάβασης. Ο στρατηγικός στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κατάργηση του σχολείου σαν «ξέχωρου σώματος», η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και η ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή -σε ισορροπία με τη φύση - και στην παραγωγική διαδικασία, κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών. Μία παρένθεση εδώ είναι απαραίτητη για την έννοια του άμεσου παραγωγού: κατ' αρχήν άμεσοι παράγωγοι δε θεωρούνται μόνο οι εργάτες στο εργοστάσιο ή οι αγρότες στο αγρόκτημα, αλλά και αυτοί που παράγουν σ' άλλα πεδία της παραγωγής όπως π.χ. της κουλτούρας και τέχνης -λογοτέχνες, ζωγράφοι κ λ π . - ή των μέσων επικοινωνίας-κινηματογραφιστές, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι κ λ π . Έπειτα το πιο σημαντικό: Οι άμεσοι αυτοί παραγωγοί θα έχουν μία ειδίκευση, θα είναι δηλαδή φορείς μιας εξειδικευμένης γνώσης για να μπορεί να στηρίζεται ένας κοινωνικά αναγκαίος τεχνικός καταμερισμός της εργασίας. Όμως δε θα είναι υποταγμένοι στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας με την έννοια ότι όλη η πορεία της ζωής τους θα είναι υποταγμένη σε επί μέρους ειδικευμένες λειτουργίες, ώστε να παρουσιάζονται περισσότερο σαν εργάτες, πωλητές, δάσκαλοι, μηχανικοί, πολιτικοί, δικηγόροι κ.λπ., παρά σαν κοινωνικά ολοκληρωμένοι άνθρωποι, όπως συμβαίνει σήμερα. Ενάντια σ' αυτή τη θρυμματισμένη προσωπικότητα του σημερινού ανθρώπου -παραγωγού, θα υπάρχει ο ολόπλευρα αναπτυγμένος και ολοκληρωμένος άνθρωπος-το «πρόσωπο»-θεμελιωμένος στην ενότητα των συνθηκών ζωής και εργασίας. Που θα μπορεί να προσανατολίζεται, να κριτικάρει, και ν'αλλάζει το σύστημα παραγωγής προς όφελός του, όχι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και της κουλτούρας, της ιδεολογίας και των κοινωνικών ή πολιτικών σχέσεων. Που δε θα υποτάσσεται σε έξω α π ' αυτόν εξαναγκασμούς, γιατί η υποτακτική συμπεριφορά είναι πάντα αποτέλεσμα της κοινωνικής και πολιτικής αδυναμίας. Που θα μπορεί να λύνει τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα σύμφωνα με την ατομική του κλίση και τις ανάγκες της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας όπου η ειδίκευση δε θα συνεπάγεται κοινωνική διαφοροποίηση των φορέων της, με την έννοια ότι θα υπάρχουν ανάλογα υλικά και κοινωνικά προνόμια, αλλά η ίδια η εργασία σιγά - σιγά από «μέσο ζωής» θα γίνεται κύρια έκφραση και ανάγκη του ατόμου. Οι άμεσοι λοιπόν αυτοί παραγωγοί, όντας σε θέση να ελέγχουν τις συνθήκες της ζωής τους, θα μπορούν να ελέγχουν και την εκπαίδευση, η οποία θα είναι η ίδια ένα μέρος της ζωής τους. Αυτή η κοινωνικοποίησητης παιδείας και γενικά της μάθησης θα πετύχει πλέρια σε μια κοινωνία συνειδητή σε τέτοιο βαθμό που θα είναι πραγματικά ικανή για παιδεία χωρίς να στηρίζεται στη διαμεσολάβηση του«ειδικού» δασκάλου - καθηγητή - εκπαιδευτή. Αυτό σημαίνει ότι οι αντιθέσεις σ' αυτή την κοινωνία δε θα είναι ταξικές- ανταγωνιστικές με τη σημερινή έννοια. Θα είναι μια κοινωνία αταξική, αυτοδιευθυνόμενη σ' όλα τα επίπεδα, που η οργάνωση της θα στηρίζεται στην κοινότητα με άμεση δημοκρατία και αυτοδιαχείριση. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στην περίοδο μετάβασης προς αυτή την κοινωνία. Ποιοί θα είναι οι θεσμοί στους οποίους θα στηριχτεί κατά τη περίοδο μετάβασης προς αυτήν; Αν θα δημιουργηθεί ο ένας ή ο άλλος θεσμός, θα εξαρτηθεί βέβαια απ' την ίδια την πολιτική αντιπαράθεση στα πλαίσια των συνελεύσεων των κοινοτήτων. Και αποκτάει μεγάλη σημασία η πάλη γύρω απ' την εκπαίδευση γιατί εδώ βρίσκεται ένα απ' τα ισχυρά οχυρά της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, που θα πρέπει να ξεπερασθεί κατά τη διάρκεια της μετάβασης, αν δεν θέλουμε να ανασυνταχθεί και να ξαναγίνει κυρίαρχη. Στη φάση της μετάβασης,σχολείο θα χρειαστεί σίγουρα. Το τι είδους σχολείο όμως είναι αποφασιστικής σημασίας. Από μέσο αναπαραγωγής της υπάρχουσας ταξικής διαστρωμάτωσης πρέπει να γίνει μέσο οικοδόμησης αταξικού ανθρώπου - κοινωνίας. Έτσι η κατεύθυνση πρέπει να είναι το σπάσιμο του στεγανού του σχολείου και η μεταφορά της μάθησης και της μετάδοσης της γνώσης στους ίδιους τους τόπους δουλειάς, της ενεργού κοινωνικής και πολιτικής ζωής, καθώς και στα συστήματα αναπαραγωγής της φύσης και των άλλων μορφών ζωής και της αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Όπως όλοι οι θεσμοί της κοινωνίας της μετάβασης, έτσι και ο θεσμός του σχολείου πρέπει να ενέχει τις συνθήκες της αυτοαναίρεσης σαν ιδιαίτερου θεσμού κάτω απ' την οπτική του «σχολείου χωρίς σχολείο» και που θα κλιμακώνεται απ' την κατώτερη προς την ανώτερη βαθμίδα. Αυτό σημαίνει ότι σιγά - σιγά θα πετυχαίνεται και η εξαφάνιση της ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας του σπουδαστή - φοιτητή και θα αναδείχνεται ο εργαζόμενος - άμεσος παραγωγός που θα σπουδάζει και θα φοιτά όχι μόνο κατά τη «σχολική ηλικία», ή τις «σχολικές ώρες», αλλά σε κάθε στιγμή της ζωής του, κάτω απ' την αρχή : «η κατάλληλη ώρα για να μάθεις κάτι, είναι όταν το χρειαστείς άμεσα». Έτσι θα αναδείχνεται όλο και περισσότερο ο «φιλόσοφος» άμεσος παραγωγός-εργαζόμενος, για τον οποίο θα είναι ανοιχτές οι πιο πλατιές προοπτικές επιστημονικής τεχνικής και κοινωνικής μόρφωσης. Βέβαια για να μπορεί κανείς να μάθει κάτι την ώρα που το χρειάζεται πρέπει να υπάρχει δίπλα του και ο κάτοχος της ανάλογης γνώσης εκείνη τη στιγμή. Αυτός θα είναι ο εκπαιδευτής- επιστήμονας - ειδικός κ.λπ., γενικά ο φορέας της κατάλληλης εξειδικευμένης γνώσης, μαζί με όλη την αντίστοιχη και απαραίτητη υποδομή (εργαστήριο,ερευνητικό κέντρο κ.λπ.). Μ' αυτή την έννοια όμως το κύριο χαρακτηριστικό του εκπαιδευτή κ.λπ. δεν θα είναι ο ρόλος του σαν εξειδικευμένου τέτοιου, αλλά σαν άμεσου παραγωγού. Θα είναι και αυτός δίπλα στους άλλους άμεσους παραγωγούς. Η σχέση εκπαιδευτού - εκπαιδευόμενων θα είναι σχέση ανταλλαγής εμπειρίας από διαφορετικά επίπεδα. Δεν θα συνεπάγεται καμία κοινωνική ανισότητα, καμία αυταρχικότητα, καμία εμπέδωση της «αυθεντίας» του «ειδικού» καθηγητού. Οι μεν θα μαθαίνουν απ' τους δε και ο καθένας θα κρίνεται απ' το πρακτικό αποτέλεσμα και την κοινωνική σημασία των απόψεών του στην αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων, είτε της παραγωγής, είτε των σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον, είτε των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Σ' έ να τέτοιο σύστημα πραγματικών σχέσεων στην παραγωγική διαδικασία και την κοινωνική ζωή, ο κοινωνικός έλεγχος απ' τους πολίτες θα είναι δυνατός και έτσι η τάση των ειδικών στο να αναδείχνονται σε ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία με άμεσες επιπτώσεις στην πολιτική εξουσία, θα εξασθενίζει συνεχώς. Αλλά όχι μόνο αυτό. Σ' ένα τέτοιο σύστημα, θα μπορεί η κοινωνία να γίνεται συλλογικός κάτοχος κοινωνικά χρήσιμης γνώσης κι όχι άχρηστης ή επικίνδυνης για αυτήν, πράγμα που συμβαίνει σήμερα σε μεγάλο ποσοστό, με τις εφαρμοζόμενες τεχνολογίες. Ο εκπαιδευόμενος θα αποχτάει γνώσεις όχι πια με το σκεφτικό ότι μπορεί κάποτε να του χρειαστούν. Ο εκπαιδευτής – ειδικός θα αισθάνεται και ο ίδιος δημιουργός και συμμέτοχος κι όχι απλός «μεταδότης» γνώσεων. Έτσι η σημερινή διάσπαση της πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας σιγά - σιγά θα αμβλύνεται. Τα παραπάνω ανταποκρίνονται περισσότερο στην ανώτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης, που όπως γίνεται αντιληπτό θα είναι συνεχής και έξω απ' ένα θεσμό τύπου Πανεπιστημίου. Όμως για τη νέα γενιά(ν.γ) που ακόμα δεν μπορεί να είναι άμεσος παραγωγός, θα ήταν απαραίτητο ένας ξέχωρος εκπαιδευτικός μηχανισμός με ένα πρόγραμμα σπουδών που θα οργάνωνε φυσικά έκτος των άλλων και τη συμμετοχή της νέας γενιάς στην ενεργό κοινωνική και οικονομική ζωή. 3) Το σχολείο της μετάβασης. Κάθε οργανωμένο κύτταρο ζωής (π.χ. κοινότητα καταναλωτών, αστική ή αγροτική κοινότητα, εργοστάσιο, αγροτική φάρμα, κοινότητα ψαράδων, νοσοκομείο, εκδοτικός οργανισμός, στούντιο τηλεόρασης κ.λπ.), θα είχε το σχολείο του, απ' όπου η ν.γ.-εκ περιτροπής- θα μπορούσε να περάσει για ένα χρονικό διάστημα. (Υποχρεωτικά ίσως, αλλά όχι απαραίτητα με την ίδια σειρά). Το σχολείο αυτό θα ήταν οργανωμένο συλλογικά απ ' τους μαθητές, τους δασκάλους - καθηγητές και τους εκπροσώπους του εξωτερικού οργανωμένου κοινωνικού κυττάρου και θα λειτουργούσε με αυτοδιαχείριση. Περνώντας λοιπόν η ν.γ. απο μια σειρά τέτοιων σχολείων θα αποχτούσε μία εμπειρία απ ' όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες και ταυτόχρονα θα τις μελετούσε, θα τις γενίκευε και θα τις ολοκλήρωνε. Η διδασκαλία δηλαδή δε θα είναι μόνο εμπειρική, θα επεξεργάζονται τις εμπειρίες και η μέθοδος θα είναι της ανάπτυξης κριτικού πνεύματος και κριτικής αντιμετώπισης των πάντων απ' τα παιδιά. Και δω θα παίζουν ρόλο οι δάσκαλοι -καθηγητές. Επίσης η διδασκαλία δεν θα είναι οργανωμένη στη βάση μαθημάτων,γιατί η ίδια η ζωή θα πρέπει να βιώνεται στο σχολείο και επειδή αυτή είναι μια αδιάσπαστη ολότητα δεν μπορούμε να τη διασπάσουμε σε «μαθήματα». Οι ομάδες των μαθητών (στο βαθμό που θα υπάρχουν «τάξεις» θα σχηματίζονται στη βάση της ηλικίας) μαζί με το δάσκαλο - καθηγητή, συμμετέχοντας στη δραστηριότητα της επιμέρους οργανωμένης κοινότητας των άμεσων παραγωγών θα διδάσκονται όχι μόνο απ ' το δάσκαλο - καθηγητή, αλλά και απ ' τους άμεσους παραγωγούς, τους οποίους ταυτόχρονα θα βοηθάνε. Έτσι σ 'αυτή τη διαδικασία, ο άμεσος παραγωγός γίνεται και ο ίδιος εκπαιδευτής της ν.γ. Ο δάσκαλος - καθηγητής θα διδάσκει τους μαθητές, θα διδάσκεται απ' τους άμεσους παραγωγούς και ειδικούς και συμμετέχοντας, θα αισθάνεται και αυτός δημιουργός κι όχι μόνο «μεταδότης» γνώσεων. Οι δε γνώσεις θα κρίνονται για τη σημασία τους στην πράξη. Οι μαθητές θα διδάσκονται σε κάθε θέμα ακολουθώντας π.χ. 3 φάσεις : α ) Φάση «ανάλυσης - μύησης» απ ' τους δάσκαλους και καθηγητές και τους άμεσους παραγωγούς στον τόπο της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής ή στον τόπο ενός οικοσυστήματος, όπου βιολόγοι μελετούν τους κύκλους της ζωής και της φύσης(π.χ. σε ένα ποτάμι, ένα δάσος, μια λίμνη κ.λπ). Γενικά στο «πεδίο». β) Φάση «μίμησης - αναπαραγωγής» απ ' τους μαθητές στον ίδιο τον τόπο δουλειάς ή του «πεδίου», βοηθούμενοι απ ' τους παραπάνω γ ) Φάση «σύνθεσης - δόμησης - παραγωγικής δημιουργικής εργασίας», απ ' τους μαθητές, όχι κατ' ανάγκην στο «πεδίο», αλλά στα εργαστήρια ή σπουδαστήρια του σχολείου, όπου θα ταξινομούν και θα οργανώνουν τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της δουλειάς και έρευνάς τους με τη βοήθεια των δασκάλων –καθηγητών και σε συλλογική βάση. Είναι φανερό ότι σε μια τέτοια διαδικασία μάθησης δε θα υπάρχουν εξετάσεις,ούτε βαθμολογία (έκτος ίσως απ' τη συλλογική). Το κριτήριο θα είναι το κοινωνικά χρήσιμο αποτέλεσμα της εργασίας των μαθητών. Επίσης ο «επαγγελματικός προσανατολισμός» με τη σημερινή μορφή δε θα υπάρχει . Περνώντας από μια τέτοια διαδικασία μάθησης ο νέος ή η νέα ήδη- σύμφωνα με τις ατομικές τους κλίσεις και τις συλλογικές κοινωνικές ανάγκες, που θα του γίνονται καθαρές στη σχολική κοινότητα- θα είναι σε θέση να διαπιστώσει ποιά ειδίκευση θέλει και σε ποιο πεδίο της παραγωγής θα θέλει να γίνει άμεσος παραγωγός (π.χ. δε θα υπάρχει η ειδίκευση του ιστορικού, γιατί ο καθένας θα μπορεί να είναι τέτοιος). Μια τέτοια απόφαση θα είναι εντελώς αποδεσμευμένη απ' τα σημερινά κριτήρια επιλογής επαγγελμάτων στη βάση του κοινωνικού ρόλου και των κοινωνικών προνομίων, που κουβαλάνε μαζί τους τα επαγγέλματα (π.χ. θα γίνει κάποιος γιατρός επειδή θα του αρέσει πραγματικά και θα χρειάζονται γιατροί, κι όχι γιατί σα γιατρός αργότερα θα τα «οικονομήσει» γερά). Η κατεύθυνση αυτή εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό το ξεπέρασμα του σημερινού πολιτικο-ιδεολογικού διλήμματος: «Ποιος είναι ο κεντρικός άξονας της εκπαίδευσης: Ο ανθρωπισμός- ουμανισμός ή ο τεχνοκρατισμός - επιστημονισμός», με την έννοια ότι στο κέντρο είναι ο άνθρωπος, η φύση του και οι ανάγκες του ή οι ανάγκες της παραγωγής και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η αντίθεση των 2 αυτών αντιλήψεων μπορεί και ξεπερνιέται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας με την παιδαγωγική: το παιδί - άτομο είναι το κέντρο της παιδαγωγικής διαδικασίας, όχι όμως η αρχή της. Δεν ξεκινάμε απ ' αυτό, αλλά φθάνουμε σ ' αυτό (το παιδί) και τις ανάγκες του, ξεκινώντας απ' το περιβάλλον, την κοινότητα, το εργοστάσιο ή φάρμα, την ιδεολογία ή πολιτική, που αποτελούν τη συλλογικότητα και το ιστορικό πλαίσιο μιας αναπτυσσόμενης αταξικής κοινωνίας. Το άτομο έχει ένα πλατύ τομέα ατομικής πρωτοβουλίας και δραστηριότητας και μπορεί ενεργά να συμμετέχει σ ' ένα συλλογικό σύστημα ατομικής συναίνεσης ( του οποίου οι βάσεις βέβαια συνεχώς θα αμφισβητούνται απ' τη γενικότερη πολιτική πάλη), όπου η αντίθεση ατομικών - κοινωνικών αναγκών ξεπερνιέται, γιατί οι φυσικές, έμφυτες κλίσεις που έχει το παιδί (και άρα τα ενδιαφέροντά του)βρίσκονται περισσότερο σε συμφωνία παρά σ' αντίθεση με τη συνείδηση του ανθρώπου της αταξικής κοινωνίας. Ο νέος άνθρωπος είναι ικανός για όλων των ειδών τις δραστηριότητες και μπορεί να εκπαιδευτεί σ' οποιοδήποτε κλάδο, αρκεί να το θέλει και να το καθορίζει ο ίδιος. Οι ικανότητες και τα ενδιαφέροντα-όσο μεγαλώνει- εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τις δραστηριότητες που επιτελούν οι άνθρωποι στον περίγυρό του. Το πρόγραμμα μιας τέτοιας εκπαίδευσης της ν.γ. μπορεί να καθοριστεί κεντρικά για όλα τα σχολεία μόνο όταν αφορά στις κεντρικές κατευθύνσεις. Δε μπορεί και δεν πρέπει να είναι λεπτομερειακό και αυστηρά καθορισμένο, θα συγκεκριμενοποιείται και θα εμπλουτίζεται για κάθε σχολείο απ' την κάθε επιμέρους κοινότητα των άμεσων παραγωγών και πολιτών, σύμφωνα με τις ανάγκες της και τις ιδιαιτερότητές της. Αυτό σημαίνει ότι το κάθε επιμέρους σχολείο θα είναι κάτω από τον έλεγχο της επιμέρους κοινότητας, σε άμεση σχέση βέβαια με τα συμβούλια συντονισμού της πολιτικής της «ομοσπονδίας δήμων και κοινοτήτων» ή όποιας άλλης πολιτικής μορφής πάρει η κοινωνία της μετάβασης. Το αν θα είναι ουσιαστικά δυνατός αυτός ο έλεγχος, θα εξαρτηθεί πολύ απ ' το ποιά κατεύθυνση θα πάρει η ανάπτυξη της ίδιας της οικονομίας και της τεχνολογίας, απ ' το ποια μορφή οργάνωσης της εργασίας και της ενεργού κοινωνικής ζωής θα επικρατήσει, απ ' το ποια μορφή διαχείρισης και πολιτικής εξουσίας θα υλοποιηθεί και στις «μικρές σχέσεις» (επί μέρους κοινότητα) και στις «μεγάλες σχέσεις» (κοινωνία). Η αντιπαράθεση και η επιλογή που θα επικρατήσει σ' αυτά τα σημεία θα είναι αποφασιστική και για την κατεύθυνση που θα πάρει το σχολείο. Το πρόβλημα λοιπόν και για την εκπαίδευση στην κοινωνία της μετάβασης είναι και θα παραμένει καθαρά πολιτικό. Θα κριθεί, όπως και οι άλλοι θεσμοί, απ ' την πολιτική πάλη που θα διεξάγεται όλη την περίοδο μετάβασης. Η κοινωνικοποίηση-τοπικοποίηση της εκπαίδευσης κατά τη μετάβαση θα συνδέεται με το βαθμό κοινωνικοποίησης-τοπικοποίησης της οικονομίας της μετάβασης, με το βαθμό εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα των πολιτών, καθώς και με το βαθμό ανάπτυξης της αυτοοργάνωσης,της αυτοδιαχείρησης και της αυτοδιακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα. Τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τώρα, μπορεί να τα κάνει ένα κίνημα χειραφετητικής εκπαίδευσης από εκπαιδευτικούς-μαθητές-φοιτητές, που θα συνδεθούν με τα ήδη υπάρχοντα εγχειρήματα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με τις ήδη υπάρχουσες αμεσοδημοκρατικές κοινότητες-συλλογικότητες, δρώντα κοινωνικά-οικολογικά δίκτυα, συνελεύσεις κ.λπ., ώστε να αποτελούν αυτά ήδη μέρος του «πεδίου» εκπαίδευσης. Που θα μετατρέπουν σιγά-σιγά το υπάρχον σχολείο σε χώρο άσκησης στην αυτοδιαχείρηση και τον αυτοκαθορισμό με την σχολική κοινότητα( μαθητές, καθηγητές-δάσκαλοι, γονείς) να αποφασίζει για τα σημαντικά της σχολικής ζωής. Το ίδιο και με την πανεπιστημιακή κοινότητα για την πανεπιστημιακή ζωή και τις σπουδές. α) Η παρούσα κρίση: με τη συνεχιζόμενη αδυναμία του χρηματοπιστωτικού συστήματος να συγκεντρώνει κεφάλαια σε παγκόσμια κλίμακα και να επιτυγχάνει υψηλές αποδόσεις και κέρδη καθώς επίσης και τον κίνδυνο κατάρρευσης σημαντικών τομέων παραγωγής (όπως π.χ. της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο οποίος δεν είναι απλά ένας τομέας παραγωγής, αλλά ο κατεξοχήν, που καθόρισε την προηγούμενη μακρά περίοδο τον τρόπο ζωής στη δύση), έχουμε σαν αποτέλεσμα την επαναενδυνάμωση του κράτους. Διότι διατυπώνεται από όλους σχεδόν τους κλάδους και σχεδόν παντού στον κόσμο, το αίτημα για κρατική παρέμβαση με "ενέσεις και πακέτα", για να μπορούν να συνεχίζουν όπως μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα όμως η κρίση οδηγεί παντού σε αύξηση του κρατικού χρέους και των ελλειμμάτων του1, αφού ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ενώ υπήρξε η αφορμή για το ξεκίνημα της κρίσης, λαμβάνει επιπλέον μεγάλες επιχορηγήσεις από τις κυβερνήσεις (μαζί με κάποιες αυτοκινητοβιομηχανίες βέβαια). Αυτό έχει αντίκτυπο στους πολίτες, γιατί πρέπει να συνδράμουν, κυρίως αυτοί, ως φορολογούμενοι και εργαζόμενοι στη μείωση αυτών των ελλειμμάτων. Η τραπεζική κρίση αρχικά, μετατρέπεται σιγά-σιγά σε κρατική κρίση (ιδίως στην Ελλάδα), γιατί αυτή η στροφή προς το κράτος δεν γίνεται σε περίοδο ανόδου με κοινωνικές παροχές προς τη πλειοψηφία των πολιτών, αλλά σε περίοδο κατά την οποία αυξάνονται τα χρέη, λόγω μεταφοράς πόρων προς τους κεφαλαιούχους. Έχουμε δηλ. αυτό που έχει ονομασθεί σαν "ο σοσιαλισμός των πλουσίων" ή "ο μεταμοντέρνος νεοφιλελευθερισμός", ο οποίος αφού θα έχει καταβροχθίσει ότι είχαν αποταμιεύσει οι προηγούμενες γενεές, θα απαιτεί μέσω των κυβερνητικών ενισχύσεων-οι οποίες στην ουσία θα είναι δυνατές μόνο μέσω κρατικών δανείων που θα τα πληρώσουν οι επόμενες γενεές- να καταβροχθίσει και την υλική βάση για την επιβίωση των επόμενων γενεών.
