Topikopoiisi
Σελίδες στα Social Media
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Θέσεις
  • Άρθρα
  • Οικο-γεωργία
  • Κοινωνική - αλληλέγγυα οικονομία
  • Εκδηλώσεις
  • Βίντεο
  • Ενδιαφέροντα Ιστολόγια
  • Εικόνες
  • Βιβλία
  • Επικοινωνία

Παρανοήσεις σχετικά με την ενεργειακή κρίση

20/2/2020

0 Comments

 
  1. Ο μύθος της ενεργειακής απόδοσης μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας στον τομέα της κυκλοφορίας
Σε γενικές γραμμές, οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν ότι τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται κατά τη διάρκεια των ετών, έχουν πάντα όλο και καλύτερη απόδοση. Δυστυχώς, αυτό απέχει πολύ από την αλήθεια. Ένα τυπικό παράδειγμα: στις ΗΠΑ η αποδοτικότητα των καυσίμων στα αυτοκίνητα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν απίστευτα ίδια με αυτήν στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Δεύτερο παράδειγμα: είναι μόνο το 1975 που οι κανονισμοί του CAFE (Corporate Average Fuel Economy: εταιρικός κανονισμός οικονομίας καυσίμων) ζήτησαν από την αυτοκινητοβιομηχανία να διπλασιάσει την αποδοτικότητα μέσα σε 10 χρόνια, αλλά η βιομηχανία αυτοκινήτων δεν δεσμεύτηκε σε αυτό μέχρι το 2008. Ωστόσο και μετά δεν επιτεύχθηκε ποτέ αυτός ο στόχος της αποδοτικότητας των καυσίμων από τη μέση κατανάλωση του στόλου των αυτοκινητοβιομηχανιών.
Ο λόγος για τον οποίο δεν υπήρξε κίνητρο για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των αυτοκινήτων από τα μέσα της δεκαετίας του ' 80, ήταν η σχετικά φθηνή τιμή του πετρελαίου, με αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη εξάρτηση από τις εισαγωγές πετρελαίου από τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες. Σαφώς, αυτή η αποτυχία στην επίτευξη μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας των καυσίμων ήταν μια χαμένη ευκαιρία για τη μη άσκοπη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, στο πεδίο των μετακινήσεων και μεταφορών, όλο το προηγούμενο διάστημα. Ακόμα και σήμερα, οι πτρελαιοκινητήρες εσωτερικής καύσης θα μπορούσαν να γίνουν σημαντικά αποτελεσματικότεροι, τοποθετώντας για παράδειγμα λιγότερους κυλίνδρους με μικρότερη μετατόπιση, μια λύση που θα απαιτούσε λιγότερες προσπάθειες και ενέργεια από ότι απαιτεί η αντικατάσταση ενός σημαντικού αριθμού των συμβατικών αυτοκινήτων από ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Στην Ευρώπη, οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί για τις εκπομπές, που βάζουν στόχους για την αποδοτικότητα των καυσίμων σε σχέση με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) των αυτοκινήτων, δεν είναι υποχρεωτικοί. Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με τους κανονισμούς του CAFE στις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί υπόκεινται σε εθελοντική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA). Η συμφωνία της ACEA, που υλοποιείται μέσω σταδιακών σταδίων των προτύπων εκπομπής από 1994 (Euro 1 στάδιο) ανανεώνεται κάθε 4 - 5 χρόνια (το σημερινό πρότυπο είναι το Euro 5 στάδιο από το2009), έχει οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις της αποδοτικότητας των καυσίμων των αυτοκινήτων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Ωστόσο, η υψηλότερη αποδοτικότητα στην κλίμακα των αυτοκινήτων δεν οδηγεί αναγκαστικά σε υψηλότερη αποδοτικότητα στην κλίμακα του συνολικού τομέα μεταφορών. Πράγματι, τα κέρδη αποδοτικότητας μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας συχνά αντισταθμίζονται από περισσότερα χιλιόμετρα οδήγησης. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια διαφορά κλίμακας μεταξύ της αποδοτικότητας στο επίπεδο του προϊόντος ή της τεχνολογίας και της αποδοτικότητας που μετράται σε επίπεδο κάποιου οικονομικού τομέα ή της οικονομίας στο σύνολο.
Παρά την υψηλότερη μέση αποδοτικότητα των καυσίμων στα οχήματα, η κατανάλωση προϊόντων πετρελαίου για μεταφορές αυξήθηκε σημαντικά παντού. Αυτή η αύξηση προέκυψε από υψηλότερο επίπεδο κατανάλωσης κατά κεφαλήν (παρά τη χαμηλότερη μέση κατανάλωση ανά χλμ.), που αντικατοπτρίζει την αλλαγή της συμπεριφοράς των καταναλωτών, όπως η αγορά ενός μεγαλύτερου αυτοκινήτου ή η γρηγορότερη οδήγηση ή οι μεγαλύτερες διανυόμενες αποστάσεις. Δηλαδή, αυτές οι αλλαγές συμπεριφοράς (στοεπίπεδο τομέα), ήταν σε θέση να αντισταθμίσουν τις ευεργετικές επιπτώσεις της επίτευξης καλύτερης αποτελεσματικότητας στα αυτοκίνητα (σε επίπεδο προϊόντος).
Το αποτέλεσμα αυτό καλείται άμεσο « φαινόμενο αναπήδησης» («rebound effect») ή «δίλημμα αποδοτικότητας», το οποίο σημαίνει ότι «καταναλώνουμε περισσότερο συνολικά» (π.χ. οδηγώντας περισσότερα χιλιόμετρα κάθε μέρα).
Γενικότερα, τα αποτελέσματα της «αναπήδησης» παρατηρούνται όταν μια χαμηλότερη ζήτηση σε ένα φυσικό πόρο – λόγω π.χ. της υψηλότερης αποτελεσματικότητας της τεχνολογίας – κάνει τις τιμές της αγοράς χαμηλότερες, οπότε σαν αντιστάθμισμα έχουμε την αύξηση πάλι της κατανάλωσής του (νόμος της αγοράς αυτός).
Στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματα αναπήδησης συμβαίνουν γενικότερα σε κάθε τομέα-πέρα από τον τομέα της κυκλοφορίας- όταν γίνονται αλλαγές από την πλευρά της προσφοράς (στο επίπεδο του προϊόντος ή της τεχνολογίας) χωρίς να γίνει συζήτηση για αλλαγή από την πλευρά της ζήτησης( στον τομέα ή σε επίπεδο οικονομίας). Είναι αδύνατο να δούμε τα αποτελέσματα της ενεργειακής απόδοσης στο επίπεδο τομέα από τα κέρδη που αποκτώνται σε επίπεδο προϊόντος -π.χ. την πιθανή αντιστάθμιση της ενεργειακής απόδοσης- με την απλή εξέταση, για παράδειγμα, της μέσης κατανάλωσης καυσίμου ανά χλμ από τον στόλο οχημάτων (πρόκειται για μια εντατική, ενδελεχή μεταβλητή[1]). Για δούμε την ενεργειακή απόδοση με ένα πιοολοκληρωμένο τρόπο, απαιτείται η εξέτασή της σε σχέση με το μέγεθος του μετατροπέα (π.χ. ο τομέας των μεταφορών) σε κατά κεφαλήν βάση (δηλ. με χρήση εκτενών μεταβλητών[2]).
Διαφορετικά, είναι αδύνατο να εκτιμηθεί αν οι πολιτικές ενεργειακής απόδοσης θα οδηγήσουν πραγματικά σε εξοικονόμηση ενέργειας, λόγω της πιθανής ύπαρξης αποτελεσμάτων αναπήδησης.
Τέλος, η αποδοτικότητα των ενεργειακών πόρων-σε οποιονδήποτε τομέα της οικονομίας- δεν πρέπει να νοείται μόνο ως  «περισσότερη εκροή απότην ίδια εισροή» αλλά και ως  «λιγότερη εισροή για την ίδια εκροή», πράγμα που δεν έχει παρατηρηθεί στην ανθρώπινη ιστορία μέχρι τώρα. Δηλαδή, η πιθανή εμφάνιση της επίδρασης αναπήδησης στην κατανάλωση πόρων σε επίπεδο οικονομίας δείχνει ότι η εξέταση της τεχνολογικής καινοτομίας από μόνη της δεν επαρκεί για να χαρακτηρίσει την ενεργειακή απόδοση μιας κοινωνίας. Επιπλέον, συχνά παραμελείται ότι η τεχνολογική καινοτομία από μόνη της είναι εντατική σε ενέργεια, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να καταναλώσουμε πόρους για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε νέες τεχνολογίες με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας με την εξοικονόμηση πόρων. Ωστόσο, η αναμενόμενη ενέργεια ή οι πόροι που αποδίδονται πίσω χάρη σε αυτές τις τεχνολογικές καινοτομίες δεν επιτυγχάνονται πάντα στην πραγματικότητα. Ακόμα χειρότερα, τα κέρδη αποδοτικότητας δεν μπορούν να ληφθούν ως εκτων προτέρων δεδομένο, εξαιτίας του γεγονότος ότι η τεχνολογική πρόοδος – ενώ δεν επαρκεί για την επίτευξη μιας ενεργειακής μετάβασης– επηρεάζεται βασικά από υψηλές δόσεις αβεβαιότητας. Αυτός είναι ο λόγος που μας αναγκάζει, όταν συζητάμε για την ενεργειακή αποδοτικότητα , να εξετάζουμε επίσης τις κοινωνικές και βιοφυσικές διαστάσεις της χρήσης ενέργειας.
Αν δεν γίνουν προσπάθειες στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο και στο πεδίου της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης για αλλαγές στο παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο, καθώς και στο πρότυπο των αναγκών και το αξιακό σύστημα των πολιτών-καταναλωτών, δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχημένη ενεργειακή μετάβαση μόνο μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας. Η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά στο  δίλημμα: αέναη «ανάπτυξη», υπερκαταναλωτισμός και τεχνοφασισμός-κατάρρευση ή «αποανάπτυξη», άμεση δημοκρατία και βιωσιμότητα-ευζωία!