Το τελικό αποτέλεσμα πολύ πιθανόν να είναι μια ύφεση, που θα οδηγεί σε έκπτωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας συνολικά. Τα κόμματα εξουσίας και οι πολιτικοί τους θα επιχειρηματολογούν οτι πρόκειται για μια κοινωνικοποίηση των ζημιών για το κοινό συμφέρον, ώστε αργότερα, όταν ξεπερασθεί η κρίση και επανέλθουν στην κερδοφορία οι επιχειρήσεις, όλοι να απολαύσουμε τα καλά της. Όμως θα αποδειχθεί σύντομα οτι ήταν ελιγμός, γιατί δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο να κοινωνικοποιηθεί παρά τεράστια χρέη. Όπου θα υπάρχουν κέρδη, θα ιδιοποιούνται. Εδώ ιδιωτικοποιούνται από τους μάνατζερς οι ίδιες οι "ενέσεις" του κράτους στην περίοδο της χασούρας και δεν θα ιδιωτικοποιούνται στην κερδοφορία; Η μερική κρατικοποίηση των τραπεζών δεν αρκεί. Μια ανταπόδοση απο τη πλευρά των επιχειρήσεων δεν υπάρχει. Το αντίθετο: και άλλοι τομείς της επιχειρηματικότητας θα θέλουν να επωφεληθούν από τα πακέτα των δισεκατομμυρίων της κρατικής βοήθειας και οι απαιτήσεις θα επεκτείνονται. Απο ότι φαίνεται θα γίνεται ακριβώς αυτό που κριτίκαραν οι αντίπαλοι της παγκοσμιοποίησης: μετά το γενικό σοκ, συνεχίζεται στις αγορές η ίδια νοοτροπία του παγκόσμιου "καζίνου". Ζημιές κοινωνικοποιούνται, κέρδη ιδιωτικοποιούνται. Θα έχουμε δηλαδή μια junkie-οικονομία (όλο και μεγαλύτερη "δόση" χρήματος από τις Κ. Τράπεζες) και μια παγκόσμια κοινωνία που μπορεί να εξελιχθεί σε τεχνοφασιστική αντιμετωπίζοντας τα συμπτώματα των επερχόμενων μελλοντικών κρίσεων με έκτακτα μέτρα. Οι ΗΠΑ θα σώζουν τη Wall Street και την αυτοκινητοβιομηχανία της, αλλά θα ξεχνούν τις φτωχογειτονιές τους. Η Ε.Ε. στη προσπάθειά της να σταθεροποιηθεί θα χάνει απο τα μάτια της το περιβάλλον και τη κλιματική αλλαγή καθώς και την κτυπημένη απο την πείνα Αφρική. Γι αυτό τέτοια κράτη και μια τέτοιες οικονομίες-κοινωνίες δεν θα έχουν τη συναίνεση της νέας γενιάς και θα βρίσκονται συνεχώς σε κρίση, ενώ οι κυβερνήσεις, μάλλον δεν θα καταφέρνουν να λύνουν στο τέλος τα οικονομικά προβλήματα και θα ματαιοπονούν, είτε με τις "χρηματικές ενέσεις", είτε με τα "αναπτυξιακά" προγράμματα. Το ίδιο και η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, η ΕΕ, οι G8, G20 κ.λ.π. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη προσπάθεια (από τη μεριά κυρίως των εκφραστών της μεσαίας τάξης) να διαμορφωθεί μια διέξοδος προς τη κατεύθυνση της επιστροφής στη παλιά Σοσιαλδημοκρατία και το κράτος της οικονομικής και περιβαλλοντικής πρόνοιας (Σκανδιναβοποίηση του κόσμου έχει ονομασθεί αυτό το σενάριο2. Ο Γιώργος Παπανδρέου π.χ. θέλει την Ελλάδα «Δανία του Νότου»3 ή ο Ομπάμα θα εισάγει τη σοσιαλδημοκρατία στις ΗΠΑ). Αυτή η κατεύθυνση έχει μικρή πιθανότητα να επικρατήσει, γιατί είναι αδύνατη πια η ρύθμιση και ο έλεγχος της οικονομίας και του περιβάλλοντος από τα κράτη. Ο καπιταλισμός λοιπόν, στη μορφή που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια του «τουρμποκαπιταλισμού», θα βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες κρίσεις, που μπορεί να μετατραπούν και σε συστημικές, αν χάσει τη συναίνεση που είχε εξασφαλίσει μέχρι τώρα από τη μεσαία τάξη και την εξειδικευμένη ελίτ της εργατικής τάξης στις χώρες του κέντρου. 4 Όμως και αυτό να μη συμβεί, και κατά κάποιο τρόπο να ξεπεράσει τη παρούσα και τις μελλοντικές οικονομικές κρίσεις, αν τα "υποζύγια"που θα τις υφίστανται στο έπακρο δεν αντιδράσουν μαζικά5, έχει μπροστά του να αντιμετωπίσει την οικολογική κρίση. Την κατάρρευση του περιβάλλοντος και της βιόσφαιρας, την έλλειψη και το πεπερασμένο των ενεργειακών-φυσικών πόρων, τη βιολογική κατάρρευση αλλά και τον υπερπληθυσμό της ίδιας της ανθρωπότητας, την εξαφάνιση των άλλων ειδών κ.λ.π. Και αυτή η κρίση δεν είναι μακρυά.6 β) Το Βιοκεφάλαιο: στην επιστημονική συζήτηση για το κλίμα π.χ., το κρίσιμο θέμα είναι το ζήτημα των «σημείων μη επιστροφής» (tipping points), δηλ. των σημείων όπου μια μικρή αύξηση στη θερμοκρασία ή άλλη μεταβολή στο κλίμα, μπορεί να πυροδοτήσει μια δυσανάλογα μεγαλύτερη μεταβολή στο μέλλον, που μπορεί στη συνέχεια να καταστεί μη αναστρέψιμη (το σημείο μη επιστροφής, για παράδειγμα στο λιώσιμο των πάγων της Αρκτικής, τοποθετείται στα 10 περίπου έτη). Αντί λοιπόν οι ιθύνοντες του καπιταλισμού να προβάλλουν την, επιθυμητή από τη δική τους πλευρά, προοπτική της μελλοντικής ανάκαμψης και αέναης ανάπτυξης, πρέπει να βρουν πολύ πιο ριζοσπαστικούς και γρήγορους τρόπους αντιμετώπισης αυτών των δραματικών εξελίξεων. Με τη σημερινή τους λογική του "τουρμποκαπιταλισμού" θα οξύνουν αυτή τη κρίση ακόμα περισσότερο και θα μας οδηγήσουν σε ανεπανόρθωτες καταστροφές. Αν λοιπόν ένα μέρος της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής τάξης δει εγκαίρως και αποδεχθεί, οτι το σημερινό της σύστημα δεν έχει άλλη προοπτική εκτός από τη καταστροφή των συνθηκών επιβίωσης και αναπαραγωγής της βιόσφαιρας του πλανήτη, τότε είναι δυνατόν να απαντήσει δίνοντας άλλη μορφή στο κεφάλαιο και τις σχέσεις παραγωγής. Εντάσσοντας δηλαδή σε αυτές τις σχέσεις ,τη βιόσφαιρα και γενικότερα τη φύση, κεφαλαιοποιώντας τις. Θεωρώντας και αντιμετωπίζοντας δηλαδή αυτές, σαν μορφή μεταβλητού κεφαλαίου, σαν "Βιοκεφάλαιο" και επιδιώκοντας στη συνέχεια την "πράσινη" ανάπτυξη.7 Αυτή η θεώρηση θα συμφιλιώσει την σημερινή παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία με τα φυσικά αποθέματα και τα συστήματα ζωής- τη βιόσφαιρα του πλανήτη. Τον ίδιο τον άνθρωπο να τον μετατρέψει σε παράγοντα αποκατάστασης της ισορροπίας σε αυτήν. Η βιόσφαιρα μέχρι τώρα αντιμετωπιζόταν απο το κεφάλαιο σαν ένα απόθεμα έξω απο την αγορά και δεν έμπαινε καθόλου στους ισολογισμούς του. Η αγορά με τη σειρά της αντιμετωπιζόταν σαν ένα "μαύρο κουτί", όπου μπαίνουν απο τη μιά οι πρώτες ύλες και απο την άλλη βγαίνουν τα προϊόντα. Στη πραγματικότητα όμως η αγορά είναι ένα ανοικτό σύστημα με τη λογική της συνεχούς ανάπτυξης, στα πλαίσια ενός μεγαλύτερου συστήματος, αυτού του πλανήτη, που με μια έννοια είναι κλειστό, αφού το μόνο που "εισρέει" δωρεάν είναι η σταθερή, για εκατομμύρια χρόνια ακόμα, ηλιακή ενέργεια. Αυτή κινεί και καθορίζει όλες τις διαδικασίες της ζωής σε αυτό. Όλα τα άλλα, δηλ. οι μεταμορφώσεις της ύλης και της ενέργειας, τα απόβλητα κ.λ.π. παραμένουν στο σύστημα. Τα ίδια τα αποθέματα και οι δυνατότητες αντίστασης, που διαθέτει το σύστημα είναι πεπερασμένα. Η φύση και οι υπηρεσίες της (τροφή, νερό, βιομάζα, κύκλοι της ύλης, κλίμα, σταθερότητα βιοποικιλότητας κ.λ.π.), δεν είναι απλά ένα μεταξύ των άλλων οικονομικό απόθεμα, αλλά η ίδια η βάση για όλες τις οικονομικές δραστηριότητες. Το κόστος της κατανάλωσης και της εξάντλησης αυτών των υπηρεσιών δεν έμπαινε μέχρι τώρα σε κανένα ισολογισμό. Όμως στο τέλος το κόστος τους θα το πληρώσουμε όλοι, και οι κεφαλαιούχοι. Το λάθος του καπιταλισμού, και όχι μόνο (π.χ. και του "υπαρκτού σοσιαλισμού"), ήταν ότι οργάνωσε τις οικονομικές δραστηριότητες του ανθρώπου με βάση τα δεδομένα μιας μερικής κοινωνικής επιστήμης του "οίκου", της οικονομίας, διαχωρισμένης από την άλλη επιστήμη του "οίκου", την οικολογία. Τα κελεύσματα της μιας δεν είχαν καμιά σχέση με τα κελεύσματα της άλλης. Το βέλτιστο για τη πρώτη ήταν η συνεχής, χωρίς όρια, ανάπτυξη και μεγένθυση. Για τη δεύτερη το σημαντικότερο η ισορροπία, ενώ η μεγέθυνση απο ένα σημείο και πέρα είναι όχι μόνο ζημιογόνα, αλλά και λάθος. Σήμερα, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, έχουμε φθάσει στα όρια, τα οποία βάζει το πλανητικο σύστημα, άν δεν τα έχουμε ξεπεράσει. Βέβαια μπορεί ακόμα ορισμένοι κλάδοι ή περιοχές να συνεχίζουν να ανπτύσσονται, αλλά αυτό γίνεται σε βάρος του όλου συστήματος. Το όλον όμως σύστημα δεν μπορεί να συνεχίζει να αναπτύσσεται πλέον. Η ευημερία 7 δισεκατομ. ανθρώπων, δεν μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο από το "αόρατο χέρι" της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό είναι "φυσικώς αδύνατο". Τα οικοσυστήματα δεν θα αντέξουν 7 δισ. να έχουν από ένα αυτοκίνητο (έστω και αντιρρυπαντικής τεχνολογίας) και ένα σπίτι (έστω και με μόνωση). Στη δίνη της αύξησης των αριθμών απειλείται με καταστροφή όχι μόνο η φύση, αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος. Η καπιταλιστική οικονομία στηρίχθηκε στο μοντέλο του ανθρώπου, που ταιριάζει σε μια μηχανή. Μια μηχανή που υπακούει στο μαθηματικό αλγόρυθμο της προστιθέμενης αξίας. Είναι ο "Homo economicus", ο "ορθολογικώς δρων", ο οποίος επιδιώκει πάντα ένα και μόνο: την μεγιστοποίηση της ωφελιμότητας, δηλ. του κέρδους. Απο την ορθολογική σκέψη του δεν μπαίνουν καθόλου τα ερωτήματα για το τι έχει νόημα, τι προωθεί την ευτυχία, ποιές οι αξίες της ύπαρξης, ποιές οι σχέσεις του με την υπόλοιπη βιόσφαιρα. Καθορίζεται από την απληστία, τη βουλιμία, τον ανταγωνισμό και την κυριαρχία πάνω στον άλλο άνθρωπο και τη φύση. Τώρα που όπου νάναι, εκτός απο πολλές πολυεθνικές εταιρείες (λόγω έλλειψης χρηματοδότησης), θα κηρύξει πτώχευση και η "Α.Ε. Γη"(λόγω κατάρρευσης των φυσικών αγαθών)8 : στον μεν "Νότο" ο άνθρωπος οδηγείται στην αρρώστεια και στην εξαθλίωση των συνθηκών ζωής του (εκτός απο κάποιες ελίτ), στο δε "Βορρά" στην ανεργία και στη ψυχολογική κατάρρευση μαζί με την οικονομική. Ήρθε λοιπόν η στιγμή για αλλαγή πορείας: να αποχαιρετίσουμε τον καπιταλισμό; Όχι γιατί προς το παρόν δεν έχουμε άλλη διέξοδο, απαντούν μερικοί . Ώσπου να τη βρούμε, και ακριβώς για να έξασφαλίσουμε τον απαραίτητο χρόνο για να το κάνουν αυτό οι νέες γενιές, πρέπει να διορθώσουμε και να μεταρρυθμίσουμε τον σημερινό νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό (που με μαθηματική ακρίβεια μας πάει στην καταστροφή) και να τον μετατρέψουμε σε "πράσινο". Πώς; Με το να ενοποιήσουμε την οικονομία και την οικολογία και να δημιουργήσουμε την νέα ενιαία επιστήμη του "οικου"9. Με το να κεφαλαιοποιήσουμε τη φύση και να τη μετατρέψουμε σε βιοκεφάλαιο και στη συνέχεια να της συμπεριφερθούμε σαν να πρόκειται για συμβατικό κεφάλαιο. Αυτό μπορεί να γίνει αν χρηματοποιήσουμε τα φυσικά οικοσυστήματα και προωθήσουμε ένα "πράσινο σχέδιο"ανάκαμψης, το οποίο θα αντιμετωπίσει ταυτόχρονα μαζί με την σημερινή υποτίμηση του συμβατικού κεφαλαίου και την καταστροφική υποτίμηση του βιοκεφαλαίου. Το σχέδιο αυτό θα στηρίζεται στην ιδέα οτι για να ανακάμψει το συμβατικό κεφάλαιο, δεν θα πρέπει να επιδιώξει ακόμα παρα πέρα την υποτίμηση του βιοκεφαλαίου (πράγμα που έκανε μέχρι σήμερα και απο αυτό κέρδιζε σε συνδυασμό με την υποτίμηση της ανθρώπινης εργασίας), αλλά αντίθετα να επιδιώξει την ανάκαμψή του. Με αυτόν τον τρόπο το συνολικό κεφάλαιο που προκύπτει αναβαθμίζεται και μπορεί να έχει κάποιο μέλλον. Οι αγορές θα μπορούν να συνεχίσουν να ικανοποιούν τις αναβαθμισμένες ανάγκες των ανθρώπων (αναβαθμισμένες με την έννοια οτι δεν είναι μόνο καταναλωτικές10, αλλά εμπλουτισμένες και με την ανάγκη για μια πνευματικότερη ζωή σε ένα όμορφο και υγιές περιβάλλον) και των άλλων ειδών. Σημαντικότατοι μηχανισμοί για την ανάπτυξη του βιοκεφαλαίου θα είναι: από τη μια οι όσο γίνεται και πιο παγκοσμιοποιημένες "ηθικές-πράσινες" επιχειρήσεις-τράπεζες και από την άλλη οι ήδη υπάρχουσες, αλλά και νέες διεθνείς Μ.Κ.Ο. Οι επιχειρήσεις αυτές, όταν εξελιχθούν, ώστε να έχουν συγκεντρωποιήσει σημαντικά κεφάλαια και να έχουν αναπτύξει "κοινωνική-οικολογική υπευθυνότητα" και έχοντας αποκτήσει οικονομικές σχέσεις παντού, θα ξέρουν καλά τι συμβαίνει και ποιά είναι τα προβλήματα, ακόμα και στις περιφερεικές ανθρωποκοινότητες και οικοσυστήματα Ακριβώς όπως οι σημερινές πολυεθνικές ξέρουν καλύτερα από τις κυβερνήσεις ποιά είναι τα προβλήματα και οι ανάγκες -για αυτές ευκαιρίες για εκμετάλευση- παντού. Οι αντίστοιχες τράπεζες θα παίξουν το ρόλλο που έπαιζαν και οι συμβατικές για το κεφάλαιο. Επενδύσεις και δάνεια προς τη κατεύθυνση της πράσινης-ηθικής επιχειρηματικότητας. Η "πράσινη" κεντρική τράπεζα θα δίνει τη δυνατότητα στις πράσινες κυβερνήσεις να ασκούν πράσινη πολιτική. Ηθικές τράπεζες των "φτωχών", όπως για παράδειγμα η τράπεζα του προφέσσορα Muhammad Yunus του Μπαγκλαντές11, θα καλύπτουν τα κενά του πράσινου καπιταλισμού στις φτωχές χώρες. Ταυτόχρονα θα το βοηθήσουν να αντιληφθεί οτι οι φτωχοί δεν θα είναι πια μέρος του προβλήματος για τη βιόσφαιρα, αλλά αντίθετα μέρος της λύσης. Διότι με λίγη μόνο βοήθεια θα ανταπεξέρχονται στην επιβίωσή τους και θα είναι ευχαριστημένοι, χωρίς τον υπερκαταναλωτισμό, στον οποίο έχουν συνηθίσει οι πλούσιοι-αναπτυγμένοι (οι οποίοι θα είναι και το πρόβλημα). Η ανάκτηση του βιοκεφαλαίου (βλέπε περιβάλλοντος), όπου γινόταν και με τον τρόπο που γινόταν μέχρι σήμερα (π.χ. προστατευόμενες περιοχές, αντιρρυπαντική τεχνολογία κ.λ.π), σύμφωνα με οικολόγους οικονομολόγους, είχε μια σχέση 1: 100. Δηλαδή το 1 Ε επένδυση στη φύση σήμερα, θα το ξεπληρώσει η ίδια στο μέλλον με 100 Ε. Τέτοιες "αποδόσεις" δεν τις έχει πετύχει το κεφάλαιο ούτε στα τρελλά όνειρά του. Είναι λοιπόν δυνατόν να πεισθούν οι επενδυτές12 να επενδύσουν στη φύση, τη ζωή, τη βιόσφαιρα και στη πράσινη τεχνολογία, όταν μάλιστα θα δουν πολύ σύντομα οτι αν δεν το κάνουν οι τραπεζικοί λογαρισμοί τους θα νεξανεμίζονται και θα μηδενίζονται (όπως π.χ. το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στις ασφαλιστικές εταιρείες και που θα πρέπει να πληρώνει τις καταστροφές απο τις αλλαγές στο κλίμα). Μερικά παραδείγματα13:
γ) Κριτική αυτής της θεώρησης: με τη παραπάνω λογική που διατρέχει το βιοκεφάλαιο, θα μπορούν να ενσωματωθούν σε αυτό εκείνα τα κομμάτια της φύσης και της βιόσφαιρας, τα οποία είναι χρήσιμα στον άνθρωπο, όπως οι φυσικοί πόροι και οι παράγοντες που διαμορφώνουν το κλίμα. Έχουμε να κάνουμε δηλαδή με μια χρησιμοθηρική προσέγγιση και όχι με μια προσέγγιση που αποδίδει αυταξία στη φύση. Οι ίδιες οι ανθρώπινες κοινότητες και οι ιδιαιτερότητές τους θα μπορούν να ενσωματωθούν μόνο από την άποψη της χρησιμότητάς τους σαν συντελεστών της πράσινης παραγωγής και σαν πεδίο των εφαρμογών της. Η εργασία τους βέβαια θα έχει μεγαλύτερη σημασία, μια και η πράσινη παραγωγή θα είναι μεγαλύτερης έντασης πνευματικής και σωματικής εργασίας απο ότι η σημερινή μηχανοποιημένη παραγωγή. Επίσης και οι χώροι διαμονής τους, με την έννοια οτι θα είναι χώροι του "αργού ρυθμού", των εναλλακτικών μορφών ενέργειας, των "συν" ενεργειακών κτιρίων, των ενσωματωμένων πάρκων αναψυχής και καλλιεργειών τροφής κ.λ.π. Όμως οι πλευρές τους εκείνες (όπως τα ιδιαίτερα ήθη, οι πολιτιστικές συνήθειες και οι τοπικές κουλτούρες, τα πάθη, η αισθητική τους, οι ιδιαίτεροι κοινωνικοί θεσμοί τους κ.λ.π.), οι οποίες δεν θα χρησιμεύουν στο συνολικό κεφάλαιο, θα παραμεληθούν. Από την άλλη, αφού και το περιβάλλον έχει οικονομική αξία για την αγορά, θα συνεχίζει να επικρατεί σε αυτή η λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους, πράγμα που θα μπορεί να οδηγεί σε αναλύσεις κόστους-οφέλους και σε άνισες ανταλλαγές περιβαλλοντικών συντελεστών μέσω της αγοράς ή στη θυσία (υποβάθμιση) κάποιων οικοσυστημάτων έναντι άλλων πιο επικερδών. Αν αφεθούν λοιπόν οι αγορές και η ιδιοκτησία να λειτουργήσουν σαν βασικός μηχανισμός του βιοκεφαλαίου, είναι προφανές ότι δεν θα μπορέσουν από μόνες τους να αποφασίζουν με πολιτικά, ηθικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια.15 Η "αγορά ρύπων" για παράδειγμα φαίνεται οτι λειτουργεί με κριτήριο ότι οι περιβαλλοντικές βλάβες είναι αναστρέψιμες και ότι υπάρχει πολύς καιρός για να πετύχουμε την αναστροφή, πράγμα που η πραγματικότητα το διαψεύδει. Ή η αγορά γης: μπορεί π.χ. να αποφασίζει, από άποψη κέρδους, να μετατρέψει μια περιοχή σε εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, ενώ κοινωνικά μπορεί να είναι πιο ωφέλιμο να διατηρηθεί αυτή η περιοχή σαν ζώνη καλλιέργειας. Υπάρχει βέβαια και άλλο πρόβλημα. Δεν μπορούν όλες οι "υπηρεσίες" της φύσης να χρηματοποιηθούν, γιατί ενώ στον καπιταλισμό έχουμε μάθει να δίνουμε σε όλα τα πράγματα μια τιμή σαν αγοραστές, δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για την ίδια την μελλοντική αξία τους. Βέβαια η χρηματοποίηση εννοείται ότι θα είναι το πρώτο βήμα, που θα δώσει την ώθηση για να μπούμε στην πράσινη οικονομία. Τότε θα μάθουμε να εκτιμούμε σωστά και αξίες, που τώρα φαίνονται να είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικές, αλλά στην ουσία είναι γενικές για τους ανθρώπους, όπως π.χ. η ομορφιά, ειδικά στη φύση, ή η ελευθερία η ατομική και κοινωνική, ή η διαφορετικότητα. Θα μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τον ίδιο τον άνθρωπο σαν ολοκληρωμένη οντότητα (πρόσωπο) και όχι στην εκδοχή του ατόμου της βιομηχανικής εποχής, σαν θρυματισμένη συνείδηση διαμορφωμένη από τα μεγασυστήματα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.16 Θα επιστρέψουν όμως οι αξίες της ζωής και στην ίδια την αγορά; Θα ενσωματωθούν οι βιορυθμοί στους ρυθμούς της αγοράς; Σήμερα ο χρόνος, σαν σημαντική διάσταση για την ανθρώπινη συνείδηση και κυρίαρχος παράγοντας για την πνευματική αυτοανάπτυξη και τη σωματική αναζωογόνηση, έχει εκμηδενισθεί. Η ζωή και η εργασία καθορίζεται απο μεγάλες ταχύτητες και λαμβάνει χώρα επί 24ώρου βάσης. Θα συνεχισθεί αυτό; Το βιοκεφάλαιο θα χειρίζεται τον άνθρωπο και τη βιόσφαιρα με ρυθμούς πιο γρήγορους από τους ρυθμούς αναπαραγωγής τους; Είναι ερωτήματα, που δε μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια του πράσινου καπιταλισμού. Εξάλλου το πράσινο Neu Deal, όπως προτείνεται σαν απάντηση εξόδου από τη κρίση, ανάλογη με αυτή στο κραχ του1929, δίνει την εντύπωση οτι οι επενδύσεις του Κεφαλαίου στο Περιβάλλον και τη Βιόσφαιρα θα παίξουν τον ρόλο του νέου κινητήρα στην ανάπτυξη για τη νέα συσσώρευσή του. Ότι π.χ. οι νέες "πράσινες" θέσεις εργασίας (προβλέπει π.χ. επενδύσεις ύψους 500 δις ευρώ από τις οποίες θα προκύψουν 5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας για όλη την Ε.