2) Ο μύθος της αποϋλοποίησης των «ανεπτυγμένων» οικονομιών
Ένας άλλος μύθος που παρατηρήθηκε σε συζητήσεις για ενεργειακά θέματα είναι η αποϋλοποίηση των οικονομιών στις ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες συχνά αυτό θεωρείται δεδομένο, μόλις οι δραστηριότητες του τριτογενούς τομέα παροχής υπηρεσιών αυξάνουν και υπερτερούν στο ποσοστό του ΑΕΠ από τις  παραγωγικές δραστηριότητες  στον πρωτογενή ή/και δευτερογενή τομέα της οικονομίας. Και αυτό με το επιχείρημα ότι οι δραστηριότητες στον πρωτογενή-δευτερογενή τομέα  είναι ενεργειακά  πιο εντατικές.
Ο οικονομικός ορισμός της ενεργειακής απόδοσης βασίζεται στον υπολογισμό του λεγόμενου συντελεστή οικονομικής ενεργειακής έντασης (Εconomic Εnergy Ιntensity, EEI[3]). Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στην αναλογία μεταξύ της τελικής ενέργειας που καταναλώνεται από την οικονομία (η βιοφυσική της εισροή υπολογισμένη σε ενεργειακούς όρους) και του εγχώριου ΑΕΠ που παράγεται από την οικονομία (η προκύπτουσα οικονομική παραγωγή, υπολογιζόμενη με όρους  προστιθέμενης αξίας και μετρημένη σε ένα δεδομένο νόμισμα, σε ένα δεδομένο έτος). Αυτό είναι που στη συνέχεια χρησιμοποιείται για τη μελέτη των αλλαγών στην εξέλιξη των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.
Υιοθετώντας αυτή την προσέγγιση, ωστόσο, κάποιος μπορεί να έχει την εσφαλμένη εντύπωση ότι η τεχνολογική πρόοδος μειώνει την εξάρτηση των σύγχρονων οικονομιών από την ενέργεια. Για παράδειγμα, όταν εξετάζουμε το EEI και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις ανεπτυγμένες οικονομίες, πολλοί καθησυχάζονται από την ιδέα ότι η τεχνολογική πρόοδος έχει συσχετιστεί με ένα φθίνοντα EEI και ένα αυξανόμενοΑΕΠ. Είναι όμως λάθος να θεωρείται η «αποϋλοποίηση» της οικονομίας σαν «βελτίωση» για την αειφορία, εφόσον η τελική κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται σταθερά κατά τη διάρκεια των ετών. Αυτή η παρερμηνεία οφείλεται στη χρήση δεδομένων που αφορούν μόνο τις ενδελεχείς μεταβλητές (E/ΑΕΠ=ΕΕΙ και ΑΕΠ), οι οποίες δεν είναι απαραιτήτως χρήσιμες για τον έλεγχο της βιωσιμότητας μιας οικονομικής διαδικασίας, καθώς δεν δίνουν πληροφορίες σχετικά με το ποσοτικό μέγεθος του συστήματος, ήτοι το επίπεδο κατανάλωσης των φυσικών πόρων από το σύστημα.
Για την αντιμετώπιση των εξωτερικών περιορισμών που καθορίζουν τη βιωσιμότητα της οικονομικής διαδικασίας (δηλ. περιορισμένοι φυσικοί πόροι), πρέπει να συγκρίνουμε το σχετικό μέγεθος της κοινωνίας με το μέγεθος των διαθέσιμων περιβαλλοντικών υπηρεσιών με τη χρησιμοποίηση εκτενών μεταβλητών (π.χ. κατακεφαλή ενέργεια). Έχουμε διαφορετική ανάγνωση αν σχετίσουμε τις μεταβλητές ΕΕΙ και κατακεφαλή ΑΕΠ, αφού παίρνουμε μια καμπύλη που δίνει την αίσθηση ότι η οικονομία δεν καταναλώνει περισσότερη ενέργεια, ενώ η ίδια αυξάνεται, και διαφορετική εικόνα αν σχετίσουμε την κατακεφαλή ενέργεια με το κατακεφαλή ΑΕΠ, όπου η καμπύλη δείχνει σαφώς ότι η οικονομία αυξάνεται μέσω της αύξησης της κατά κεφαλή κατανάλωσης ενέργειας αντανακλώντας τις μεταβολές στην κατανάλωση ενέργειας.
Οι πληροφορίες που παρέχονται από τις εντατικές μεταβλητές δεν επαρκούν για να χαρακτηρίσουν την αποτελεσματικότητα μιας οικονομίας. Στην πραγματικότητα, ο μύθος της αποϋλοποίησης των ανεπτυγμένων οικονομιών προέρχεται από αυτό το συστημικό σφάλμα χρήσης μεταβλητών για τις αναγκες της ανάλυσης των αλλαγών στα κοινωνικοοικονομικά συστήματα

Συμπερασματικά, βλέπουμε από τους δύο παραπάνω μύθους, 1) της ενεργειακής απόδοσης μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας και 2) της αποϋλοποίησης των «ανεπτυγμένων» οικονομιών, ότι: α)ούτε η χάραξη σχεδίου ενεργειακής απόδοσης από την άποψη της τεχνολογικής προόδου από μόνη της δεν είναι επαρκής,  ούτε αυτή είναι μια αποτελεσματική στρατηγική για την επίλυση της ενεργειακής κρίσης  και β)  οι κοινωνικές και βιοφυσικές διαστάσεις (π.χ. μέγεθος πληθυσμού, ενέργεια που καταναλώνεται κατά κεφαλή, κ. λπ.) είναι επίσης απαραίτητες για να κατανοήσουμε και να σχεδιάσουμε αλλαγές. Αυτό είναι και το σκεπτικό πίσω από το πρόταγμα της «Αποανάπτυξης», που μεταξύ των στόχων του είναι και η  επίτευξη υψηλότερης ενεργειακής απόδοσης στις «αποαναπτυξιακές» οικονομίες


[1] Ενδελεχής μεταβλητή: μια μη-προσθετική μεταβλητή που είναι χρήσιμη για να ποσοτικοποιήσουμε μια σχετική ποιότητα ενός συστήματος, που πρέπει να εκφραστεί ομοιογενώς σε όλο το σύστημα, ανά μονάδα μεγέθους του.
Ειδικότερα, στη φυσική επιστήμη, μια ενδελεχής μεταβλητή είναι ανεξάρτητη από την ποσότητα
του παρόντος υλικού (π.χ., πυκνότητα, πίεση, θερμοκρασία, κ. λπ.), δηλαδή ένα ασθενές θεμελειώδες μέτρο.
 

[2] Εκτενής μεταβλητή – μια προσθετική μεταβλητή που είναι χρήσιμη για την ποσοτικοποίηση του μεγέθους ενός συστήματος σε σχέση με το πλαίσιό του και με σχετική παρατηρήσιμη ποιότητα. Πιο συγκεκριμένα, στη φυσική επιστήμη μια μεταβλητή λέγεται ότι είναι εκτεταμένη εάν οι τιμές της εξαρτώνται από την ποσότητα της υπό μελέτη ουσίας (π.χ. όγκος, εντροπία, μήκος, κ. λπ.).