Ε.),με το αντίστοιχο εισόδημα που θα δημιουργήσουν, θα τονώσουν την αγορά εμπορευμάτων. Ή οτι τα πράσινα Fonds είναι η λύση για τους επενδυτές, οι οποίοι μπορούν να συνεχίζουν έτσι να λειτουργούν, σαν εισοδηματίες επενδυτές . Οι ίδιες οι επενδύσεις στην πράσινη τεχνολογία και γενικότερα στην οικονομία της γνώσης17, είναι υψηλής έντασης κεφαλαίου. Τα "φτωχά" κράτη θα υστερήσουν σε σχέση με τα ανεπτυγμένα, οπότε θα αναπαράγουν τις ίδιες ανισότητες, αν δεν υπάρξει αλληλεγγύη και δικαιοσύνη. Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εκφρασθεί στα πλαίσια της αγοράς. Με τα πλαίσια λοιπόν της καπιταλιστικής λογικής, έστω και "πράσινης", μετά από ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα ανάκαμψης, και ο πράσινος καπιταλισμός θα αντιμετωπίσει τα αξεπέραστα οικολογικά και κοινωνικά όρια, που δεν θα επιτρέπουν την παραπέρα μεγένθυνση. Αν για παράδειγμα συνεχίζεται να αυξάνεται η ζήτηση για ενέργεια, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορεί να καλυφθεί αυτή από τις εναλλακτικές μορφές. Το 2050, όπου για να μη έχουμε κλιματική καταστροφή θα πρέπει πάνω από το 90% της απαιτούμενης τότε ενέργειας να καλύπτεται από τις ανανεώσιμες, θα είναι πρακτικώς αδύνατο να επιτευχθεί αυτό, αν δεν υπάρξει μείωση της ζήτησης της ενέργειας, μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης . Αν δεν υπάρξει αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου, ιδίως στις αναπτυγμένες χώρες, γιατί δεν μπορεί να απαιτήσει κανείς από τις φτωχές σήμερα χώρες, να μην επιδιώξουν τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων τους. Στην περίοδο αυτή της κρίσης για παράδειγμα, όπου έχουμε μείωση της ζήτησης του πετρελαίου, θα έχουμε και μείωση των εκπομπών του CO2 (αν και προς το παρόν θα αυξάνεται η κατανάλωση του άνθρακα και ίσως να μη έχουμε μείωση των συνολικών εκπομπών18). δ)Μια περιορισμένη χρονικά διέξοδος: αν ο καπιταλισμός μπορεί να έχει σαν οικονομικοκοινωνικό σύστημα κάποιο μέλλον ακόμα, αυτό μπορεί να το έχει μόνο σαν "πράσινος καπιταλισμός",λόγω των οικολογικών ορίων, όπως αναφέρθηκε. Αλλά αυτό το μέλλον θα είναι περιορισμένο χρονικά. «Πιστεύω ότι ο 21ος αιώνας θα κυριαρχείται από το φυσικό κεφάλαιο, έτσι όπως ο 20ός είχε ταυτιστεί με το χρηματιστηριακό κεφάλαιο», υποστηρίζει ο Αχίμ Στίνερ, επικεφαλής του περιβαλλοντικού προγράμματος που εκπονεί ο ΟΗΕ. Με τον όρο φυσικό κεφάλαιο εννοεί το βιοκεφάλαιο με την έννοια, που περιγράψαμε πιο πάνω. Αλλά δεν θα είναι δυνατό να δώσει παράταση στο κεφάλαιο ένα ολόκληρο αιώνα. Στους δύο προηγούμενους αιώνες το κεφάλαιο για να πετύχει τη σημερινή ανάπτυξη πολύ μικρότερου πληθυσμού, έπρεπε να ξοδέψει την αποθηκευμένη(πετρέλαιο-άνθρακα) ηλιακή ενέργεια δισεκατομμυρίων ετών. Ενώ στον 21ο, το πράσινο κεφάλαιο θα μπορεί και θα πρέπει, το πολύ, να ξοδεύει μόνο την ετήσια, που αντιστοιχεί στην τομή του πλανήτη, ηλιακή ενέργεια. Και αυτό με έναν μεγαλύτερο ανθρώπινο πληθυσμό, που υπολογίζεται οτι μόνο μέχρι το 2050 θα φθάσει τα 9 δισ. Δεν μπορεί να συνεχίσει επάπειρον να οργανώνει τις ανθρώπινες κοινότητες με κύριο μηχανισμό την παγκοσμιοποιημένη αγορά, γιατί αυτή από μόνη της οδηγεί πάντα στη μεγένθυνση(αύξηση ΑΕΠ)και χωρίς τη δίκαιη ανακατανομή σε παγκόσμιο επίπεδο, ο σχετικά φτωχός θα νοιώθει φτωχότερος. Έτσι θα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με τα κοινωνικά όρια και αυτός θα είναι ο δεύτερος λόγος για τα περιορισμένα χρονικά του όρια Γενικότερα: Ο σημερινός παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός έχει εξελιχθεί σε ένα σύστημα, που δύσκολα πια θα μπορέσει να ξαναβρεί την ισορροπία του. Γιατί όλο και περισσότερο δεν μπορεί «να αποτελεί ένα σύστημα». Οι «απορυθμίσεις», οι "απελευθερώσεις", οι ηλεκτρονικές ταχύτητες των αγορών κλπ, που προώθησε, τον οδηγούν σε μια χαοτική κατάσταση, ανεξέλεγκτη από τις ίδιες τις κινητήριες δυνάμεις του. Ένα σύστημα που οι βασικές δομές του καθορίζονται από το 2ο θερμοδυναμικό αξίωμα της αύξησης της αταξίας(αρνητική εντροπία), καταλήγει πάντα, στον κόσμο που ξέρουμε και ζούμε, σε ένα χαοτικό σύστημα. Και η παρούσα κρίση έδειξε οτι έχει μπει ήδη σε μια περίοδο οικονομικού και πολιτικού χάους. Θα μπορέσει ο "πράσινος" καπιταλισμός, χρησιμοποιώντας τα ίδια κύρια εργαλεία, δηλ. την παγκοσμιοποιημένη αγορά, την ιδιοκτησία, τον εταιρικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και διανομής και τις τράπεζες, να ξεπεράσει αυτή τη κατάσταση που θα κληθεί να διαχειρισθεί; Λίγο δύσκολο. Το περισσότερο που θα πετύχει είναι μια παράταση της χαώδους κατάστασης, ώσπου να βρεθούν νέες κινητήριες δυνάμεις και νέες μορφές οργάνωσή τους. Αλλά τότε θα πρόκειται για καινούργιο σύστημα με νέες "αρχικές συνθήκες", όπως θα το διατύπωναν οι φυσικομαθηματικοί. Μέχρι όμως να φθάσουμε στην επόμενη κρίση του "τουρμποκαπιταλισμού" ή του "πράσινου" καπιταλισμού, αν αυτός θα είναι τελικά η απάντηση στη παρούσα κρίση, δεν θα έχει διαμορφωθεί η πρόταση ή οι προτάσεις για το ξεπέρασμά τους; Δεν θα έχει αποκρυσταλλωθεί η δυνατότητα για μια ισορροποιημένη ένταξη των ανθρώπινων κοινοτήτων στο κλειστό πλανητικό σύστημα; Ας το ελπίσουμε (αλλιώς δεν μας μένει παρά η πορεία προς το γκρεμό). Η ελπίδα μας αυτή έχει κάποια βάση, διότι εκτός από τη μεγαλύτερη χρονική παράταση, που θα μας δώσει ο πράσινος καπιταλισμός, αν επικρατήσει, θα έχει προσφέρει και ένα άλλο καλό. Θα μας οδηγήσει σε ένα νέο τρόπο σκέψης, συμπεριφοράς και ζωής. Αυτό με τη σειρά του θα μας βοηθήσει περισσότερο, για να προχωρήσουμε παραπέρα και να δημιουργήσουμε ένα νέο πολιτισμό, μια νέα κοινωνία μετακαπιταλιστική.. Για την ίδια όμως την επικράτηση του "πράσινου" καπιταλισμού υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Με ποιές κοινωνικές και πολιτικές δομές; Οι πολιτικές δομές που έχουν κυριαρχίσει στον καπιταταλιστικό τρόπο παραγωγής και οργάνωσης, δηλαδή το κράτος, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κομματικό σύστημα, βρίσκονται από καιρό και οι ίδιες σε κρίση και έχουν χάσει την εμπιστοσύνη των πλειοψηφιών, οι οποίες αδιαφορούν και δεν συμμετέχουν στο πολιτικό γίγνεσθαι. Τα πράσινα κόμματα, στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εδώ και 30 χρόνια δεν έχουν καταφέρει να προωθήσουν την πράσινη οικονομία και τις ιδέες της αειφορίας. Και αυτό γιατί η μεσαία τάξη στις βιομηχανικές χώρες, με βάση την ψηφοφορία της οποίας αναδεικνύονταν οι κυβερνήσεις μέχρι τώρα, είχε σημαντικό μερίδιο απολαβών από το οικονομικό "μπουμ". Κατά τη διάρκεια και μετά την οικονομική κρίση θα στραφεί προς τη πράσινη οικονομία ή θα απαιτήσει τη Σκανδιναβοποίηση; Θα στραφεί προς τα πράσινα κόμματα ή θα ξαναγυρίσει στη σοσιαλδημοκρατία; Αυτό θα είναι το αποφασιστικό σημείο για το αν θα ανέβουν στην εξουσία τα πράσινα κόμματα και αν το "πράσινο New Deal" και το "Βιοκεφάλαιο" θα έχουν μια ευκαιρία να μετατρέψουν τον καπιταλισμό σε "πράσινο" τέτοιο. Γιατί ναι μεν η καινούργια συμμαχία του κινήματος της αειφορίας (που απο κάποιους αποκαλείται κίνημα των LOHAS: Lifestyle of Health and Sustainability19) με τη βιομηχανία, τη γεωργία και τις επαγγελματικές ενώσεις, μπορεί σε ένα βαθμό να προωθήσει τις ιδέες του20. Όμως μη γελιόμαστε, για να γίνουν αυτές κυρίαρχες στο επόμενο περιορισμένο χρονικό διάστημα που μας απομένει για την αναστροφή, θα πρέπει να κυριαρχήσουν στην πολιτική σκηνή και να ανέβουν στην εξουσία τα πράσινα κόμματα, σε συνεργασία με κόμματα, των οποίων τα προγράμματα θα συγκλίνουν(π.χ. κυβέρνηση Πρασίνων-Λίγκε στη Γερμανία ή Πρασίνων-Σύριζα στην Ελλάδα). ε) Και η μακροπρόθεσμη διέξοδος; Όσοι είναι εκτός της λογικής της ανάπτυξης, ακόμα και της "βιώσιμης πράσινης" ανάπτυξης, που όπως είπαμε θα δώσει μια παράταση, πρέπει να ξεκινήσουμε, όσο γίνεται πιο γρήγορα, για να διαμορφώσουμε την προοπτική για το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου οικονομικής, κοινωνικής, οικολογικής και πολιτικής οργάνωσης των ανθρώπινων κοινοτήτων. Αν βέβαια δεν έχουμε ξεκινήσει ακόμα, διότι υπάρχει ήδη τέτοιο κίνημα, το οποίο με τη μορφή παραδείγματος, προσπαθεί να κατέβει από το τρένο της ανάπτυξης, να πει στοπ σε αυτή και να διαμορφώσει και ιδεολογικά και κοινωνικά συνθήκες ευνοϊκές για εναλλακτικές προς το καπιταλισμό προτάσεις. Μια από αυτές τις προτάσεις που αρχίζει να διαμορφώνεται και προτείνει διαφορετική πορεία από αυτήν του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, είναι η πρόταση της «απο-ανάπτυξης» με τη στρατηγική της Τοπικοποίησης. Αυτή η στροφή, θα έχει περισσότερο να κάνει με μια αποκεντρωμένη, τοπικοποιημένη κοινωνία που θα έχει σαν κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα και τον δήμο και θα στηρίζεται στον ομοσπονδιακό δημοτισμό, στη συνομοσπονδιοποίηση περιφερειών και εθνών. Θα εμπνεύσει την πλειοψηφία των ανθρώπων να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμικό ρεύμα και μια νέα αυτοκαθοριζόμενη κοινωνία, ξεκινώντας από την τοπική κοινωνία, σε σχέση απόρριψης, αναδιάρθρωσης και ρήξης με την «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση και το κεντρικό εθνικό κράτος. Η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» των σύγχρονων επαγγελματιών πολιτικών και των κομμάτων εξουσίας, προάγοντας τα συμφέροντα των ολίγων ισχυρών, έχει απογοητεύσει σε μεγάλο βαθμό τους ανθρώπους.Είναι λοιπόν φυσικό, οι πολίτες να μην ασχολούνται με αυτό που σήμερα περνιέται σαν «πολιτική», ιδιαίτερα οι νέοι, οι περιστασιακά εργαζόμενοι, οι άνεργοι και οι περιθωριοποιημένοι, που βλέπουν ότι δεν τους λαμβάνει κανείς υπόψη. Το ζητούμενο σήμερα είναι η δημιουργία ενός καινούργιου είδους πολιτικής, Η πολιτική πλέον δεν θα ταυτίζεται με την άσκηση εξουσίας από τις προνομιούχες ομάδες, αλλά με την οργάνωση της συμμετοχής ολόκληρου του πληθυσμού στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με βάση την αλληλεγγύη και την αυτοδιαχείριση σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής κοινωνικής ζωής. 'Ετσι θα συγκινήσει και θα εμπνεύσει τους ανθρώπους και θα τους επιτρέψει να βρουν ένα σταθερό σημείο αναφοράς και να ξαναονειρευθούν ένα καλύτερο κόσμο με ένα καινούργιο ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Ένα ξεκίνημα με όσο το δυνατόν περισσότερους και ουσιαστικότερους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Θεσμούς που δεν θα είναι μόνο μέσα, αλλά τρόπος ζωής και θα κινητοποιούν τους πολίτες για συμμετοχή21, η οποία θα τους μετατρέψει από αντικείμενα διαχείρισης της σημερινής πολιτικής, σε υποκείμενα της πολιτικής. Σε υποκείμενα που θα έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τις συνθήκες της ζωής τους, για την οικονομία τους, για το περιβάλλον και την υγεία τους, για τον πολιτισμό και την κοινωνία τους γενικότερα, χωρίς όλα αυτά να ελέγχονται από μια κεντρική εξουσία και ιεραρχία. Ο ευνοϊκότερος χώρος για τη δημιουργία αυτής της νέας πολιτικής και του νέου κινήματος, ιδιαίτερα στο δυτικό κόσμο, είναι ο χώρος της τοπικής κοινωνίας και του Δήμου. Του Δήμου που περιλαμβάνει την τοπική πόλη και την γύρω από αυτήν ύπαιθρο ή του Δήμου που μαζί με άλλους δήμους αποτελεί τμήμα μιας μεγάλης πόλης22. Εδώ είναι δυνατή η άρνηση του συγκεντρωτισμού και του γιγαντισμού που εκφράζει η σύγχρονη «πολιτεία» και το κεντρικό κράτος, καθώς και οι μηχανισμοί της Παγκοσμιοποίησης και των πολυεθνικών σήμερα. Η στρατηγική της τοπικοποίησης συμπεριλαμβάνει όλα τα αιτήματα του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης(όχι σε οποιαδήποτε συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, όχι στους φορολογικούς παράδεισους, να διαγραφούν τα χρέη του Τρίτου Κόσμου, δεν πρέπει να εξαντλήσουμε τη φύση και να εκμεταλλευτούμε τον άνθρωπο με ρυθμούς ταχύτερους από αυτούς που μπορούν να ανανεωθούν, όχι στην περιβαλλοντική καταστροφή και το ζοφερό μέλλον, όχι στην ιδιωτικοποίηση του γενετικού υλικού και στη βιοτεχνολογική ανάπτυξη διαγονιδιακών οργανισμών, όχι στην απορρύθμιση του κράτους πρόνοιας και στην επέκταση των ανισοτήτων, όχι στους ενεργειακούς πολέμους κ.λπ.). Μένει να οριοθετήσει και το περιεχόμενο της απαιτούμενης γενικής στροφής στις σημερινές συνθήκες. Άμεσα βέβαια και σε σχέση με τη σημερινή κρίση μπορεί να διατυπώνει αιτήματα για ένα νέο "προστατευτισμό" απέναντι στα μεγασυστήματα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Τέτοια αιτήματα για παράδειγμα στη χώρα μας θα μπορούσαν να είναι: 1) Προς τη κυβέρνηση και τους κρατικούς φορείς:
1)Η διάγνωση της Κοπεγχάγης („The Copenhagen Diagnosis“):
Στην κοινή ανακοίνωση των συγγραφέων της «διάγνωσης»( 26 επιστήμονες, οι περισσότεροι των οποίων ήταν και συγγραφείς της έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για τις Κλιματικές Αλλαγές του ΟΗΕ –IPCC- το 2007), το τελικό συμπέρασμα ήταν: • οι παγετώνες της Γροιλανδίας όσο και της Ανταρκτικής χάνουν όλο και περισσότερη μάζα και συμβάλλουν στην άνοδο της στάθμης των θαλασσών. • ο θαλάσσιος παγετώνας της Αρκτικής φθίνει σημαντικά γρηγορότερα από ότι προέβλεπαν τα μέχρι τώρα μοντέλα. Έτσι το λιώσιμο του πάγου τα καλοκαίρια των ετών 2007 έως 2009 ήταν κατά 40% περισσότερο από τη μέση τιμή των προσομοιώσεων της αναφοράς IPCC του 2007 • στα περασμένα 15 χρόνια η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε πάνω από πέντε εκατοστά. Κατά 80% ψηλότερα από την προσομοίωση του IPCC από το 2001, πράγμα που σημαίνει ότι μέχρι το 2100 θα μπορούσε να ανέβει πάνω από ένα μέτρο, μέχρι δύο μέτρα, πολύ περισσότερο από τις προβλέψεις του IPCC. Για τους επόμενους αιώνες θα πρέπει να αναμένεται μια άνοδος περισσότερων μέτρων • το έτος 2008 οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από ορυκτές πηγές ήταν κατά 40% παραπάνω από τις εκπομπές του 1990. Ακόμα και αν δεν αυξηθούν στη συνέχεια οι εκπομπές, ήδη θα ξεπερνούσαμε στα επόμενα 20 χρόνια τα όρια που απαιτούνται ώστε να μην ανέβει η θερμοκρασία πάνω από δύο βαθμούς, που είχε μπει σαν στόχος • συνολικές εκπομπές πρέπει , μετά το πολύ 5 έως 10 χρόνια( που θα φθάσουν στο μάξιμουμ), να αρχίζουν να μειώνονται γρήγορα και να γίνουν σχεδόν μηδενικές μέχρι το τέλος του αιώνα • η σημερινή συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα με περίπου 387 μέρη όγκου στο εκατομμύριο (ppm), ήδη πάνω από την «ασφαλή» θεωρούμενη τιμή των 350 ppm, υπερβαίνει την τιμή εκατομμυρίων προηγούμενων χρόνων. • μία αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από δύο βαθμούς θεωρείται «επικίνδυνη διαταραχή» του κλιματικού συστήματος, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί. • Για να μειώσουμε τον κίνδυνο απρόσμενων αλλαγών στο πλανητικό σύστημα και να συγκρατήσουμε την αύξηση της θερμοκρασίας στο μάξιμουμ των δύο βαθμών, δεν θα πρέπει σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ 2010 και 2050 οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα να υπερβούν τους 750 γιγατόνους(Gt). • Οι βιομηχανικές χώρες, που έχουν ήδη εκπέμψει το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που τους αναλογεί, καλούνται να τις μειώσουν ριζικά στο άμεσο μέλλον. 2)Ξεπέρασμα του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης: Ας κάνουμε λοιπόν κάποιους απλούς υπολογισμούς: 750 γιγατόνοι=750.000.000.000 τόνοι Για 40 χρόνια εκπομπές σημαίνει:750.000.000.000: 40=18.750.000.000 τόνοι το χρόνο Ο ανθρώπινος πληθυσμός το 2005 ήταν 6.500.000.000, το 2012 θα είναι 7.000.000.000, το 2050 προβλέπονται 9.000.000.000, άρα μπορούμε να πάρουμε ένα μέσο όρο 8.000.000.000 για το διάστημα 2010-2050. Έτσι στην ουσία αντιστοιχούν στον καθένα το χρόνο: 18.750.000.000:8.000.000.000=2,3 τόνοι περίπου Τα τελευταία χρόνια κάθε κάτοικος των ΗΠΑ εξέπεμπε 20 τόνους, της Γερμανίας 10 τόνους, της Κίνας 4,6 τόνους, του Μπαγκλαντές 0,3 τόνους και του Μαλί μόνο 50 κιλά. Εδώ έχουμε ένα τεράστιο πρόβλημα δικαιοσύνης. Κανένας δε μπορεί να απαιτήσει από τις υπανάπτυκτες χώρες να μειώσουν τις εκπομπές για να μπορούμε στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο να συνεχίζουμε(έστω και διαφοροποιημένα βέβαια μεταξύ φτωχών και πλούσιων), όπως μέχρι τώρα. Για να φθάσουμε σε ετήσιες εκπομπές των 2 τόνων ανά κάτοικο στη δύση(πιο δίκαιο θα ήταν βέβαια να τις φθάσουμε ακόμα χαμηλότερα), θα πρέπει να υπάρξει μεγάλη «απο-ανάπτυξη» σε όλους σχεδόν τους μέχρι τώρα τομείς, εκτός από κείνους όπου θα έχουμε μηδενικές εκπομπές - ή αντίθετα- αρνητικές εκπομπές, με την έννοια ότι αποθηκεύουν την περίσσεια του διοξειδίου του άνθρακα. Αυτό θα απαιτούσε αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και διανομής σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανάπτυξη, όχι με την έννοια της μεγέθυνσης, αλλά της ποιότητας και της επέκτασης θα μπορούμε να έχουμε σε τομείς, όπου αντί να έχουμε εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, θα έχουμε ή μηδενικές ή απορρόφησή τους από την ατμόσφαιρα και «αποθήκευσή» τους σε αυτούς τους τομείς. «Απο-ανάπτυξη εδώ», λοιπόν, «συντήρηση εκεί», «ανάπτυξη πιο πέρα», αλλά σε καμία περίπτωση «ανάπτυξη ή θάνατος», που είναι το μότο του Τουρμποκαπιταλισμού . Για να δούμε πού μπορεί να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας τον κύκλο του άνθρακα. 3)Ο κύκλος του άνθρακα: Είναι ένας βιοχημικός κύκλος με τον οποίο το στοιχείο άνθρακας «κυκλοφορεί» ανάμεσα στη βιόσφαιρα, στη λιθόσφαιρα στην υδρόσφαιρα και στην ατμόσφαιρα του πλανήτη Γη. Ο κύκλος έχει τέσσερις μεγάλες δεξαμενές άνθρακα, που επικοινωνούν μέσα από διάφορους δρόμους ανταλλαγής. Οι δεξαμενές αυτές είναι η ατμόσφαιρα(διοξείδιο, μεθάνιο, χλωροφθοράνθρακες), η βιόσφαιρα(περιέχει ζωντανή- νεκρή οργανική ύλη, μέρος της η βλάστηση), οι ωκεανοί (εμπεριέχουν διοξείδιο του άνθρακα και ζωντανή-νεκρή οργανική ύλη)και η λιθόσφαιρα(που περιέχει τα γνωστά μας ορυκτά καύσιμα, πετρέλαιο, λιθάνθρακα, λιγνίτης κ.λ.π) • Στη φυσική κατάσταση δεν υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ ατμόσφαιρας και λιθόσφαιρας. Η λιθόσφαιρα έγινε «αποθήκη» κατά την προϊστορική περίοδο της γης με γεωλογικές διεργασίες. Σαν ανθρωπότητα δεν μπορούμε να επιδράσουμε στην αποθήκευση του άνθρακα σε αυτή την δεξαμενή. Απλώς φροντίζουμε μέχρι τώρα να την «ξαλαφρώνουμε» αυτή την αποθήκη είτε άμεσα μέσω των καύσεων των ορυκτών καυσίμων και μεταφέροντας τον άνθρακα με τη μορφή εκπομπών διοξειδίου στην δεξαμενή της ατμόσφαιρας, είτε έμμεσα μέσω της υπερθέρμανσης των παγωμένων ωκεανών- παγωμένης τούντρας και της απελευθέρωσης έτσι του αποθηκευμένου εκεί μεθανίου. Εδώ θα πρέπει να σταματήσουμε να το κάνουμε αυτό, όσο γίνεται γρηγορότερα. • Η ανταλλαγή μεταξύ ατμόσφαιρας και ωκεανών βοηθά στην ελάττωση της περιεκτικότητας της ατμόσφαιρας σε αέρια θερμοκηπίου, όμως είναι μια διαδικασία που γίνεται κατά την πάροδο αιώνων και όχι μικρο-μεσοπρόθεσμα. Εξάλλου η ανταλλαγή γίνεται με τα επιφανειακά νερά, τα οποία σήμερα θερμαίνονται λόγω αύξησης θερμοκρασίας και εξατμίζονται, ενώ τα κατακόρυφα θαλάσσια ρεύματα που εξασφάλιζαν την ανταλλαγή επιφανειακών και βαθιών νερών υποχωρούν. Έτσι η «αποθήκη» των ωκεανών δεν έχει άμεση θετική συμβολή στην αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Από την άλλη, τυχόν δυνατή ανθρώπινη δράση για θετική επίδραση σ’ αυτό το ισοζύγιο είναι προβληματική, γιατί πρόκειται για χαοτικό μεγασύστημα και δεν θα είμαστε σίγουροι για οποιοδήποτε αποτέλεσμα. • Μας μένει η ανταλλαγή μεταξύ ατμόσφαιρας και βιόσφαιρας. Ο άνθρακας αποσπάται από την ατμόσφαιρα βασικά μέσω της φωτοσύνθεσης στα φύλλα, κατά την οποία τα φυτά μετατρέπουν το ατμοσφαιρικό CO2 σε υδατάνθρακες(μεγαλύτερη ποσότητα από τα νεαρά φυτά) . Η βλάστηση λοιπόν είναι καταρχήν αυτή που ρυθμίζει το ισοζύγιο ατμόσφαιρας -βιόσφαιρας και στη συνέχεια έχουμε τις επίγειες διεργασίες-ανταλλαγές με την υπόλοιπη βιομάζα και το ίδιο το έδαφος. Από το συνολικό ποσό του οργανικού άνθρακα που παράγεται από τη φωτοσύνθεση το μισό περίπου καταναλώνεται από τα φυτά κατά την αυτοτροφική αναπνοή(οπότε έχουμε επιστροφή του άνθρακα στην ατμόσφαιρα με τη μορφή CO2: εξώθερμη αντίδραση με τη διάσπαση της γλυκόζης σε CO2 και σε Η20). Από το υπόλοιπο που παραμένει και αποθηκεύεται στη φυτική μάζα, ένα μέρος καταναλώνεται από τα ζώα και τον άνθρωπο (από το οποίο πάλι ένα μέρος παίρνει το δρόμο για την ατμόσφαιρα μέσω της ετερότροφης αναπνοής). Ένα άλλο μέρος επιστρέφει στην ατμόσφαιρα μέσω της αποψίλωσης και καύσης-πυρκαγιών της φυτικής βιομάζας(αλλά και άλλων οργανικών ουσιών) από τον άνθρωπο και ένα μέρος μετά τη γήρανση των φυτών καταλήγει στο έδαφος, στη λεγόμενη δεξαμενή «συντριμμιών» του άνθρακα. Ένα μέρος αυτών των «συντριμμιών» καθώς και της υπόλοιπης νεκρής βιομάζας(οργανική ύλη στο έδαφος) αποσυντίθεται από τους μικροοργανισμούς του εδάφους, οι οποίοι διασπούν τις ανθρακικές ενώσεις των νεκρών οργανισμών και μετατρέπουν τον άνθρακα σε CO2 (αερόβια) ή σε μεθάνιο (αναερόβια) και έτσι έχουμε επιστροφή του στην ατμόσφαιρα. Ένα άλλο μέρος όμως μετατρέπεται στον εδαφολογικό άνθρακα, που αποσυντίθεται πολύ πιο αργά. Ο εδαφολογικός άνθρακας μαζί με το κάρβουνο των πυρκαγιών αποτελούν τη δεξαμενή του αδρανή άνθρακα. Ο συνολικός άνθρακας του εδάφους είναι πολλαπλάσιος αυτού της βλάστησης. Τα επίγεια οικοσυστήματα αποτελούν δεξαμενές άνθρακα (με νεώτερους υπολογισμούς θεωρείται ότι στα δάση μόνο «σταθμεύουν» περίπου 800 GT, περισσότερο και από την ατμόσφαιρα).Οι βιολογικές διεργασίες μπορούν να επηρεάσουν το ποσό του άνθρακα σε αυτές τις δεξαμενές, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να παρέμβει και άμεσα για αύξηση του αποθηκευμένου άνθρακα σε αυτές. Έτσι το Τροπικό δάσος αποθηκεύει 906 γραμ./μ2.έτος, τα Υπόλοιπα δάση 630, οι Σαβάνες 354, τα Έλη 1350, οι Καλλιέργειες 293, Λοιπά είδη(τούντρες…)31, η Θάλασσα 69 γραμ./μ2.έτος Για τα δάση και ιδίως τα τροπικά έχουν γραφεί πολλά. Η αποψίλωση και οι πυρκαγιές συμμετέχουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά 18%(στοιχεία του 2000, εντωμεταξύ έχουν αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό οι πυρκαγιές, ιδίως στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη). Αν σταματούσαν θα είχαμε μεγάλη βελτίωση σε σχέση με τις κλιματικές αλλαγές. Για να σταματήσουν όμως πρέπει να υπάρξει «αποανάπτυξη» στον τομέα του εμπορίου του ξύλου, ιδίως του τροπικού και να σταματήσει η αλλαγή χρήσης της γης(οικοπεδοποίηση), ώστε να μην έχουμε πυρκαγιές από ανθρωπογενείς αιτίες. Ανάπτυξη θα πρέπει να έχουμε σε δραστηριότητες που υποβοηθούν την αποθήκευση του CO2 στην άγρια βλάστηση με επιστροφή εκτάσεων στην άγρια φύση, με αποκατάσταση των ερημοποιημένων εκτάσεων μέσω αναβλάστησης(π.χ. φυσική σπορά σβώλων), με σωστή διαχείριση των δασών(ώστε να μην έχουμε εύκολα πυρκαγιές από φυσικές αιτίες) και φύτευση νέων εγκλιματισμένων δένδρων(τα νέα δένδρα απορροφούν πάντα περισσότερο CO2 από τα παλιά) κ.λ.π. Βλέπουμε ότι τα έλη μπορούν να απορροφήσουν κάθε χρόνο υπερδιπλάσια ποσότητα CO2 από ότι τα δάση στα μεσαία πλάτη, αλλά πολύ περισσότερο και από τα τροπικά. Μέχρι τώρα κάναμε αποξήρανσή τους υπέρ των καλλιεργειών και της υγείας υποτίθεται. Από δω και πέρα πρέπει να αποκαταστήσουμε ξανά τις ελώδεις εκτάσεις, αν όχι να τις επεκτείνουμε. Θα είναι ο πιο εύκολος και πιο οικονομικός τρόπος για απορρόφηση του παραπανήσιου CO2 από την ατμόσφαιρα. Όμως οι καλλιέργειες και η παραγωγή τροφίμων θα είναι ο κατεξοχήν τομέας, όπου θα πρέπει να γίνουν μεγάλες αλλαγές. 4)Γεωργία –τρόφιμα-διοξείδιο άνθρακα: Ας εξετάσουμε, σε παγκόσμιο επίπεδο, το ρόλο της γεωργίας και των συστημάτων διατροφής, από άποψη συμμετοχής τόσο στη κλιματική κρίση, όσο και ενδεχομένως στην προσπάθεια για την επίλυσή της. Η σχέση μεταξύ του βιομηχανικού συστήματος τροφίμων και της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν φαίνεται συχνά να είναι άμεση, λόγω κυρίως του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται τα στατιστικά στοιχεία. Μερικά από τα συμπεράσματά μας μπορεί να είναι έκπληξη. Είναι σαφές ότι με την επικράτηση της βιομηχανικής γεωργίας και την απομάκρυνση από τις παραδοσιακές μεθόδους καλλιέργειας η σύγχρονη παραγωγή τροφίμων έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία για τις κλιματικές αλλαγές. Έχει υπολογισθεί ότι η εκτεταμένη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, η επέκταση της βιομηχανίας κρέατος με επακόλουθο τη καταστροφή των σαβάνων και των δασών του πλανήτη για να αυξηθούν τα βασικά γεωργικά προϊόντα, είναι από κοινού υπεύθυνες για το ένα τρίτο περίπου των αερίων του θερμοκηπίου, που προκαλούν παγκόσμια αλλαγή του κλίματος. Όταν προσθέσουμε σε αυτό το ποσό της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των γεωργικών προϊόντων, για τη ψύξη τους, για τη συσκευασία, για τη μεταφορά τους σε όλο τον κόσμο και στη συνέχεια για τη διανομή τους σε σούπερ-μάρκετ, ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στη δημιουργία της κρίσης αυξάνει σημαντικά. Το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων μπορεί να είναι υπεύθυνο για το μισό περίπου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο. Ακόμα πιο πέρα: η βιομηχανική γεωργία, μέσω της εξάρτησής της από χημικά λιπάσματα και με μια λογική έλλειψης σεβασμού προς τη γονιμότητα του εδάφους, έχει οδηγήσει και στη μαζική απώλεια οργανικών υλών από το έδαφος. Μεγάλο μέρος αυτής της απώλειας οργανικής ύλης(SOM) έχει καταλήξει στην ατμόσφαιρα. Εμπειρογνώμονες σε θέματα εδάφους και οι αγρότες γνωρίζουν εδώ και καιρό ότι τα χημικά λιπάσματα καταστρέφουν τη γονιμότητα του εδάφους με την καταστροφή των οργανικών υλών. Με τη χρήση χημικών λιπασμάτων, διαλυτά θρεπτικά στοιχεία καθίστανται αμέσως διαθέσιμα σε τεράστια ποσά, προκαλώντας μεγάλη αύξηση της μικροβιακής δραστηριότητας. Αυτή η αυξημένη μικροβιακή δραστηριότητα, με τη σειρά της, επιταχύνει την αποσύνθεση της οργανικής ύλης, που καταναλώνεται με μεγάλη ταχύτητα και έτσι το CO2 που απελευθερώνεται καταλήγει γρήγορα στην ατμόσφαιρα. Όταν τα θρεπτικά συστατικά από τα λιπάσματα δεν επαρκούν, οι περισσότεροι μικροοργανισμοί πεθαίνουν, και το έδαφος μένει με λιγότερη οργανική ύλη. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή συνεχίζεται εδώ και πολύ καιρό, και ενισχύεται επίσης από το όργωμα, η οργανική ύλη του εδάφους εξαντλείται. Αυτό επιδεινώνεται επίσης από τη λογική της απόρριψης ή της καύσης των υπολειμμάτων των καλλιεργειών, που δεν ενσωματώνονται εκ νέου στο έδαφος. Ο τρόπος επομένως που η βιομηχανική γεωργία έχει επεξεργαστεί τα εδάφη από το 1960 και μετά, αποτέλεσε βασικό παράγοντα επίσης για τη σημερινή κρίση του κλίματος. Κάποια χρήσιμα στοιχεία: Το 40% των εδαφών της Γης είναι καλλιεργήσιμα, εκ των οποίων το 1/3 χρησιμοποιείται για την παραγωγή ζωοτροφών. Τα τελευταία 40 χρόνια, 130 εκατομμύρια στρέμματα γης -50% δάση- μετατρέπονται ετησίως σε αγροτικές εκτάσεις. Τα τελευταία 40 χρόνια η βιοποικιλότητα έχει μειωθεί κατά 30%, ενώ παράλληλα έχει καταστραφεί το 50% των τροπικών δασών, τα οποία και προσφέρουν τους απαραίτητους βιότοπους στο 50% και πλέον των γνωστών φυτών και ζώων. Από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση έως σήμερα, έχει μειωθεί κατά 40% η κάλυψη των εδαφών του πλανήτη με φυτά. Τον τελευταίο αιώνα έχει χαθεί το 50% των υδάτινων βιοτόπων μαζί με μεγάλο μέρος των ζωντανών οργανισμών που ζούσαν εκεί. Επιπλέον, περισσότερο από το 15% των φυσικών βοσκοτόπων, λόγω της υπερεκμετάλλευσης από αγροτικές εργασίες, διαβρώθηκαν και μετατράπηκαν σε άγονες περιοχές Η βιομηχανική γεωργία συνέβαλε και με έναν άλλο τρόπο στην επιδείνωση της κρίσης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, με τη μορφή «εξωτερικού κόστους»: τώρα πια γνωρίζουμε ότι τα φυτά απορροφούν 70-80 διαφορετικά ορυκτά από ένα υγιές έδαφος, ενώ τα περισσότερα χημικά λιπάσματα δεν προσθέτουν περισσότερο από μια χούφτα, κύρια άζωτο, φώσφορο και κάλιο, γνωστά από τα χημικά τους σύμβολα ΝΡΚ. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο μέσος όρος των επιπέδων των μετάλλων στα γεωργικά εδάφη έχει πέσει σε όλο τον κόσμο, με 72% στην Ευρώπη, 76% στην Ασία και 85% στη Βόρεια Αμερική Το επακόλουθο είναι ότι τα περισσότερα από τα τρόφιμα που τρώμε είναι ελλιπή σε μέταλλα. Η τροφή μας, είτε φυτική είτε ζωική, έχει χάσει το 20-60% των ανόργανων συστατικών της. Αυτό το γεγονός έχει επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και έχουμε πολλές ασθένειες, πράγμα που με τη σειρά του κάνει αναγκαίο ένα ενεργοβόρο και με μεγάλη κατανάλωση ιατροφαρμακευτικό σύστημα, με τις αντίστοιχες αυξήσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. 5)Η ανάκτηση της οργανικής ύλης των εδαφών(SOM) μέρος της λύσης: Τα εδάφη όμως, όπως είδαμε παραπάνω στον κύκλο του άνθρακα, μπορεί να αποτελέσουν μέρος της λύσης, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό, τι είναι ευρέως αναγνωρισμένο. Μια 10ετή μελέτη στο Ινστιτούτο Rodale της Πεννσυλβάνια των ΗΠΑ έδειξε ότι η χρήση κομπόστ σε συνδυασμό με εναλλαγή καλλιεργειών σε βιολογικά αγροσυστήματα μπορεί να οδηγήσει σε ενσωμάτωση του άνθρακα στο έδαφος σε αναλογία 910 κιλά / στρέμμα / έτος ( αντίθετα, σε αγροκτήματα που βασίζονται στο όργωμα και στα χημικά λιπάσματα, χάνονται σχεδόν 140 κιλά άνθρακα ανά εκτάριο ετησίως). Η ενσωμάτωση 910 κιλών άνθρακα σήμαινε επίσης λήψη 3185 κιλών διοξειδίου του άνθρακα από τον αέρα ανά στρέμμα το χρόνο(μεγάλη ικανότητα πρόσληψης και συγκράτησης λόγω της αυξημένης ποσότητας μικροοργανισμών) . Αν δε γενικευόταν και η χρήση των Ενεργών Μικροοργανισμών(ΕΜ) στη γεωργία και ιδιαίτερα στη παρασκευή του κομπόστ από τα οργανικά υπολείμματα των αγροκτημάτων, αλλά και των κατοικημένων περιοχών(αναερόβια ζύμωση: μποκάσι), θα είχαμε δυνατότητα για ενσωμάτωση μεγαλύτερου ποσού οργανικής ύλης(SOM) στο έδαφος, γιατί οι αναγεννητικοί αυτοί ΕΜ δεν αποσυνθέτουν, αλλά ζυμώνουν και αναδομούν την οργανική ύλη, χωρίς απώλειες προς την ατμόσφαιρα. Έχει υπολογισθεί ότι, αν θα μπορούσαμε να αποκαταστήσουμε και πάλι στα γεωργικά εδάφη του κόσμου την οργανική ύλη, που έχουμε ήδη χάσει, λόγω της βιομηχανικής γεωργίας, τότε τα εδάφη αυτά θα μπορούσαν να συλλάβουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του πλεονάζοντος CO2 στην ατμόσφαιρα . Συνεχίζοντας την ανοικοδόμηση των εδαφών, σε περίπου 50 χρόνια, αυτά θα είχαν προσλάβει περίπου τα δύο τρίτα του πλεονάζοντος CO2 από την ατμόσφαιρα. Κατά τη διαδικασία αυτή, ενώ θα είχαμε υγιέστερο και πιο παραγωγικό έδαφος, ταυτόχρονα θα είχαμε απαλλαγεί : 1) από τη χρήση χημικών λιπασμάτων, τα οποία αποτελούν ένα άλλο γνωστό μεγάλο παραγωγό αερίων του θερμοκηπίου και κατά τη παραγωγή τους και κατά τη χρήση τους . 2) από τα οργανικά απόβλητα των πόλεων τα οποία θα επέστρεφαν στα γεωργικά εδάφη και το μεθάνιο και οι εκπομπές CO2 από χώρους υγειονομικής ταφής και των λυμάτων (ισοδύναμο με 3,6% του συνόλου των σημερινών εκπομπών) θα μπορούσαν να μειωθούν σημαντικά 6)Η αγροτική οικο-γεωργία σημαντικός παράγοντας αποτροπής της κλιματικής αλλαγής: Η επιστροφή στην αγρο-οικολογική γεωργία σε μεγάλη κλίμακα θα μετρίαζε σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή κρίση. Αν και μπορεί να είναι ήδη πολύ αργά για να αποτραπούν περιβαλλοντικές ζημίες μεγάλης κλίμακας(ακόμα και αν δεν ξεπεραστεί το όριο των 2 βαθμών Κελσίου), μια τέτοια στρατηγική θα προσέφερε στον κόσμο μια διέξοδο από την κρίση. Η διεθνής οργάνωση των μικρών αγροτών Via Campesina πιστεύει ότι οι λύσεις για την τρέχουσα κρίση θα πρέπει να διαμορφωθούν από τις οργανωμένες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θα αναπτύξουν τρόπους παραγωγής, κατανάλωσης και εμπορίου που θα στηρίζονται στη δικαιοσύνη, στην αλληλεγγύη και στις υγιείς κοινότητες. Η σημερινή στάνταρ τεχνολογία δε θα μας σώσει από την τρέχουσα παγκόσμια περιβαλλοντική και κοινωνική καταστροφή. Η αειφόρος, μικρής κλίμακας οικογενειακή γεωργία, είναι εντάσεως εργασίας και απαιτεί λίγα καύσιμα. Aυτή θα συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό στην «ψύξη» της γης. Μια τέτοια ριζική αλλαγή των μεθόδων καλλιέργειας και εκτροφής καθώς και του τρόπου διατροφής μας θα απαιτήσει σαφώς θεμελιώδεις αλλαγές Οι τρέχουσες πολιτικές κατά των αγροτογεωργών, όπως οι νόμοι που ευνοούν την ιδιωτικοποίηση και την μονοπώληση των σπόρων και οι κανονισμοί για την προστασία των εταιρειών, οι οποίοι έχουν εξοντώσει τα παραδοσιακά συστήματα τροφίμων, θα έπρεπε να καταργηθούν. Οι υπάρχουσες τάσεις για αυξημένη συγκέντρωση της γης και για επέκταση της βιομηχανικής γεωργίας θα πρέπει να αντιστραφούν: • Εκατομμύρια γεωργών - αγροτικών κοινοτήτων θα πρέπει να αποκτήσουν τη δυνατότητα να κάνουν τις απαραίτητες αμειψισπορές, να οργανώνουν την αγρανάπαυση και να δημιουργούν βοσκότοπους, ώστε να μπορούν να επιστρέφουν στο έδαφος πάνω από 7 δισεκατομμύρια τόνους οργανικής ουσίας κάθε χρόνο. • Προώθηση υγιούς και βιώσιμης ενεργειακής πολιτικής. Αυτό περιλαμβάνει κατανάλωση λιγότερης ενέργειας, παραγωγή βιοαερίου και ηλιακής ενέργειας στα αγροκτήματα - και όχι σε μεγάλο βαθμό προώθηση της παραγωγής βιοντίζελ, όπως συμβαίνει σήμερα. • Εφαρμογή γεωργικών και εμπορικών πολιτικών σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο για την υποστήριξη της τοπικής παραγωγής- διανομής-αγοράς-κατανάλωσης τροφίμων με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτάρκεια. Αυτό περιλαμβάνει την απαγόρευση των επιδοτήσεων που οδηγούν σε ντάμπινγκ των φτηνών τροφίμων στις αγορές. • «Από-ανάπτυξη» στη παραγωγή κρέατος για μια ζωο-εκτροφή στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων • Εκπαίδευση αντίστοιχη των πολυλειτουργικών αγροτών και των νέων γενιών μέσα από την αντίστοιχη στροφή του εκπαιδευτικού συστήματος • Τότε η κρίση του κλίματος έχει μια πιθανή λύση: το έδαφος Όλα αυτά αποτελούν μια μεγάλη πολιτική πρόκληση. Μια τέτοια προσέγγιση, που βασίζεται σε δοκιμασμένες και ελεγμένες τεχνικές καλλιέργειας που αναπτύχθηκαν από αγροτικές κοινότητες επί χιλιετίες, θα παράγουν αποτελέσματα. Τα εμπόδια είναι πολιτικά, και όχι τεχνικά. Γιατί αντί να προωθείται αυτή η κατεύθυνση από τις πολιτικές, αντίθετα προωθείται πληθώρα νέων γενετικών τροποποιήσεων και τεχνικών διαδικασιών (όπως «κλίμα-ready" γενετικώς τροποποιημένες καλλιέργειες και εκτροφή γ.τ. αγελάδων για να παράγουν λιγότερο μεθάνιο ή πυρόλυση της βιομάζας- biochar) και αναπτύσσεται ένας αντίστοιχος τομέας επιχειρήσεων σαν απάντηση στην κρίση. Αυτές οι λεγόμενες λύσεις μπορούν να δημιουργήσουν πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν(βλέπε π.χ. το παράδειγμα της πυρηνικής τεχνολογίας ή των μεταλλαγμένων). Ο χρόνος εξαντλείται, η διαδικασία επιταχύνεται με ανησυχητικό ρυθμό. Η αλλαγή του κλίματος ήδη επηρεάζει σοβαρά 325 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο - με 315.000 να πεθαίνουν από την πείνα, την ασθένεια και τις καιρικές καταστροφές που προκαλούνται από την αλλαγή του κλίματος. Ο ετήσιος αριθμός των νεκρών θα μπορούσε να ανέβει σε μισό εκατομμύριο έως το 2030, με 10 % του παγκόσμιου πληθυσμού που πλήττεται σοβαρά. Ως συνέπεια του αυξημένου άγχους που προκαλείται από την κλιματική κρίση στα εδάφη, τα φυτά και τα ζώα, οι γεωργικές αποδόσεις αναμένεται να πέσουν, ιδίως στις θερμότερες χώρες του Νότου. Ένα τέτοιο σενάριο θα προκαλέσει αφάνταστη ταλαιπωρία σε δισεκατομμύρια των ανθρώπων. Είναι καιρός να γυρίσουμε σελίδα και να δημιουργήσουμε ένα υγιέστερο πλανήτη, με τη βελτίωση των εδαφών, με τη βιώσιμη γεωργική παραγωγή για περισσότερα και καλύτερα τρόφιμα, στηριζόμενοι στη δυναμική των αγροτικών κοινοτήτων, των κοινοτικών-δημοτικών δικτύων παραγωγής διανομής και κατανάλωσης, της μικρής κλίμακας τοπικής αγοράς. Στηριζόμενοι τελικά στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού με τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για την ανάπτυξη μιας αποκεντρωμένης, επανατοπικοποιημένης, οικολογικής και αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας. Μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει την επιβίωση των επόμενων ανθρώπινων γενεών και της βιοποικιλότητας σε αυτόν τον πλανήτη. Αυτός ο στόχος θα εμπνεύσει την πλειοψηφία των ανθρώπων να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμικό ρεύμα, τον πολιτισμό της απο-ανάπτυξης, της αυτοανάπτυξης και του ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού. 1) Διατροφική η επόμενη παγκόσμια κρίση Μετά τη κρίση χρεών, τα επόμενα χρόνια θα έχουμε διατροφική κρίση με βάση τα παρακάτω δεδομένα: • Ενώ η παγκόσμια προσφορά τροφίμων-προς το παρόν- παραπάνω από επαρκής, ταυτόχρονα 1 δισ. υποσιτίζεται(60% υποσαχάρια Αφρική και Ν. Ασία, 845εκατ. Μικροκαλλιεργητές) • Οι κλιματικές αλλαγές οδηγούν σε μείωση και καταστροφή παραγωγής(αλλού καύσωνες, αλλού ξηρασίες ή πλημμύρες π.χ. Ρωσία, Αργεντινή: άνοδος τιμής των σιτηρών κατά 70%, πάνω από 230 Ε/τόνο) • Αύξηση ζήτησης στην ΝΑ Ασία- άνοδος πολυπληθών μεσαίων τάξεων και αλλαγή διατροφικού μοντέλου(με βάση και εδώ τα ζωικά προϊόντα). • Κερδοσκοπία στις τιμές στο χρηματιστήριο των δημητριακών • Το 30% της παραγόμενης τροφής στα σκουπίδια(λόγω των προδιαγραφών εμπορίας, της ημερομηνίας λήξης στα σουπερμάρκετς και μεγάλων υπολειμμάτων στα νοικοκυριά) • Έλεγχος παραγωγής-διανομής τροφής από μεγάλες πολυεθνικές: π.χ. 3 ελέγχουν το 1/3 της επεξεργασμένης, 5 το 75% των σιτηρών, 6 το 75% της αγοράς παρασιτοκτόνων, 2 το 50% της παραγωγής μπανάνας, 3 τη παγκόσμια παραγωγή τσαγιού. • Οι γεωργοί βασικά είναι παραγωγοί πρώτων υλών για τη βιομηχανία και όχι για τον εαυτό τους , τις κοινότητές τους και τις τοπικές αγορές. Ταυτόχρονα είναι αποδέκτες τιμών που διαμορφώνουν οι μεταπράτες, τα καρτέλ και τα χρηματιστήρια. • Οι καταναλωτές είναι εξαρτημένοι πλήρως από την αγορά μέσω των αλυσίδων. Πληρώνουν μέχρι και 4-6 φορές παραπάνω από την τιμή παραγωγού. • Έχουμε παρακμή υπαίθρου, μείωση αγροτικού πληθυσμού, συρρίκνωση αγροτικών κοινοτήτων και εσωτερικούς-εξωτερικούς μετανάστες. Επιβιώνουν μόνο μεγαλο-αγρότες με εντατικές-χημικές καλλιέργειες, υπερκατανάλωση νερού και σαν συνέπεια την υποβάθμιση των εδαφών. Έχουμε ένα σύστημα φθίνουσας απόδοσης με όλο και μεγαλύτερες εισροές και όλο και λιγότερη παραγωγή. • Μεγάλες εκτάσεις χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή με απώλεια αρχικής ενέργειας κατά 65-90%: π.χ νερό: 1 κιλ. μοσχαρίσιο κρέας απαιτεί 22.000 λίτρα, 1 κιλ. Καλαμποκιού 450 λ., ενέργεια: 1κ μοσχαρίσιο 12 απαιτεί 8 kwh, 1κ πατάτες 0,44 kwh. Η απόδοση μετατροπής φυτικής πρωτείνης σε ζωϊκή κυμαίνεται από 4:1 έως 30:1, ανάλογα το ζώο. Στα βιομηχανοποιημένα συστήματα καταναλώνονται 300 μονάδες πόρων, για να παραχθούν 100, ενώ στα ολοκληρωμένα οργανικά συστήματα έχουμε παραγωγή 100 μονάδων πόρων με κατανάλωση μόνο 5 μονάδων. Το γεγονός αυτό κάνει τη βιομηχανική γεωργία να είναι πλέον αντιπαραγωγική • Η καλλιέργεια ενεργειακών φυτών για αγροκαύσιμα έχει σαν αποτέλεσμα: γαιοκτήμονες του Νότου μαζί με τις πολυεθνικές του Βορρά να διεκδικούν μεγάλες εκτάσεις υπέρ του «οδηγού» και εις βάρος του «υποσιτισμένου». Οι στόχοι π.χ. της Ευρώπης για παραγωγή αγροκαυσίμων υλοποιούνται από Μαλαισία, Ινδονησία, Φιλιππίνες. Έχουμε έτσι εκδίωξη των μικροκαλλιεργητών από τη γη τους. Συνολικά όμως δεν μειώνονται οι εκπομπές(το βασικό επιχείρημα των αγροκαυσίμων) π.χ. στα αυτοκίνητα έχουμε αύξηση κατά 17% του υποξείδιου του αζώτου(που είναι 300 φορές πιο επιζήμιο για το «θερμοκήπιο», από το διοξείδιο του άνθρακα). • Έχουμε πατεντοποίηση των σπόρων και των ποικιλιών με τις συμφωνίες TRIPS(1996). Αυτό οδηγεί στη «βιοπειρατεία» των γενετικών πόρων από τις εταιρείες και σε πλήρη έλεγχο του αγροδιατροφικού συστήματος από τις πολυεθνικές του είδους • Το συνολικό παγκόσμιο αγροτοδιατροφικό σύστημα(παραγωγή, συντήρηση, συσκευασία, ψύξη, μεταφορές γεωργ. προϊόντων, διανομή στα σουπερμάρκετς κ.λπ.) είναι υπεύθυνο σχεδόν για το 50% του φαινομένου του «θερμοκηπίου». 2) Οι Εξελίξεις στην Ευρώπη · Αγροτικός τομέας: ο μοναδικός με κοινή πολιτική(ΚΑΠ). Υπάρχει ιδιαίτερος προϋπολογισμός(55 δισ. τα πρώτα χρόνια- το 0,5% του ΑΕΠ της ΕΕ- μειούμενος στη συνέχεια). Κάθε πολίτης συνεισφέρει 2 Ε τη βδομάδα περίπου για χρηματοδότηση της ΚΑΠ · Στην ΕΕ των 15: είχαμε 6 εκατομ. γεωργούς και 130 εκατομ. εκτάρια καλλιεργούμενης γης. · Στην ΕΕ των 27(2007): έχουμε 13 εκ. γεωργούς στα 500 εκ κατοίκους(3% στον συνολικό και 5% στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό) και 185 εκ. εκτάρια. Έχουμε με τη διεύρυνση αύξηση γεωργικής γης κατά 40%, αλλά αύξηση παραγωγής μόνο κατά 10-20%. · Η ΕΕ είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας γεωργικών(μεταποιημένα, οινοπνευματώδη, κρέατα, γαλακτοκομικά, πχ. 72,5 δισ. η αξία τους το 2006) · Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας(καφές, τσάι, μπαχαρικά, φρούτα, σόγια, καλαμπόκι-ζωοτροφές: π.χ. 27,8 δισ. το 2006 ). Υπάρχει δηλαδή θετικό οικονομικό ισοζύγιο, λόγω προστιθέμενης αξίας. · Στο διάστημα 2007-2013: έχουμε μείωση 5% ανά έτος στις άμεσες ενισχύσεις(στις πάνω από 5000 Ε), εύνοια μεγάλων αγροτικών μονάδων κύρια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης. Τα εθνικά κράτη ενδιαφέρονταν μόνο για επιδοτήσεις του πρώτου πυλώνα(λόγω στήριξης της παραγωγής και τιμών εξολοκλήρου από τον προϋπολογισμό της ΕΕ) και όχι για στήριξη της υπαίθρου (λόγω του ότι εδώ υπάρχει συγχρηματοδότηση και από εθνικούς πόρους). · Ελλάδα: μεταξύ 2000-2008 είχαμε μείωση του αγροτικού εισοδήματος κατά 19,9%(στην ΕΕ αντίθετα αύξηση 15,9%). Το 2009 έγινε καταβολή μόνο του 50-60% των επιδοτήσεων, γιατί δεν υπάρχει ακόμα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου. · Για μετά 2013: η ΚΑΠ διαμορφώνεται αυτή την περίοδο, αλλά ο στόχος θα είναι –από ότι φαίνεται από τις προτάσεις των υπουργών-η εταιρική γεωργική παραγωγή με στήριξή της μέσω τραπεζικών χρηματοπιστωτικών εργαλείων. · Αντίθετα: υπάρχει απαίτηση των εναλλακτικών αγροτικών οργανώσεων για σύνδεση των ενισχύσεων με κοινωνικές δράσεις και κριτήρια κοινωνικής-περιβαλλοντικής-κλιματικής προστασίας, διατήρησης βιοποικιλότητας και στήριξης μικρών ολοκληρωμένων αγροτικών μονάδων. Για απαγόρευση της καλλιέργειας Γ.Τ.Ο. Για ανάπτυξη της υπαίθρου σαν ποιοτικού χώρου διαμονής-εργασίας. Για παραγωγή ποιοτικών υγιεινών προϊόντων και σύνδεση παραγωγών καταναλωτών στα πλαίσια τοπικής αγοράς. 3) Οι συνέπειες της υφιστάμενης αγροτικής πολιτικής στην ελληνική ύπαιθρο – Εναλλακτικοί δρόμοι Α) Τα μέχρι τώρα αδιέξοδα · Η ελληνική γεωργία παγκοσμιοποιήθηκε μέσω της Ε.Ε. και της ΚΑΠ. · Χαρακτηριστικό της ΚΑΠ: τα εθνικά κράτη στρέφονταν προς τις άμεσες επιδοτήσεις(εξολοκλήρου από Ε.Ε.), όχι προς ενισχύσεις για την αναζωογόνηση της υπαίθρου(συγχρηματοδότηση) · Για τη χώρα: Παρακμή της υπαίθρου, απώλεια της αυτάρκειας στη διατροφή του πληθυσμού, γήρανση και μείωση του αγροτικού πληθυσμού: από 31% το 1981 στο 9,5% το 2009. (Λόγω της κρίσης το 2009-2010 αυξήθηκαν οι νέοι αγρότες κατά 40.000) · Μεγάλη διαφορά εισοδημάτων μεταξύ μιας μειοψηφίας μεγαλοαγροτών και της πλειοψηφίας των μικρών. · Έχει μετατρέψει και τον έλληνα αγρότη από παραγωγό γεωργικών προϊόντων, σε παραγωγό πρώτων υλών για τη βιομηχανία τροφίμων · Μέσω επιδοτήσεων της ΚΑΠ ευνοήθηκαν οι επιλέξιμες μεγάλες μονοκαλλιέργειες (βαμβάκι, τεύτλα, σιτηρά, βιομηχανική ντομάτα, ροδάκινα, καπνά). Η παραγωγή: κυνήγι των επιδοτήσεων και όχι για να ικανοποιεί τη ζήτηση και την κατανάλωση, στη χώρα. · Εξάρτηση από τις αγροβιομηχανίες, όχι ευελιξία στην επιλογή καλλιεργειών, εγκατάλειψη της παραγωγής, αφού επιδοτούνται άσχετα με το εάν παράγουν ή όχι. · Κάθετη μείωση των ιχθυαποθεμάτων και οικονομικός μαρασμός παράκτιας αλιείας. Το οικοσύστημα του Αιγαίου βρίσκεται υπό κατάρρευση. · Τέλος στην τοπική παραγωγή διαφορετικών σοδειών και ζώων προσαρμοσμένων στο κλίμα και το έδαφος των περιοχών. Εκτόπισμα από λίγες βελτιωμένες ποικιλίες ανά είδος και ορισμένα υβρίδια , που θέλουν πολύ νερό, φυτοφάρμακα, λιπάσματα. (π.χ. μέχρι 1950 είχαμε: 111 ντόπιες ποικιλίες μαλακού σταριού, 139 σκληρού, 99 κριθαριού, 294 καλαμποκιού, 39 βρώμης. Τώρα έχουν διασωθεί 2-3% αυτών). Η ΕΕ θέλει να προωθήσει και τις μεταλλαγμένες ποικιλίες. · Ταυτόχρονα εισάγουμε: κρεμμύδια από την Ινδία, λεμόνια- πορτοκάλια από την Ν. Αφρική, δαμάσκηνα και αχλάδια από τη Χιλή, φακές από τον Καναδά, φασόλια από την Κίνα, ρεβίθια από το Μεξικό, φιστίκια Αίγινας από την Τουρκία, μπάμιες- φασολάκια- πατάτες από την Αίγυπτο-εκτός εποχής. · Μειώσαμε την παραγωγή ζαχαρότευτλων...για να εισάγουμε 200.000 τόνους ζάχαρη. Για την εισαγωγή σιτηρών δαπανάμε 250. εκατομμύρια ευρώ. · Σε 30 χρόνια η Ελλάδα από θετικό εμπορικό ισοζύγιο σήμερα έχει αρνητικό ετήσιο ισοζύγιο μέχρι 4,5 δις Ε .Αυτό συνέβαλε και στη διόγκωση του χρέους. · Παράπλευρα αποτελέσματα: υποβάθμιση και ρύπανση των εδαφών, μόλυνση και ρύπανση των επιφανειακών και των υπογείων νερών (π.χ. το επίπεδο των νιτρικών αλάτων στο 25% των υπογείων νερών ξεπέρασε τα 50 mg/l ενώ το φυσιολογικό είναι τα 5 mg/l). · Ρύπανση της ατμόσφαιρας (π.χ. το μεθάνιο και το υποξείδιο του αζώτου που προέρχονται απ’ τα αζωτούχα λιπάσματα συμμετέχουν στο «φαινόμενο του θερμοκηπίου». Το 15% των αερίων του «θερμοκηπίου» οφείλονται στη Γεωργία σε παγκόσμιο επίπεδο. · Έλλειψη νερού (π.χ. η βαμβακοκαλλιέργεια στη Θεσσαλία έχει εξαντλήσει τα νερά: μέχρι και 400 μ. οι γεωτρήσεις. Απαίτηση για εκτροπή του Αχελώου). · Το τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος, μαζί με το κοινωνικό κόστος απ’ την παρακμή της υπαίθρου και της δημόσιας υγείας κάνει και την Ελληνική γεωργία αντιπαραγωγική (υπάρχει μεγάλο εξωτερικό κόστος, που τα πληρώνει η κοινωνία). · Τιμές: Οι αγρότες είναι αποδέκτες τιμών που διαμορφώνουν οι μεταπράτες και τα καρτέλ των βιομηχανιών μεταποίησης και διατροφής. Οι καταναλωτές πληρώνουν τιμές μέχρι και 6 φορές μεγαλύτερες από αυτές που εισπράττουν οι παραγωγοί. · Τα 2/3 των πρωτοβάθμιων αγροτικών συνεταιρισμών δεν ασκούν καμία δραστηριότητα, πέραν της εκλογής της συνδικαλιστικής ηγεσίας, ενώ μια σειρά από συνεταιριστικές βιομηχανίες όπως η ΑΓΝΟ, η ΟΛΥΜΠΟΣ, η ΡΟΔΟΠΗ χρεοκόπησαν ή πουλήθηκαν σε ιδιώτες( την ίδια μοίρα θα έχει και η ΔΩΔΩΝΗ). · Αναδιάρθρωση: για τα επόμενα χρόνια (μετά το 2013 που τελειώνουν οι σημερινές επιδοτήσεις) η ΕΕ βάζει ως στόχο την ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ, που δεν θα βασίζεται ούτε στον ατομικό αγρότη, ούτε στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, αλλά στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, στην οποία οι κάτοχοι του κλήρου δεν θα είναι πλέον ανεξάρτητοι ή συνεταιρισμένοι παραγωγοί αλλά μέτοχοι. · Οι επενδύσεις του αγροτικού προϋπολογισμού της ΕΕ, θα στραφεί προς τις μεγάλες βιομηχανοποιημένες αγροτικές εταιρείες, σε βάρος των μικρομεσαίων παραγωγών και θα στηριχθεί σε τραπεζική χρηματοδότηση με νέα «ευέλικτα χρηματοπιστωτικά εργαλεία». · Μια τέτοιου τύπου αναδιάρθρωση θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη συγκεντροποίηση γύρω από την τροφή (ήδη σήμερα 7 μύλοι διακινούν το 70% των αλεύρων στην χώρα) και την εξάρτηση της διατροφής του πληθυσμού από τις εταιρίες. Β) Οικολογική γεωργία στη χώρα μας Το Υ/ΑΑ&Τ χωρίς να έχει μια πολιτική εκτίμηση για τη Β.Γ. δεν παρεμβαίνει αποτελεσματικά για τη προώθησή της. Περιορίζεται στη διαχείριση και τη μεταφορά των κοινοτικών οδηγιών που υποχρεωτικά πρέπει να εφαρμόσει. Το κίνητρο των σημερινών υψηλών επιδοτήσεων γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από επιτήδειους και μπορεί ο στόχος της ανάπτυξής της να καταλήξει σε «μπούμερανγκ». Μερικά στοιχεία(2005): • «Επιχειρηματίες»: 16433 • Έκταση: 2.880.625 στρέμ.(1.035.600 φυτική, 1.845.025 βοσκότοποι) • Ποσοστά(στρεμματικά): συνολικά 3,14%, φυτική παραγωγή 2,63% • «Φούσκα» των βιολογικών Στα χαρτιά έχουμε 25.000 Ελληνες βιοκαλλιεργητές σήμερα, στα ράφια ελάχιστα ελληνικά βιολογικά προϊόντα(έρευνα ΟΙΚΟ) Γ) Ποια είναι η διέξοδος για τη χώρα, όσον αφορά στον αγροδιατροφικό τομέα; • Η «Αγροτική» γεωργία, οικο-γεωργία( το οικο- όχι μόνο με την έννοια του οικολογικού, αλλά και με την αρχαιοελληνική έννοια του «οικου»), που θα ικανοποιεί τις βιοτικές ανάγκες της αλυσίδας: αγρότης-κοινότητα-περιοχή-χώρα . • Ο «Πολυλειτουργικός» αγρότης με ολοκληρωμένα αγροκτήματα με πολλά διαφορετικά είδη ζωντανών-ζωϊκών,φυτικών, με βελτιωμένο έδαφος και περιβάλλον, με ντόπια βιοποικιλότητα, με μεταποίηση-διάθεση προϊόντων με κοινοτίστικη αντίληψη για αναζωογόνηση της υπαίθρου και όχι για τις επιδοτήσεις • Η μετατροπή της χώρας σε ζώνη οικο-καλλιέργειας, ελεύθερης από μεταλλαγμένα, με πέρασμα από το χημικό τρόπο παραγωγής σε βιολογικό, βιοδυναμικό ή φυσικό τρόπο παραγωγής καθώς και της αεικαλλιέργειας (permacalture) • Η λογική της υγιεινής τροφής(παραγωγή και για τον ίδιο και για την τοπική αγορά και όχι για την απρόσωπη αγορά). • Αποφυγή των μεσαζόντων- σωστές και δίκαιες τιμές, με βιώσιμη παραγωγή της εγγύτητας για ικανοποίηση βιοτικών αναγκών μέσω της διανομής της εγγύτητας(μικρές διαδρομές από την παραγωγή στην κατανάλωση. • Αναδιάρθρωση αναγκών- αντικαταναλωτισμός - μείωση εξωτερικών εισροών-ανθεκτικές ντόπιες ποικιλίες και ράτσες(ΠΟΠ, ΠΓΕ, κ.λ.π.). Αποκατάσταση του μεσογειακού διατροφικού μοντέλου με μείωση της κατανάλωσης κρέατος • Μεταποίηση των γεωργικών σε προϊόντα διατροφής και ένδυσης(π.χ. ανασύσταση υφαντουργείων, που σήμερα έχουν μετακομίσει σε γειτονικές χώρες χαμηλού εργατικού κόστους, να ανασυστήσει τις βιομηχανίες ζάχαρης) • Εξοικονόμιση και αυτοπαραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ εγκαθιστώντας στα υπόστεγα, στις αποθήκες, στα σπίτια κ.λπ. μικρά αποκεντρωμένα συστήματα • Αγροτουρισμός(ταυτόχρονα ξενοδόχοι, μάγειροι, κ.λ.π). Κατάργηση λεηλασίας θάλασσας από τα μεγάλα αλιευτικά, αναζωογόνηση με την παράκτια αλιεία. • Αναβλάστηση δασών, σταμάτημα ερημοποίησης, αποκατατάσταση άγριας φύσης, ποταμών λιμνών παραλιών, αναζωογόνηση εδαφών αποκαθιστώντας την οργανική ύλη και τον εδαφολογικό άνθρακα, ώστε να απορροφήσουμε τα επόμενα χρόνια τη περίσσια του διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας(αιτία για τη κλιματική αλλαγή-καταστροφή που έρχεται αν δεν το κάνουμε). • Ομάδες-συνεταιρισμοί νέας μορφής(με άμεση δημοκρατία στα πλαίσιά τους), κολεκτιβίστικες δομές αγροτικής παραγωγής, «διευρυμένες» οικογένειες, οικοκοινότητες(κοινό ταμείο), εναλλακτικά δίκτυα διανομής, συνεταιρισμοί παραγωγοκαταναλωτών, «καλάθια» και μικρά συνεταιριστικά μαγαζιά, συνεργασία με κινήματα καταναλωτών για «κοινωνικά στηριζόμενη γεωργία» • Δίκτυα διανομής και ανταλλαγής προϊόντων-υπηρεσιών με τοπικά νομίσματα ή αχρήματα. • Καταλήψεις κρατικής και εκκλησιαστικής γης από κινήματα ανέργων σε μια προσπάθεια αυτοαξιοποίησης της παραγωγικής τους δυνατότητας-εγκατάσταση σε παρατημένα χωριά • Καλλιέργεια αστικής και περιαστικής δημοτικής γης –δημοτικοί λαχανόκηποι από κινήματα γειτονιάς, από συνταξιούχους ή «καλλιεργητές του σαβατοκύριακου» και του «ελεύθερου χρόνου». • Εσωτερική αντίστροφη μετανάστευση(όχι εξωτερική στην οποία στρέφονται πολλοί άνεργοι νέοι σήμερα) με συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης • Το σημερινό 9-10% των ελλήνων αγροτών δεν μπορούν να θρέψουν το υπόλοιπο 90% με υγιεινά προϊόντα διατροφής. Για την αυτάρκεια θα χρειασθεί να ασχοληθούν περισσότεροι με τη γεωργία. Κοινωνικοποίηση –τοπικοποίηση του αγροτοδιατροφικού τομέα και όχι εταιριοποίηση. Σημείωση: Διέξοδος η περιφέρεια; Έρευνα της Kapa Recearch για το Υπουργείο Γεωργίας: Το 68% των ερωτηθέντων-κύρια ηλικίας μεταξύ 25-39 ετών-έχουν σκεφθεί την μετεγκατάσταση Το 1/3 από αυτούς σκέφτονται να ασχοληθούν με τον αγροτικό τομέα, εκ των οποίων το 78% με φυτική παραγωγή-κύρια ελιά και βιολογικές καλλιέργειες- και 15,5% κτηνοτροφία Το 63% βλέπει θετικά την προοπτική να γίνει το παιδί του αγρότης Το 71% πιστεύει ότι πρέπει να στηριχθούμε στη γεωργία για έξοδο από τη κρίση. Ο αγροτικός τομέας είναι ο μόνος που δεν συρρικνώθηκε μετά το 2008(από 6,18 δισ. προστιθέμενη αξία το 2008 στο 7,79 δισ. το 2010, αύξηση 26%, ενώ κατασκευές: -18%, μεταποίηση: -11,8%). Μεταξύ 2008-2011: 60.000 νέες θέσεις εργασίας. Το έλλειμμα: 2007 3δισ., ενώ 2010 1,8 δισ., μείωση εισαγωγών και αύξηση εξαγωγών κατά 725 εκατομ. ευρώ το ίδιο διάστημα. 1. Με τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό δε μπορούμε να συνεχίσουμε, γιατί απέδειξε μέχρι τώρα ότι προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρων χωρών και περιοχών και στο μέλλον στη κατάρρευση ολόκληρου του πλανήτη. Οι σημερινοί μας πολιτικοί «ηγέτες» κάνουν πως δε βλέπουν ότι η ελληνική κατάσταση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κατάστασης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα. Το σύστημα που όλοι οι ιθύνοντές του θεωρούν σαν το πιο «πετυχημένο». Θα άλλαζαν όμως ακόμα και αυτοί τη στάση τους, αν θέλανε να αντιληφθούν-χωρίς να καθορίζεται η ματιά τους από τα ταξικά συμφέροντα που εκφράζουν-την πραγματική κατάσταση.
2. Τη πραγματική οικονομική κατάσταση μπορούμε να τη σκιαγραφήσουμε όσο γίνεται πιο απλά ως εξής: αν μπορούσαμε να μετατρέψουμε όλες τις υπάρχουσες οικονομικές αξίες(μόνο τέτοιες κυριαρχούν πια στον πολιτισμό της «ανάπτυξης και της προόδου»: πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) σε χρήμα, εκφρασμένο π.χ. σε δολάρια που είναι σήμερα το παγκόσμιο νόμισμα, τότε η αξία τους θα ήταν περίπου 60-70 τρις δολ. Οι διάφορες μορφές χρήματος, που έχουν όσοι το κατέχουν, φθάνουν στο ύψος των 700 περίπου τρις δολ. Η σχέση λοιπόν πραγματικών αξιών προς χρηματικές αξίες είναι περίπου 1: 10 τουλάχιστον. Αν αποφασίζαμε δηλαδή αυτή τη χρονική στιγμή να δημιουργήσουμε ένα άλλο παγκόσμιο νόμισμα(π.ν.), που θα έκφραζε τις πραγματικές αξίες, θα είχαμε την εξής σχέση: 1 π.ν.=10 δολ. Όσοι λοιπόν θα είχαν δολάρια-για να μπορούν να κάνουν συναλλαγές στο π.ν.-θα υποχρεωνόταν να ανταλλάξουν 10 δολ. για ένα π.ν. Έτσι θα ξεφούσκωνε «ομαλά» η σημερινή χρηματοπιστωτική φούσκα κατά 10 φορές. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να συρρικνωθούν οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, που διακινώντας και δανείζοντας αυτό τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορούν και ελέγχουν την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%, γιατί το έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα. 3. Δεν υποφέρουν όλοι από αυτό το 99%. Υπάρχουν οι μεσαίες τάξεις και η «αριστοκρατία» των μισθωτών εργαζομένων, που κατορθώνουν να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας. Παρόλο που δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτό, επειδή βλέπουν ότι υπάρχει πάντα κάποιοι «διπλανοί», που έχουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι από αυτούς, όπως επίσης ταυτόχρονα υπάρχουν πάντα και άλλοι διπλανοί-πιο αδύναμοι, άνεργοι ή εξαχρειωμένοι-με μικρότερο ή καθόλου κομμάτι και προσπαθούν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση τους. 4. Η ελίτ κατόρθωνε μέχρι τώρα να έχει την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενη ότι μπορεί να τους αυξάνει το μερίδιο της πίτας με το να την βοηθούν να μεγαλώνει τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των από κάτω της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- όχι την ίδια τη ζωή, αλλά την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης . Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική. 5. Τα τελευταία όμως χρόνια, με τη βοήθεια των καινούργιων μέσων επικοινωνίας και εικόνας, όλος ο κόσμος μπορεί καθημερινά να αντιλαμβάνεται ότι ο πλανήτης μας είναι πεπερασμένος, δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους, ούτε μπορεί να απορροφήσει τα όλο και περισσότερα απόβλητά μας. Είναι μια μικρή γαλάζια σφαίρα που ταξιδεύει μοναχικά στο απέραντο διάστημα και δεν υπάρχει κοντά μας άλλος τέτοιος πλανήτης, όπου θα μπορούσαν να μετακομίσουν ένα μέρος του αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού(μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο τέτοιο πλανήτη, αν συνεχίζαμε να έχουμε το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης: βλέπε ανάρτησηhttp://topikopoiisi.blogspot.de/2012/05/blog-post_2618.html). 6. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα από την οποία δε μπορεί να ξεφύγει, από τη μία εξασφαλίζει για την ελίτ όλο και μεγαλύτερη κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πια πίτας, καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την «φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει. Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. 7. Αυτές δε μπορούν να αποδεχθούν τη «φτωχοποίησή» τους. Με την εξέλιξη της σημερινής κρίσης, που ξεκίνησε με το σπάσιμο της φούσκας στην κατοικία, συνέχισε με το σπάσιμο της φούσκας των τραπεζών και συνεχίζει με το σπάσιμο της φούσκας των κρατικών χρεών στην Ευρωζώνη, η ευρωπαϊκή και κύρια η νοτιοευρωπαϊκή και ελλαδική μεσαία τάξη δε μπορεί να συναινεί πλέον στην υπάρχουσα Ε.Ε. Αυτή κυριαρχούμενη οικονομικά και πολιτικά από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, οδηγεί τη μεσαία τάξη γρηγορότερα σε συρρίκνωση και καταστροφή, παρασύροντας ακόμα χειρότερα και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων. Είναι φανερό ότι η μεσαία τάξη σε αυτές τις χώρες περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω». 8. Όλοι οι έλληνες «από κάτω» λοιπόν-για να «τοπικοποιήσουμε» την κατάσταση-δε μπορούμε να δεχθούμε για τη χώρα τον ρόλο που της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρα δηλαδή που έχει χάσει την αυτάρκεια, έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού, εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού. Δε μπορούμε να δεχθούμε τη δημιουργία ελλειμμάτων στους φυσικούς πόρους και την οικονομία της, τη δανειοδότηση για την κάλυψη αυτών των ελλειμμάτων και την πληρωμή των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια», για να συνεχίζεται η εξάρτησή της από τους "πιστωτές", για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς ελίτ. Αλλά δε μπορούμε να γυρίσουμε και προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Δε μπορούμε να αποδεχθούμε -πιο συγκεκριμένα- τις πολιτικές των «μνημονίων» και ένα αντίστοιχο πολιτικό-κομματικό σύστημα που στηρίζει αυτές τις πολιτικές. Μετατρέπει τα κατώτερα μεσοστρώματα, τους αυτοαπασχολούμενους και τους εργαζόμενους σε «νεόπτωχους» και τους ανέργους σε εξαθλιωμένους. Παράλληλα, ενώ μειώνουν το οικολογικό αποτύπωμα των «από κάτω» της ελληνικής κοινωνίας, δεν μειώνουν το συνολικό αποτύπωμά της, αφού μεταφέρονται όλο και περισσότεροι πόροι προς την ντόπια και παγκόσμια ελίτ , ώστε να συνεχίζεται εκτός από τη κοινωνική αδικία(λόγω της άνισης κατανομής του υπάρχοντος πλούτου) και η οικολογική αδικία με την έννοια της αύξησης του αποτυπώματος των «αναπτυγμένων» χωρών και της παγκόσμιας ελίτ. Θα χρειασθεί μέσα από την όξυνση της σημερινής κρίσης, να αντιληφθούμε ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι και η δική μας ευζωία δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση. Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας. Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης - με τις ψήφους μας σχηματίζονταν οι κυβερνήσεις που μας οδήγησαν εδώ. 9. Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στα μάτια των «από κάτω», μπορεί να τους πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης και ότι θα πρέπει να αναλάβουν οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής τους, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοδιακυβέρνησης. Πριν από όλα να μην αισθάνονται φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουν χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουν κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθάνονται αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψήφιζαν δεν τους εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσύρονται από τα "κοινά". Αν σταματήσουν να συμπεριφέρονται σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουν να συμμετάσχουν στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούν, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είναι οι ίδιοι για τον εαυτό τους. 10. Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να δημιουργήσει κοινότητες, δίκτυα συνεργασίας και αλληλεγγύης, ομάδες παραγωγών, συνεταιρισμούς και συνεργατικές ομάδες, μονάδες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας με αυτοδιαχείριση από τους εργαζόμενους, αυτοπαραγωγή και αχρήματες ανταλλαγές, "τοπικά νομίσματα" και εναλλακτικούς θεσμούς χρηματοδότησης, κ.λπ, κ.λπ.! Ένα τέτοιο κίνημα δίνοντας και λύσεις στην καθημερινότητα των «από κάτω», πορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της. Σε αυτό το μπλοκ προτείνουμε μια συγκεκριμένη μορφή που μπορεί να πάρει αυτή η μετακαπιταλιστική κοινωνία. Τη μορφή της τοπικοποιημένης, οικολογικής, αταξικής, αμεσοδημοκρατικής κοινωνίας της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών. Όμως το ποια ακριβώς μορφή μπορεί να πάρει θα είναι ζήτημα επιλογών της ίδιας της κοινωνίας, όταν αποφασίσει να μπει σε κίνηση για τη μετάβαση πέρα από τον καπιταλισμό. Ποιά μπορεί να είναι τα πρώτα βήματα αυτής της μετάβασης, διαβάστε στη σελίδα μας: Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των "μνημονίων" http://topikopoiisi.blogspot.de/p/blog-page_9619.html Resistencias: Διατροφική Κυριαρχία, Αγροτική πολιτική & Οικοκαλλιέργεια
Με ποιό τρόπο έχει μεθοδευτεί η μείωση των μικροκαλλιεργητών στην Ευρώπη τα τελευταία 30 χρόνια; Πως προωθήθηκαν συγκεκριμένα προϊόντα εις βάρος άλλων με μοναδικό γνώμονα την μεγιστοποίηση του κέρδους και της κατανάλωσης ανεξάρτητα από τις ανάγκες του πληθυσμού; Πόσο επικίνδυνα είναι τα γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα και με ποιο τρόπο μπορούμε να ελέγξουμε την καθημερινή διατροφή μας; Πόσο ανεπτυγμένα είναι τα οικοδίκτυα και ο κοινοτισμός; Είναι δυνατή η ανάπτυξη ενος μοντέλου ώστε να επανέλθει η διατροφική κυριαρχία στους καταναλωτές και η παράκαμψη των μεσαζόντων; Ακούστε τη ραδιοφωνική εκπομπή που κάναμε στο ιντερνετικό ραδιόφωνο radiobubble: http://liveradio.radiobubble.gr/2012/04/resistencias.html Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των "μνημονίων"16/7/2012 Οι σημερινοί μας πολιτικοί «ηγέτες» και τα κόμματα εξουσίας κάνουν πως δε βλέπουν ότι η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Η κατάσταση μπορεί να σκιαγραφηθεί απλά ως εξής: οι υπάρχουσες οικονομικές αξίες(πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) εκφρασμένες σε χρήμα π.χ. σε δολάρια που είναι σήμερα το παγκόσμιο νόμισμα, θα ήταν περίπου 60-70 τρις. Οι διάφορες μορφές χρήματος, που κυκλοφορούν από τους κατέχοντες, φθάνουν στα 700 τουλάχιστον τρις δολάρια. Η σχέση πραγματικών αξιών προς χρηματικές αξίες είναι 1: 10 (πολλές εκτιμήσεις την ανεβάζουν στο 1: 15 ή 1:17). Υπάρχει δηλαδή μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα τις πλειοψηφίες του. Η οικονομική κρίση, έχει γίνει καθαρό σε όλους, οφείλεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία κινείται πλέον με βάση το χρέος. Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων. Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης. Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω». Η ελίτ κατόρθωνε μέχρι τώρα να έχει την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενη ότι μπορεί να τους αυξάνει το μερίδιο της πίτας με το να την βοηθούν να μεγαλώνει τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης. Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική. Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία(αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει. Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων. Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους. Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας. Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της. Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργία οικολογικών χρεών. Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές. Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαταστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον. Με τη βοήθεια των καινούργιων μέσων επικοινωνίας και εικόνας όμως, όλος ο κόσμος μπορεί καθημερινά πια να αντιλαμβάνεται ότι ο πλανήτης μας είναι πεπερασμένος, δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους, ούτε μπορεί να απορροφήσει τα όλο και περισσότερα απόβλητά μας. Είναι μια μικρή γαλάζια σφαίρα που ταξιδεύει μοναχικά στο απέραντο διάστημα και δεν υπάρχει κοντά μας άλλος τέτοιος πλανήτης, όπου θα μπορούσαν να μετακομίσουν ένα μέρος του αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού(μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο τέτοιο πλανήτη, αν συνεχίζαμε να έχουμε το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης). Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για την ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την «φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει. Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
Όσον αφορά στην Ελλάδα Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές. Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα. Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της. Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvω τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή. Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία. Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων». Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων των «μνημονίων», θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές. Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων. Όσον αφορά στην Ελλάδα, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας. Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω». Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρα δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων στους φυσικούς πόρους και την οικονομία της, ώστε να συνεχίζεται η δανειοδότηση για την κάλυψη αυτών των ελλειμμάτων και την πληρωμή των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της από τους “πιστωτές”, για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς ελίτ. Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν, καλύτερα δε μπορούμε η πλειοψηφία των Ελλήνων, να γυρίσουμε προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση. Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας. Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης – με τις ψήφους μας σχηματίζονταν οι κυβερνήσεις που μας οδήγησαν εδώ. Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης. Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα “κοινά”. Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω». Δίνοντας λύσεις στην καθημερινότητά τους, να μπορεί να δημιουργήσει κοινότητες, δίκτυα συνεργασίας και αλληλεγγύης, συνεταιρισμούς και συνεργατικές ομάδες, μονάδες κοινωνικής οικονομίας με αυτοδιαχείριση, αυτοπαραγωγή και αχρήματες ανταλλαγές, “τοπικά νομίσματα” και εναλλακτικούς θεσμούς χρηματοδότησης, κ.λπ. Τα κόμματα και οι πολιτικές οργανώσεις του «αντιμνημονιακού» μπλοκ θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε αυτό, αν ρίχνανε το βάρος, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών. Τα πρώτα βήματα Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της. Περιληπτικά η κατεύθυνση για μια τέτοια μετάβαση θα μπορούσε να περιλάβει αιτήματα προς τη κεντρική εξουσία σαν τα παρακάτω: • Να αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης. • Να αρνηθούμε να συμμορφωθούμε με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, ώστε να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού. • Να αρνηθούμε την προτεινόμενη από την ευρωπαϊκή ελίτ «διάσωση» της Ελλάδας, που στην ουσία είναι διάσωση του χρεοκοπημένου τραπεζικού της συστήματος. Για αυτό θα χρειασθεί καταρχήν να γίνει κρατικοποίηση των τραπεζών που χρεοκοπούν και εκκαθάριση των ισολογισμών τους διαγράφοντας τα «τοξικά προϊόντα». Οι καταθέτες να εξασφαλίζονται στο ακέραιο και όλες οι υπόλοιπες υποχρεώσεις να διαγράφονται ή να ικανοποιούνται με ότι περισσεύει. Να μη γίνει καμιά κατάσχεση πρώτης κατοικίας. • Ανασυγκρότηση της κεντρικής και τοπικής διοίκησης, με εθελούσια μετακίνηση προσωπικού από γραφειοκρατικές δομές σε υποδομές κοινωνικής-περιβαλλοντικής προστασίας-που σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτες-για ενίσχυση του κλάδου της κοινωνικής οικονομίας. Οι ΟΤΑ-όπως φαίνεται από την περίπτωση των «χαρατσιών»- μπορούν να πιεσθούν να βοηθήσουν στη δημιουργία των θεσμών της. • Να απαιτήσουμε έκτακτα μέτρα εσόδων από τα υψηλά εισοδήματα για να στηριχθούν τα κλυδωνιζόμενα ασφαλιστικά ταμεία. Να προωθήσουμε και να αναβαθμίσουμε τα συλλογικά-κοινωνικά αγαθά(σιδηρόδρομος, ενέργεια, νερό, περιβάλλον, έρευνα-καινοτομία), ενάντια στην επιδιωκόμενη σημερινή ιδιωτικοποίησής τους, ώστε να λειτουργήσουν σαν παράλληλος «κοινωνικός μισθός», με στόχο να ξαναγίνει η ποιότητα ζωής δικαίωμα για όλους. Φορολογική μεταρρύθμιση με χαρακτήρα δικαιοσύνης και αναδιανομής, που θα χρησιμοποιεί τους φόρους και ως εργαλεία για ενθάρρυνση ή αποθάρρυνση δραστηριοτήτων ανάλογα με τις επιπτώσεις των τελευταίων στο περιβάλλον και την κοινωνία. • Μέτρα διαφάνειας και πάταξης της μικρής και μεγάλης διαφθοράς-φοροδιαφυγής, τα οποία θα πρέπει να συνδυαστούν με αποκατάσταση της αίσθησης δικαιοσύνης. Στη συνέχεια θα απαιτούνταν κάποια βήματα από σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες για βελτίωση των εισοδημάτων τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Με προώθηση εναλλακτικών πιστωτικών συνεταιρισμών, που διαχειρίζονται αποταμιεύσεις μελών και πελατών τους χωρίς κερδοσκοπικές πρακτικές, και χωρίς την συνήθη αδιαφορία των τραπεζών για τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις των δράσεων που χρηματοδοτούν. Θα χρειαζόταν στη συνέχεια να επαναπροσδιορίσουμε γενικότερα τις βασικές μας ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών. Σε μια τέτοια κατεύθυνση τα βήματα θα μπορούσαν να ήταν σαν τα παρακάτω: • Το πρώτο βήμα θα ήταν η εκπαίδευση ενός ευρέος δικτύου συνεργείων τεχνιτών, που θα ανασκεύαζε όλα τα κτίρια κάθε περιφέρειας της χώρας , καθιστώντας τα ενεργειακά αποτελεσματικά και όπου δυνατόν ενεργειακά αυτάρκη. Αυτή η πολιτική πέρα από την εξοικονόμιση ενέργειας που θα πετύχαινε, θα δημιουργούσε πελώριο αριθμό νέων θέσεων εργασίας για μηχανικούς, υδραυλικούς, μονωτές, ηλεκτρολόγους, οικοδόμους κ.ο.κ. Οι ευκαιρίες για απασχόληση και δημιουργία θα επεκτείνονταν σε όλες τις κοινότητες και τους δήμους της χώρας. • Το ίδιο θα συνέβαινε με την εφαρμογή μιας στρατηγικής μείωσης και εκμηδενισμού των απορριμμάτων, που θα δημιουργούσε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, από συλλέκτες-διαλογείς απορριμμάτων έως επιστήμονες που θα πρωτοπορούσαν στην εφεύρεση κι εφαρμογή νέων υλικών και μεθόδων. • Η εκπαίδευση χιλιάδων νέων ανθρώπων, στα σχολεία και τις σχολές, στην κηπουρική και την οικο-γεωργία, με σκοπό να παραγάγουν σε τοπικό επίπεδο όλο και περισσότερα τρόφιμα, για τον εαυτό τους και για διάθεση στην τοπική αγορά, θα δημιουργούσε επίσης νέες θέσεις εργασίας. Το καλύτερο θα ήταν βέβαια αν μετατρέπαμε τη χώρα σε ζώνη οικο-βιο-γεωργίας και ζώνη ελεύθερη από μεταλλαγμένα με ποιοτικά προϊόντα που θα έχουν και συγκριτικό πλεονέκτημα για εξαγωγές.
• Να αποκαταστούσαμε στη διατροφή μας το μεσογειακό διατροφικό μοντέλο με μείωση της κατανάλωσης κρέατος. • Να δημιουργούσαμε νέα (ή να μετατρέπαμε τα παλιά) τοπικά βιομηχανικά οικοσυστήματα(απόβλητα μονάδων, επεξεργάσιμη ύλη για άλλες). Να επανασυστήναμε τη κλωστοϋφαντουργία-βιομηχανίας ζάχαρης κ.λπ. και γενικά να αναπτύσσαμε την οικονομία της εγγύτητας. • Να ενισχύαμε την εσωτερική μετανάστευση με συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης, απαιτώντας τη στήριξή της από κεντρικούς ή τοπικούς πόρους(π.χ. για νέους ακτήμονες αγρότες διάθεση δημόσιας ή δημοτικής γης). Να προχωρήσαμε σε αστικές και περιαστικές καλλιέργειες για παραγωγή μέρους τουλάχιστον της τροφής του εναπομείναντος πληθυσμού των πόλεων. • Να επιδιώκαμε ενεργειακή αυτοδυναμία μέσω ενεργειακού εφοδιασμού από δημοτικές-διαδημοτικές επιχειρήσεις, που παράγουν ηλεκ. ενέργεια από ΑΠΕ, κατέχουν τα τοπικά δίκτυα μεσαίας και χαμηλής τάσης και διαχειρίζονται τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές της περιοχή τους. Και όλα αυτά να συνδέονται με καμπάνιες και τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας. - Να επιδιώκαμε επίσης-όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα, αφού αποσύρουν τις πιθανές οικονομίες από τις τράπεζες-να εγκαθιστούν φ/β συστήματα στις στέγες και ταράτσες των σπιτιών, στις στέγες των αγροτικών υπόστεγων και αποθηκών, σε μη παραγωγική γη. - Να εγκαθιστούν μικρές ανεμογεννήτριες σε ευνοϊκά σημεία μη παραγωγικής γης. Να δημιουργούν μη κερδοσκοπικές εταιρείες και συνεταιρισμούς, εταιρείες λαϊκής βάσης( π.χ. ετερόρρυθμες) κ.λπ. για την παραγωγή ενέργειας από μικρές εγκαταστάσεις ΑΠΕ και διάθεσή της στα τοπικά δημοτικά δίκτυα. Το ίδιο με τον εφοδιασμό σε πόσιμο νερό μέσω συνεταιρισμών διαχείρισής των λεκανών απορροής και των πηγών του. • Να συρρικνώναμε το συγκεντρωτικό κράτος μεταφέροντας δικαιοδοσίες και πόρους προς μια όσο γίνεται πιο αποκεντρωμένη Τοπική Αυτοδιοίκηση(Τ.Α.) και κοινωνία. • Παράλληλα η αισθητή βελτίωση των δημοσίων μεταφορών, ιδίως του σιδηρόδρομου, θα μείωνε τις εκπομπές θερμοκηπικών αερίων, θα συνέβαλε στην κοινωνικότητα των ανθρώπων-πράγμα που διέλυσε μεταξύ των άλλων και η αυτοκίνηση- και θα μείωνε το κόστος των μεταφορών που επιβαρύνει σήμερα όλα τα μεταφερόμενα προϊόντα. Οι ραδιοσυχνότητες, οι συχνότητες τηλεπικοινωνίας κ.λπ. θα μετατρέπονταν σε κοινωνικά-συλλογικά αγαθά-που είναι από τη φύση τους-και δε θα παρέμειναν σε ιδιωτικά χέρια, αλλά σε συνεταιρισμούς και συνεργατικές επικοινωνίας και ενημέρωσης. Χρειάζεται λοιπόν ένα κίνημα, που θα οδηγήσει στη μετάβαση από την «ατομική απληστία» στη «συλλογική ωφέλεια», με πυλώνες την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική και οικολογική βιωσιμότητα. Γι αυτό χρειάζεται επειγόντως να αναπτυχθεί ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος-που ακόμα δεν γίνεται-ώστε ταυτόχρονα να επιδιώξουμε μια «πνευματική ανασύνταξη», όσο γίνεται πιο πλατιά. Για το πώς θα τιθασεύσουμε αρχικά, θα αντικαταστήσουμε στη συνέχεια, το σημερινό κυρίαρχο οικονομικό και πολιτισμικό μοντέλο του καπιταλισμού. Χρειαζόμαστε ένα νέο πολιτισμό και ένα νέο είδος πολιτικής. Η διαμόρφωση ενός τέτοιου προγράμματος «από τα κάτω» θα σήμαινε: αμεσοδημοκρατικές κινηματικές διαδικασίες του τύπου συνελεύσεων γειτονιών- «πλατειών» των πόλεων, των χώρων εργασίας και εκπαίδευσης, των αγροτικών κοινοτήτων, των κοινοτήτων ενδιαφερόντων κ.λπ., που συνδεόμενες σε δίκτυα και λειτουργώντας σε ομοσπονδιακή βάση με εντολοδόχους, θα κατέληγαν στην καταρχήν διατύπωσή του. Στη συνέχεια η υλοποίησή του θα προωθούνταν καλύτερα με τη δημιουργία τοπικών ριζοσπαστικών κινήσεων πολιτών που θα παρέμβαιναν στις τοπικές κοινωνίες και στην Τ.Α. και θα πίεζαν από τη μια να προωθήσει τα αιτήματα προς το κεντρικό κράτος, από την άλλη θα απαιτούσαν από τα όργανά της να καλούν συνελεύσεις δημοτικών διαμερισμάτων, δήμων και των περιφερειών, για τη θεσμοθέτηση ενός -τοπικού στην αρχή- συμμετοχικού προϋπολογισμού με βάση τη δικαιοσύνη, τους τοπικούς πόρους και το μικρότερο οικολογικό αποτύπωμα. (Ο όρος συμμετοχικός με την έννοια ότι στη διαμόρφωσή του θα έχουν συμμετάσχει οι πολίτες-δημότες με τη διαδικασία των συνελεύσεων, όπου θα πρέπει να επιδιώκεται η όσο γίνεται μεγαλύτερη συμμετοχή). Αυτή η διαδικασία θα οδηγούσε όχι μόνο μακροπρόθεσμα, αλλά και μεσοπρόθεσμα να αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων στους θεσμούς της Τ.Α. Τώρα και το τοπικό πολιτικό προσωπικό λειτουργεί κατ εικόνα και ομοίωση του κεντρικού, αλλά εδώ είναι πιο εύκολο να αντικατασταθεί η εξουσία του από τους εντολοδόχους των συνελεύσεων των πολιτών. Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους, τότε θα είναι δυνατόν να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου και η έκφρασή του σε ένα νέο σύνταγμα που δε θα στηρίζεται στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και το σημερινό κομματικό σύστημα, αλλά σε όσο γίνεται πιο αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, με τη μορφή ίσως της ομοσπονδίας δήμων και συνομοσπονδίας των περιφερειών. - Μια τέτοια κοινωνία θα χρειασθεί να επαναπροσδιορίσει τις βασικές της ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους με όσο γίνεται μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευημερία της λιτότητας» και την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων-που θα χρειασθεί να εξελιχθούν σε πρόσωπα πολύπλευρα, με πολλές δεξιότητες και να μη παραμείνουν σαν μονοδιάστατα σημερινά άτομα, που το μόνο που ξέρουν καλά είναι να καταναλώνουν. Να μη θεωρούν φτώχεια την έλλειψη του συμβατικού χρήματος για να ικανοποιούν τις ανάγκες μόνο μέσω των σημερινών αγορών. Να μη νοιώθουν άχρηστοι επειδή δεν εξασφαλίζουν μια θέση μισθωτής εργασίας στις εταιρικές επιχειρήσεις των συμβατικών εργοδοτών-καπιταλιστών.
Με λίγα λόγια να αφήσουμε πίσω τις αξίες του κέρδους, του ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης των αδυναμιών του «άλλου». Να ξεπεράσουμε τον πολιτισμό της ανάπτυξης, της μεγέθυνσης και της ταύτισης της ευτυχίας με τις δυνατότητες που έχει ο καθένας να κατέχει και να καταναλώνει ατομικά. Αυτό και μόνο δεν οδηγεί σε αίσθημα ικανοποίησης, αλλά αντίθετα σε βουλιμική παθογένεια, σε καθημερινό στρες και κατάθλιψη και τελικά σε κρίση των συνολικών φυσικών πόρων. Για αυτό θα χρειασθεί να στηριχθούμε στα συλλογικά αγαθά και στις αξίες της απλότητας-λιτότητας, της συντροφικότητας-αλληλεγγύης, της συνεργατικότητας, του αλληλοσεβασμού- αναγνώρισης διαφορετικότητας και του αλτρουισμού-κοινοτισμού, για να δημιουργήσουμε τον πολιτισμό της «μετα- ανάπτυξης» εποχής. Οι δομές της: Ξεκινούν από το ξεπέρασμα της πυρηνικής οικογένειας και τη δημιουργία «διευρυμένων» οικογενειών(όχι γενετικής συγγένειας, αλλά ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο». Συνεχίζουν με την επανασύσταση των χωρικών κοινοτήτων και μικρών δήμων, με το χωρισμό των πόλεων σε δήμους κάτω των 50.οοο κατοίκων που συστήνουν αστικές κοινότητες με βάση τις γειτονιές που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000 κατοίκους. Στη συνέχεια συστήνονται περιφέρειες στη βάση της έννοιας της έννοιας της "Βιοπεριφέρειας"το πολύ μέχρι 1.000.000 κατοίκους). Δηλαδή μιας περιφέρειας που εξασφαλίζει την αρμονική ενότητα ενός τόπου (φυσικού οικοσυστήματος), της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα θα είναι καθοριστική στην διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων, των ανταλλαγών μεταξύ τους, όπως και με τους καταναλωτές. Όσον αφορά στην οικονομία της θα πρόκειται για μια οικονομία εγγύτητας με αυτοδιεύθυνση στους χώρους εργασίας. Ομάδες παραγωγών, συνεταιριστικές-συνεργατικές δομές εργασίας με προϊόντα που διατίθενται στα πλαίσια δομών παραγωγωαναλωτών για απευθείας διακίνηση χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικά-συνεργατικά μικρά μαγαζιά, δίκτυα διανομής και ανταλλαγής προϊόντων-υπηρεσιών με τοπικά νομίσματα κ.λπ. Θα χρειασθεί χιλιάδες γεωργών -αγροτικών κοινοτήτων να επιστρέφουν στο έδαφος χιλιάδες τόνους οργανικής ουσίας/ χρόνο(συμβάλλοντας έτσι στην αποκατάσταση του αποσταθεροποιημένου κλίματος, που ο παγκόσμιος καπιταλισμός -αν συνεχίσει έτσι- θα προκαλέσει εκτός των άλλων και κλιματική καταστροφή με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας, αφού δεν θα είναι δυνατή ακόμα και η οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα), παράγοντας ταυτόχρονα υγιεινότερα και φθηνότερα προϊόντα διατροφής. Θα χρειασθεί να κάνουμε εξοικονόμιση και αυτοπαραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ εγκαθιστώντας στις στέγες, στα υπόστεγα, στις αποθήκες, στα σπίτια κ.λπ. μικρά αποκεντρωμένα συστήματα, βοηθώντας στην αποκεντρωμένη παραγωγή και διανομή της ενέργειας. Απαιτώντας ταυτόχρονα την κοινωνικοποίησή της, με δημοτικοποίηση της παραγωγής -διανομής ενέργειας. Για παράδειγμα τα δίκτυα Μέσης και Χαμηλής Τάσης (ΜΤ-ΧΤ) να πάνε στους δήμους και τα Υψηλής Τάσης(ΥΤ) στις περιφέρειες και όχι στους ιδιώτες κεφαλαιούχους που απαιτεί η τρόικα και η κυβέρνηση. Η αυτοδιεύθυνση-αυτοδιακυβέρνηση θα είναι το κύριο χαρακτηριστικό και των κοινωνικών χώρων-δομών. Η άμεση δημοκρατία θα είναι θεσμοθετημένη σε όλους αυτούς τους χώρους. Άμεση δημοκρατία στο πολιτικό επίπεδο: συνελεύσεις πολιτών σε κοινοτικό τοπικό επίπεδο (κοινότητα: είτε γεωγραφική, είτε γειτονιά πόλεων συνελεύσεις εντολοδόχων(ανακλητών-εκ περιτροπής) σε δημοτικό-περιφερειακό και επίπεδο χώρας. Θα πρόκειται για μια ομοσπονδιακή –συνομοσπονδιακή μορφή σύνδεσης, ώστε να δημιουργηθεί μια κοινωνία της κοινότητας των κοινοτήτων Αποφάσεις στη βάση δημοκρατικού ορθολογισμού(απαρτίες, ειδικές απαρτίες, πλειοψηφίες, ειδικές πλειοψηφίες κ.λ.π) Άμεση δημοκρατία στο οικονομικό επίπεδο: Κοινοκτημοσύνη-δημοτική ιδιοκτησία, συλλογικός έλεγχος Αχρήματη ικανοποίηση βασικών-βιοτικών αναγκών(τροφή,στέγη,υγεία-περιβάλλον, εκπαίδευση) με ένα μίνιμουμ εργασίας Ελευθερία επιλογής για τις μη βασικές ανάγκες με επιπλέον εργασία και „τεχνητή“ αγορά . Αυτοδυναμία του δήμου(όχι οπωσδήποτε αυτάρκεια, αλλά στήριξη κύρια στους δημοτικούς πόρους-δίκαιη ανταλλαγή μεταξύ αυτοδύναμων δήμων- συνομοσπονδιακή κατανομή αγαθών-υπηρεσιών κ.λ.π) Δημοκρατικός σχεδιασμός παραγωγής-κατανομής μέσω συνεχούς ανατροφοδότησης πληροφοριών μεταξύ δημοτικών συνελεύσεων-συνελεύσεων χώρων εργασίας. Ομοσπονδιακά πλάνα για τομέα βασικών-δημοτικά πλάνα για τομέα μη βασικών Άμεση δημοκρατία στο κοινωνικό επίπεδο: Αυτοδιεύθυνση στους χώρους εργασίας, νοικοκυριού, εκπαίδευσης, πολιτισμού. Ισοκατανομή ελεύθερου χρόνου Ενσωμάτωση του νοικοκυριού στις βασικές ανάγκες κ.λ.π. Οικοκοινότητες με τη μορφή διευρυμένης οικογένειας Η μη κυριαρχία των αγορών, ο αντικαταναλωτισμός, η χειραφετιτική παιδεία, η αντιιεραρχία και η εγγύτητα και ανανεωσιμότητα των πόρων, της εργασίας και των ανταλλαγών καθώς και η επανάκτηση-επαναχρησιμοποίηση μαζί με τον σεβασμό στη βιοποικιλότητα θα είναι και εχέγγυα για ισορροποιημένη ένταξη της κοινωνίας στη Βιόσφαιρα και το περιβάλλον. Έτσι θα είναι μια οικολογική κατά βάση κοινωνία. Η καπιταλιστική οικονομία στηρίζεται βασικά σε δύο τομείς.
1) Στον κρατικό τομέα με τη μορφή του «κράτους επιχειρηματία»-που στη φάση της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού υποχωρεί υπέρ της ιδιωτικοποίησης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων-ή τη μορφή του «κράτους πρόνοιας»-που και αυτό υποχωρεί είτε αυτοκαταργώντας τον εαυτό του είτε ιδιωτικοποιώντας τις κοινωνικές υπηρεσίες. 2)Στον ιδιωτικό τομέα με τον εταιρικό τρόπο του «επιχειρείν». Αυτός ο τομέας έχει διογκωθεί τόσο που στη φάση της παγκοσμιοποίησης έχουμε σαν αποτέλεσμα 147 μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ οι 737 (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι 147) να ελέγχουν το 80% της οικονομίας του πλανήτη! Υπάρχει όμως και ένας τρίτος τομέας- μεταξύ του κρατικού και του ιδιωτικού - που έχει αναπτυχθεί σήμερα, και τον συναντούμε με πολλά ονόματα: κοινωνική οικονομία, αλληλέγγυα οικονομία, ηθική οικονομία, τρίτος τομέας, λαϊκή οικονομία, κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία κ.α. Η φαινομενική σύγχυση γύρω από τον ορισμό, προκύπτει κυρίως γιατί αντανακλά μια έντονη εσωτερική διαμάχη για τη νοηματοδότηση και την εξέλιξη του φαινομένου. Σε αυτή την εξέλιξη συμμετέχει και δρα ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και πολιτικών υποκείμενων, από μικρές ομάδες γειτονιάς και κοινωνικά κινήματα μέχρι πολυεθνικές επιχειρήσεις και υπερ-κρατικούς σχηματισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, που προφανώς διακατέχονται από πολύ διαφορετικές επιδιώξεις και αναφορές. Ως αποτέλεσμα, ενώ οι λόγοι που αρθρώνονται και οι πρακτικές που υιοθετούνται κάποιες φορές συγκλίνουν, συχνά αποδεικνύονται ασύμβατοι, ακόμη και αντιθετικοί, οδηγώντας σε αποκλίνοντα μονοπάτια. Στον ελλαδικό χώρο, έχουν επικρατήσει δύο βασικά όροι: είτε ο θεσμικός όρος «κοινωνική οικονομία» (ήδη έχει ψηφισθεί νόμος από τη Κυβέρνηση), είτε ο όρος «αλληλέγγυα οικονομία» από μια πληθώρα πρωτοβουλιών βάσης. Το θέμα δεν είναι δεδομένο και αντικειμενικό. Πρόκειται για όρους και πρακτικές υπό διαμόρφωση και το σημαντικό είναι να περιγράψουμε ποια χαρακτηριστικά θέλουμε να πάρει αυτή η οικονομία και εκεί να ρίξουμε το βάρος. Καταρχήν καλύτερα είναι να δεχθούμε τον συμπτυγμένο όρο «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» συνδυάζοντας τα δύο κύρια ρεύματα πρακτικής που υπάρχουν και αποδεχόμενοι τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά και της συμπληρωματικότητας –ως προς την καπιταλιστική οικονομία- και τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης των «από κάτω», αφού ο στόχος είναι να αποτελέσει την οικονομία της μετάβασης προς ένα διαφορετικό από τον καπιταλισμό κοινωνικό σχηματισμό. Τα καταρχήν λοιπόν χαρακτηριστικά που συνοδεύουν την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία μέχρι τώρα-αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να εξελιχθούν παραπέρα- είναι: Διαχείριση υφιστάμενων προβλημάτων με πεδίο αναφοράς την ηθική διάσταση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τη πολιτική διάσταση με τα κοινωνικά δικαιώματα. Λειτουργική και θεσμική σύνδεση με το νομικό πλαίσιο που υπάρχει, αλλά και οικονομική και θεσμική αυτονομία- ανεξαρτησία με διεκδικητική στάση. Αρχική διασύνδεση με την αγορά, αλλά με προτεραιότητα τη σταδιακή αποσύνδεση και την ανάπτυξη εναλλακτικών- αλληλέγγυων δομών. Η κλίμακα και η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης αυτών των δομών μπορούν να ποικίλουν, ανάλογα με το είδος μονάδας και τη στόχευση. Αποκλείονται περιπτώσεις μεγάλης κλίμακας και κάθετης οργάνωσης. Επιθυμητό το μικρό έως μεσαίο μέγεθος μονάδων και η έμφαση στην τοπικότητα, στη συμμετοχική και δημοκρατική λειτουργία. Πεδίο οικονομικής δράσης από αποσπασματικό- με έμφαση σε «αποκατάσταση ζημιών» και υπηρεσίες πρόνοιας- μέχρι και σφαιρικό, περιλαμβάνοντας το σύνολο της οικονομικής ζωής, χρηματικής ή μη. Συνέργειες και διασύνδεση μεταξύ μονάδων, φορέων, δικτύων και κοινωνικών κινημάτων, που ξεκινούν από το να είναι θεματικές και εντοπισμένες, αλλά μπορούν και επεκτείνονται σε διαθεματικές και περιφερειακές. Με απεύθυνση προς την κοινωνία και τους πολίτες για ευαισθητοποίηση, ενίσχυση, άμεση συμμετοχή, προσωπική δράση, ενεργοποίηση και συλλογική δράση. Μια οικονομική δραστηριότητα στα πλαίσια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας σήμερα-με τη μορφή επιχείρησης κοινωνικής βάσης ή συνεταιριστικής ή συνεργατικής(κολεκτίβας) και έχοντας απορρίψει την «μεγιστοποίηση» του κέρδους σαν μέτρο της επιτυχίας της οικονομικής δραστηριότητας- είναι επιτυχημένη, όταν συμβάλει κατά το «μέγιστο» δυνατό στην συλλογική-κοινωνική ευημερία(και όχι μόνο στην ευημερία των μελών της, όπως συμβαίνει με την καπιταλιστική επιχείρηση, που σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεί η οικονομική της επιτυχία να στηρίζεται στη μείωση ακριβώς της ευημερίας και της ποιότητας ζωής της υπόλοιπης κοινωνίας). Η επιτυχία της αποδείχνει ότι στην ουσία ισχύει το αντίστροφο από ότι ισχυρίζεται ο καπιταλισμός: δεν είναι η ατομική ευημερία εκείνη που συνεπάγεται αυτόματα και την συλλογική ευημερία, αλλά η συλλογική είναι αυτή που συνεπάγεται και την ατομική ευημερία. «Όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του». Στη συνέχεια τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να αποκτήσει κατά την περίοδο της μετάβασης είναι: να στηρίζεται στη διαφάνεια των στόχων και την κριτική τους, στη κοινωνική ασφάλεια και υπευθυνότητα με κοινωνική αναδιανομή των πλεονασμάτων, στην «κοινωνική αναγνώριση της αναγκαιότητας» των οικονομικών δραστηριοτήτων, στη συλλογική ιδιοκτησία και χρήση των μέσων παραγωγής, στην δημιουργική και ισότιμη εργασία με σύγκλιση χειρωνακτικής-πνευματικής και με συνεργατικές σχέσεις των εργαζομένων στις μονάδες της, στην αυτοδιαχείριση και τη δημοκρατική συν-απόφαση των χώρων εργασίας, στην αλληλεγγύη προς τις «επηρεαζόμενες» από την οικονομική δραστηριότητα κοινωνικές ομάδες και άλλα είδη ζωής. Να αποβλέπει στην «καλή υγιεινή ζωή» υπηρετώντας την συλλογική και ατομική κοινωνική ευημερία, καθώς και να αποβλέπει στην οικολογική βιωσιμότητα και τις μικρές αποστάσεις, στηριζόμενη περισσότερο στους τοπικούς φυσικούς πόρους(«οικονομία της εγγύτητας»). Να αποβλέπει επίσης στην όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτοδυναμία των περιοχών και στις δίκαιες ανταλλαγές μεταξύ τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά θα συνδέονται προφανώς και με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της μετάβασης, η οποία για να μπορέσει να κινηθεί πλειοψηφικά προς αυτήν-τη μεταβατική κοινωνία- θα χρειασθεί να έχει από τα πριν σκιαγραφήσει ποιο θα είναι το κοινωνικά αποδεκτό «συλλογικό- κοινωνικό όφελος». Το τι θα θεωρείται συλλογική κοινωνική ευημερία δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας γενικότερης δημοκρατικής(αμεσοδημοκρατικής) συζήτησης και συμφωνίας από την ίδια την κοινωνία της μετάβασης. Υπάρχουν όμως ήδη αρκετά δεδομένα, ώστε να μη περιμένουμε να βρεθεί πρώτα η κοινωνία σε περίοδο μετάβασης και μετά να καθορίσουμε την «κοινωνική ευημερία», σαν ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο». Μπορούμε να ξεκινήσουμε ήδη από τώρα να τη σκιαγραφούμε, ώστε κάνοντάς την ελκυστική για την κοινωνική πλειοψηφία, να συμβάλουμε και στο να αποφασίσει να κινηθεί η ίδια προς τα εκεί. Στην Ε.Ε. η «από τα πάνω» προώθηση της κοινωνικής οικονομίας, στην καθαρά συμπληρωματική προς την καπιταλιστική μορφή της, φαίνεται ότι αποτελεί και πολιτική επιλογή των κρατικών μηχανισμών. Οι επιδιώξεις της επιλογής αυτής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ευρείας αντιπαράθεσης και να μην αποτελούν την βάση, ώστε να περιορίσουμε το φαντασιακό μας, όσον αφορά την οικονομία της μετάβασης. Πολύ περισσότερο, όταν απαντούνται στις ευρωπαϊκές χώρες ιδιαίτερα σημαντικά ρεύματα «από τα κάτω» που αποκλίνουν από το δρόμο της καθεστωτικής προώθησης. Θα χρειασθεί βέβαια να απαντήσουμε με καθαρό τρόπο το εύλογο ερώτημα: στην Ελλάδα των μνημονίων και της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, πώς ανταποκρινόμαστε στην εισαγωγή στις ζωές μας και στο δημόσιο διάλογο για αυτήν την οικονομία; Είναι ευκαιρία να δείξουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για μια αλληλέγγυα διαχείριση των συνεπειών της κρίσης, αλλά για μια οραματική και ζωογόνα αναζήτηση μιας καλύτερης, συνεργατικής οικονομίας των αναγκών, που μπορεί να αποτελέσει και τη βάση μιας νέας και βιώσιμης ελληνικής κοινωνίας. Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα καλύτερα, θα χρειασθεί να ακολουθήσουμε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία: όσοι συμφωνούν με τον στόχο της διαμόρφωσης ήδη από τώρα της οικονομίας της μετάβασης με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και όσες συλλογικότητες το έχουν βάλει ήδη σαν σκοπό της δραστηριότητάς τους, να δημιουργήσουμε μαζί έναν σταθερό θεσμό που θα έχει για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. ένα χρόνο ) σαν αντικείμενο την απάντηση αυτού του ερωτήματος. Μπορεί να πάρει τη μορφή ενός «συμβουλίου της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», το οποίο μπορεί να εκλεγεί απευθείας από μια πανελλαδική συνάντηση, που θα χρειασθεί να οργανωθεί με αυτό το θέμα. Να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» τα χαρακτηριστικά της και όχι όπως έγινε με τον νόμο της κυβέρνησης, με τον οποίο δεν ασχολήθηκαν ούτε καν οι βουλευτές τους. Οι στόχοι του «συμβουλίου» θα είναι δύο βασικά: 1) να καθορίσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας και 2) να βρει τα ποσοτικά κριτήρια μετρησιμότητας αυτών των ποιοτικών χαρακτηριστικών, ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε αν μια σημερινή οικονομική μονάδα ανήκει στον τομέα της κοινωνικής –συλλογικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Μετρήσιμα κριτήρια για την κοινωνική, αλληλέγγυα και οικολογικά ισορροπημένη οικονομία Χρειάζεται καταρχήν ο ορισμός του τι θεωρούμε σαν επιτυχία για μια οικονομική δραστηριότητα κοινωνικής, αλληλέγγυας και οικολογικά ισορροπημένης οικονομίας. Όπως είναι γνωστό– και αυτό δεν αμφισβητείται πλέον και από συμβατικούς οικονομολόγους- το ΑΕΠ, συμπεριλαμβάνοντας π.χ. αξίες που δημιουργούνται από ασθένειες, ατυχήματα, περιβαλλοντικές ή φυσικές καταστροφές, ακόμα και από πολέμους στο εξωτερικό, δεν μπορεί να είναι κατάλληλος δείκτης περιγραφής της ευημερίας και πολύ περισσότερο της ευτυχίας ενός λαού. Δε θα πρέπει άρα να μείνουμε στον δείκτη του ΑΕΠ για την μακροοικονομία. Έτσι και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να παραμείνουμε στον σημερινό δείκτη του χρηματοοικονομικού ισοζυγίου των καπιταλιστικών επιχειρήσεων στην μικροοικονομία, που στηρίζεται μόνο στην ατομική ιδιοκτησία, στα κόστη, στις επενδύσεις, στα κέρδη και στους προϋπολογισμούς. Θα χρειασθεί λοιπόν να καθορίσουμε λεπτομερέστερους δείκτες για να εκφράσουμε την επιτυχία σε σχέση με την κοινωνική ευημερία-ικανοποίηση και την ποιότητα ζωής, την ποιότητα και την διανομή των αγαθών, την συμμετοχή-συναπόφαση των πολιτών, την ισότητα των φύλλων, την ποιότητα-προστασία του περιβάλλοντος, τη συλλογική-κοινωνική ιδιοκτησία κ.λπ. Και αυτοί οι δείκτες να συγκεκριμενοποιηθούν και για τις οικονομικές δραστηριότητες της κοινωνικής και αλληλέγγυας μικροοικονομίας. Για να καθορισθούν βέβαια όλοι αυτοί οι δείκτες οριστικά θα χρειασθεί να ακολουθηθεί μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία στα πλαίσια της κοινωνίας της μετάβασης. Τώρα δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε κάτι παραπάνω από το να τους σκιαγραφήσουμε μόνο και να τους προτείνουμε. Στο δρόμο προς την παραπάνω οικονομία οι σημερινές επιχειρήσεις και οι νεοδημιουργούμενες, για να διαφέρουν από τις υπάρχουσες καπιταλιστικές, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουν ζημίες. Απλά δε θα έχουν σα στόχο το «μέγιστο κέρδος», που είναι ο στόχος των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση όχι κέρδος για το κέρδος, ούτε δημιουργία ατομικής ιδιοκτησίας-αλλά συλλογικής των νεοδημιουργούμενων αξιών χρήσης. Η έννοια του κέρδους γίνεται αποδεκτή μόνο με την έννοια του περιορισμένου μέσου για αυστηρά καθορισμένους κοινωνικούς-οικολογικούς σκοπούς. Καλύτερα να το ονομάσουμε πλεόνασμα. Επιδίωξη λοιπόν πλεονασμάτων για την εξυπηρέτηση κοινωνικά αποδεκτών στόχων, οικολογικά βιώσιμων, που προωθούν ταυτόχρονα την οικονομική δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Έχοντας κάνει εκ των προτέρων αποδεκτούς τους παραπάνω στόχους των οικονομικών δραστηριοτήτων μπορούμε για παράδειγμα να θέσουμε σε συζήτηση ένα πίνακα αξιών-κριτιρίων(οριζόντιος άξονας: Ανθρώπινη αξιοπρέπεια,Εμπιστοσύνη,Αλληλεγγύη,Οικολογική βιωσιμότητα,Κοινωνική δικαιοσύνη,Δημοκρατική συμμετοχή,Ατομική/συλλογικήιδιοκτησία) και κοινωνικών ομάδων που τους αφορά η κάθε οικονομική δραστηριότητα(κάθετος άξονας: Πελάτες-καταναλωτές,Συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, Προμηθευτές-χρηματοδότες, Περιοχή-Εντοπιότητα, Πολίτες-θεσμοί απόφασης, Μελλοντικές γενιές,Προϊόν/Υπηρεσία, Πλεόνασμα) και να τον συμπληρώσουμε ανάλογα(καλύτερα να συμπληρωθεί πλήρως από το «συμβούλιο» της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που προτείνεται στο κείμενο για τα χαρακτηριστικά της) Κάθε χαρακτηριστικό στα κουτάκια θα πρέπει να βαθμολογείται με ένα βαθμό, ώστε να αξιολογείται καλύτερα και ποσοτικά η εξέλιξη-βελτίωση της κάθε οικονομικής τέτοιας δραστηριότητας σε σχέση με την αξία-κριτήριο αξιολόγησης(π.χ. στο πρώτο κουτάκι μία επιχείρηση κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας μπορεί να βαθμολογηθεί-και αυτό να γίνεται δημόσια γνωστό-ως εξής: αυτό-οργάνωση ωραρίου 20, παιδικός σταθμός 25, φροντίδα 15, μετεκπαίδευση 10, κ.λπ. Όσο περισσότερους συνολικά βαθμούς συγκεντρώνει το οικονομικό εγχείρημα τόσο περισσότερο ποιοτικά μπορεί να χαρακτηρίζεται σαν «εγχείρημα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας» από το «συμβούλιο» και αυτό να γίνεται δημόσια γνωστό, ώστε να «πριμοδοτείται» από το κίνημα της μετάβασης. Μπορούμε να καθορίσουμε και διαβαθμίσεις στη προσπάθεια κάθε τέτοιου εγχειρήματος για μεγιστοποίηση της βαθμολογίας του: π.χ μέχρι το 200 η πρώτη βαθμίδα, μέχρι 400 η δεύτερη, μέχρι 600 η Τρίτη, κ.ο.κ(χαρακτηρίζοντας και τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του με αντίστοιχο χρώμα). Να σταθούμε λίγο στο θέμα της παραγωγής πλεονάσματος που είναι σημαντικό γιατί συνδέεται με την έννοια του σημερινού καπιταλιστικού κέρδους. Το πλεόνασμα μπορεί να είναι χρήσιμο, αλλά μπορεί και να γίνεται και επιζήμιο. Σήμερα φαίνεται καθαρά αυτό σε επίπεδο εθνικών οικονομιών, όπου τα πλεονάσματα μιας χώρας είναι συνήθως ελλείμματα άλλων χωρών, ή ότι τα κέρδη μιας επιχείρησης μπορεί να οφείλονται σε ζημιές άλλων(ανταγωνισμός) ή σε ζημιές της υπόλοιπης κοινωνίας(εκμετάλλευση εργασίας της) ή σε ζημιές του περιβάλλοντος( εκμετάλλευση της φύσης). Είναι σαν το μαχαίρι που μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς για να κόψει τη σαλάτα του, αλλά και για να μαχαιρώσει το διπλανό του. Το αν θα είναι χρήσιμο θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις κάθε φορά για το ποιοί θα επωφελούνται από αυτό το πλεόνασμα και που αυτό θα «επενδύεται», σύμφωνα με τα αναφερθέντα πιο πάνω. Επειδή για τη δημιουργία ενός τέτοιου εγχειρήματος θα χρειασθούν αρχικοί οικονομικοί πόροι και παραγωγικά μέσα, τα οποία προφανώς θα εξασφαλισθούν από τους αρχικά συμμετέχοντες συνολικά ή μερικά-κάποιοι διαθέτουν κάποιες οικονομίες, άλλοι θα διαθέτουν μελλοντική εργασία κ.λπ. και επομένως θα υπάρχει κάποια αρχική συλλογική ή ατομική ιδιοκτησία-θα μπαίνει ζήτημα αρχικής συμφωνίας για το αν αρχική ατομική ή συλλογική ιδιοκτησία, καθώς και η εργασία, θα έχει δικαίωμα απολαβής «μερίσματος» από το πλεόνασμα ή αν το πλεόνασμα θα επενδύεται μόνο σε κοινωνικούς ή οικολογικούς σκοπούς. Ένα παράδειγμα: δημιουργείται ένας συνεταιρισμός ή μια εταιρεία κοινωνικής βάσης για παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ. Ο κάθε συμμετέχων πολίτης-σα –σύμφωνα με τη θέλησή του-της και τις δυνατότητές του-της διαθέτει από την αρχή ένα ποσό, ώστε να κατασκευασθεί η εγκατάσταση. Η συνέλευση των συμμετεχόντων θα πρέπει να έχει αποφασίσει από την αρχή, αν μέρος του πλεονάσματος θα μοιράζεται στα μέλη ή θα επενδύεται όλο για να κατασκευάζονται νέες εγκαταστάσεις, που θα είναι αναγκαίες για να ξεφύγουμε από τον λιγνίτη και το πετρέλαιο. Μπορεί στην αρχή-για να πεισθούν και οι μικροαποταμιευτές να αποσύρουν τις οικονομίες τους από τις τράπεζες, που έτσι και αλλιώς δίνουν ένα πολύ μικρό επιτόκιο ή καθόλου-ένας τέτοιος συνεταιρισμός να αποφασίσει να μοιράζει στα μέλη του το 1-2% του πλεονάσματος και το υπόλοιπο για κοινωνικούς-οικολογικούς σκοπούς. Μια τέτοια δραστηριότητα ανήκει φυσικά στην οικονομία της μετάβασης, αλλά θα κατατάσσεται ανάλογα με τη διαβάθμιση που προτείνουμε παραπάνω. Γιατί ο τελικός στόχος μιας οικονομίας των αναγκών, που διεκδικεί να είναι αντικαταναλωτική και δίκαιη θα πρέπει να είναι: εισόδημα να δημιουργεί μόνο η εργασία! Έτσι μπορεί να κατανεμηθεί σωστά η αναγκαία κοινωνικά εργασία και να μειωθεί ταυτόχρονα χρονικά η εργασία που αντιστοιχεί στον καθένα. Ο πυρήνας του καπιταλισμού στηρίζεται στη «νόμιμη» διαδικασία που μεταφέρει την υπεραξία που παράγεται από την εργασία και τη φύση(η φύση συμμετέχει στην παραγωγή υπεραξίας υπερεκμεταλλευόμενη με τέτοιους ρυθμούς, που δεν προλαβαίνει η ίδια να αναπαράγει τους φυσικούς της πόρους), στους έχοντες την εξουσία κεφαλαιούχους και ιδιοκτήτες. Αυτοί- ιδίως οι πλούσιοι, ακόμα και όταν συμμετέχουν σαν μάνατζερς στη παραγωγική διαδικασία-δεν απολαμβάνουν μόνο εισόδημα από την τυχόν εργασία τους, αλλά κύρια από την κατοχή κεφαλαίων και μέσων παραγωγής με τη μορφή κερδών ή τόκων και μερισμάτων των επενδύσεών τους. Αυτή η δυνατότητα τους μετατρέπει -στη πλειοψηφία τους- σε άπληστους ανθρώπους, παρόλο που μπορεί, είτε η καταγωγή τους, είτε η ιδεολογία τους, είτε η θρησκεία τους, να μη τους το επιτρέπει. Για να απορριφθεί αυτό το επίκτητο χαρακτηριστικό της απληστίας-κληρονομημένο πιθανά στον καθένα από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης- δε θα πρέπει να δημιουργούμε εισόδημα στο μέλλον από την ατομική ιδιοκτησία μέσων και κεφαλαίου. Διαφοροποιήσεις στο εισόδημα μπορούν να γίνονται αποδεκτές μόνο στη βάση της ηθελημένης επιπλέον εργασίας. Στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου οικονομικού εγχειρήματος λοιπόν μπορεί να αμείβεται κάποιος για περισσότερες ώρες δουλειάς, αλλά να έχουν τεθεί και όρια μεταξύ κατώτερης και ανώτερης αμοιβής. Δε θα πρέπει όμως στην εξέλιξή του να εξασφαλίζει και εισόδημα για μη εργαζόμενους αρχικούς «επενδυτές», παρόλο που στην αρχή-για λόγους που αναφέρθηκαν στο παραπάνω παράδειγμα-πιθανά να είναι απαραίτητο για κάποιο διάστημα. Σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει ένα τέτοιο εγχείρημα να εξελιχθεί σε μετοχική εταιρεία, όπως οι σημερινές. Οι μετοχική συμμετοχή των αρχικών μελών του εγχειρήματος δε μπορεί να μεταβιβάζεται απρόσωπα σε τρίτους. Αν κάποιο μέλος θα θέλει να αποχωρήσει μελλοντικά, μπορεί να αποζημιώνεται από τα αποθεματικά-που θα χρειασθεί να δημιουργούνται από τα πλεονάσματα, για αυτό αλλά και για άλλους σκοπούς- ή να μεταβιβάζει τη μετοχή του σε άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, αποδεκτό από τη συνέλευση των μελών. Δε θα πουλά λοιπόν μετοχές στην απρόσωπη αγορά, αλλά μπορεί να εξασφαλίζει νέα κεφάλαια και μέσα: 1) από την «προίκα» που μπορούν να φέρουν τα νέα εργαζόμενα μέλη τα οποία θα θέλουν να συμμετάσχουν στο εγχείρημα 2) από δάνεια ή δωρεές άλλων συνεργαζόμενων με αυτό εγχειρημάτων 3) από χρηματοδότηση πιστωτικών οργανισμών της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που θα υπάρχουν ή θα δημιουργούνται, στο πρότυπο των σημερινών «ηθικών και δημοκρατικών ή συνεταιριστικών τραπεζών». Στη κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία δεν θα υπάρχει χρηματοπιστωτικός τομέας με τη μορφή του σημερινού καπιταλιστικού «καζίνου». Οι πιθανοί μικροί τόκοι που μπορούν να απαιτούν οι πιστωτικοί αυτοί οργανισμοί της θα δικαιολογούνται μόνο στη βάση των λειτουργικών δαπανών τους και όχι στη βάση διανομής κερδών στα μέλη(και αυτοί οι οργανισμοί-συλλογικότητες θα διανέμουν εισόδημα μόνο στους εργαζόμενούς τους, πέρα από την εξασφάλιση των λειτουργικών εξόδων τους). Σε τέτοιους πιστωτικούς συνεταιρισμούς-που βέβαια θα λειτουργούν με δημοκρατική διαφάνεια για να διεκδικούν την ένταξή τους στην οικονομία της μετάβασης- μπορούν να καταθέτουν για παράδειγμα τα για το επόμενο χρονικό διάστημα αχρείαστα πλεονάσματά τους, τα υπόλοιπα οικονομικά εγχειρήματα της εν λόγω οικονομίας. Έτσι το χρήμα θα ξαναγίνει μέσο για την λειτουργία της κοινοτικής οικονομίας και όχι μέσο πλουτισμού των ατόμων προκατόχων του. Εξάλλου είναι υλοποιήσιμη και η δυνατότητα δημιουργίας από τώρα ενός "εσωτερικού νομίσματος" της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ώστε να ανταλλάσσουν μεταξύ τους -σε μια δίκαιη βάση- όλες οι οικονομικές μονάδες, που θα εντάσσονται στον τομέα. |
Αρχείο
November 2020
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΕΜΠΑΣ
Πρώην εκπαιδευτικός ΜΕ(Μαθηματικός)και οικο-γεωργός στο Πήλιο. Από το 1990, που "επανατοπικοποιήθηκε", προσπαθεί δια του "παραδείγματος" να συμβάλει στη διαμόρφωση της κατεύθυνσης της τοπικοποίησης Κατηγορίες
All
|

RSS Feed