[3]Ο ΕΕΙ είναι ο λόγος Ε/ΑΕΠ

0 Comments

Αποανάπτυξη-Εργασία-Οικονομία-Θεσμικές Αλλαγές

11/10/2019

0 Comments

 
Η Αποανάπτυξη μπορεί να οριστεί ως σταθερή και δίκαιη μείωση της παραγωγής και κατανάλωσης-των εισροών και εκροών- μιας κοινωνίας.
1)Καταρχήν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μεμονωμένες ατομικές μειώσεις στην κατανάλωση ενέργειας ή υλικών,όπως π.χ. με τη χρήση οικονομικών λαμπτήρων ή με την οδήγηση ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Οι υποστηρικτές της Αποανάπτυξης υποστηρίζουν την «εθελοντική απλότητα» σαν ένα διευρυμένο, ολοκληρωμένο και δεσμευτικό πακέτο τρόπων ζωής που υπερβαίνει τις μεμονωμένες καταναλωτικές αποφάσεις και, ως εκ τούτου μειώνει, αν και δεν εξαλείφει, τη δυνατότητα για επιστροφή στην υπερκατανάλωση.
Υπάρχει όμως ένα παράδοξο στη βασική θέση της αποανάπτυξης.Η μειωμένη ζήτηση λόγω εξοικονόμησης πόρων απόορισμένους, μπορεί να μειώσει το κόστος των πόρων σε άλλους και έτσι να αυξήσει την συνολική κατανάλωση. Ως εκ τούτου, η προαιρετική απλότητα είναι απαραίτητη μεν, αλλά όχι και αναγκαία προϋπόθεση για μια βιώσιμη συρρίκνωση. Θεσμικές παρεμβάσεις και περιορισμοί σε διάφορες κλίμακες, είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί ότι τα κέρδη της μείωσης της χρήσης πόρων από την απλότητα, δεν θα επενδύονται σε διαδικασίες περαιτέρω συσσώρευσης κεφαλαίου και σε επέκταση της χρήσης τους, καθιστώντας την απλότητα ουσιωδώς ανενεργή.
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης αναγνωρίζουν επίσης ότι ο εθελοντισμός μόνο δεν μπορεί να πάει μακριά, αν δεν εκφράζεται σε συλλογική και πολιτική δράση για να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί η απλότητα ή για να διασφαλιστεί ότι η εξοικονόμηση πόρων δεν οδηγεί σε περαιτέρω συσσώρευση. Αντί για εθελοντική απλότητα, προτιμούν να μιλάνε για "το δικαίωμα στην απλότητα". Αυτό αφορά την προστασία ενός συνόλου κοινωνικών και θεσμικών συνθηκών που καθιστούν την επιλογή αυτή ευκολότερη και έτσι θα διευκολύνει την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στο τέλος των φθηνών ορυκτών καυσίμων.
2)Κατα δεύτερον, οι υπέρμαχοι της αποανάπτυξης δεν προτείνουν «σχέδια αποανάπτυξης», όπως γίνεται από τους εμπειρογνώμονες και Κυβερνήσεις. Προτείνουν διαφορετικές πιθανές θεσμικές παρεμβάσεις. Θεσμοί που αναδιανέμουν το κόστος, τα οφέλη και τα  κίνητρα της οικονομικής δραστηριότητας μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών παραγόντων, λιγότερες εργάσιμες ώρες, ένα βασικό και ένα ανώτατο εισόδημα, συνεταιριστικές μορφές ιδιοκτησίας, κ. λπ. Είναι ορισμένες από τις πολλές θεσμικές προτάσεις που έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο της αποανάπτυξης .
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλο επιστήμονα ή κοινωνικό παράγοντα που προτείνει πολιτικές παρεμβάσεις ή σκόπιμη συλλογική δράση για την επίτευξη ορισμένων στόχων και τη διαμόρφωση των ανθρώπινων υποθέσεων. Κανείς από την Κοινότητα της Αποανάπτυξης δεν μιλά για "βέλτιστα σχέδια αποανάπτυξης". Αντλώντας έμπνευση από το έργο του πολιτικού φιλόσοφου Κορνήλιου Καστοριάδη, υποστηρίζουν την άμεση δημοκρατία μέσω ανοικτών συμμετοχικών διαδικασιών συνέλευσης. Η Αποανάπτυξη προτείνεται σαν «λέξη πύραυλος», σαν μια νέα σημασιολογική έννοια που ενεργοποιεί νέες διαβουλεύσεις για εναλλακτικούς τρόπους μελλοντικής προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.
Στην Αποανάπτυξη έχουν εμπλακεί  πραγματικά υφιστάμενα μετα-κανονικά, «εκτεταμένα δίκτυα ομότιμης παραγωγής ",επιστημονικές διαδικασίες σε διάφορες κλίμακες και φόρουμ, όπως στα “15M” και “Occupy” κινήματα στην Ισπανία και αλλού, πρόσωπα από διαφορετικούς τομείς κοινωνικής ζωής, μεταξύ αυτώνκαι επιστήμονες, που συναντιούνται σε δημόσιες πλατείες για την αντιμετώπιση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων. Οι διεθνείς διασκέψεις για την Αποανάπτυξη βασίζονται στην Κοινότητα της ομότιμης παραγωγής γνώσης . Επιστήμονες, ακτιβιστές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συνέρχονται  και συνδιαβουλεύονται με την πρόθεση της συνπαραγωγής γνώσεων και την υπαγωγή των απόψεών τους στην αλληλοκριτική αξιολόγηση.
Σε αυτές και σε άλλες δημόσιες συζητήσεις, οι προτάσεις για την Αποανάπτυξη είναι προσωπικές «γνώμες»(«δόξες», όπως τις αποκαλεί ο Καστοριάδης), που πρέπει να «διαβουλευθούν» από τους συμμετέχοντες και την κοινωνία γενικότερα. Δεν είναι «λύσεις» ή «συνταγές»  προγραμματικές.
3)Μια από αυτές τις διστακτικές «γνώμες»,  που εμφανίστηκαν στις  συζητήσεις για την Αποανάπτυξη είναι και η πρόταση για μειωμένο ωράριο εργασίας. Έχουν εκφρασθεί τρεις λόγοι για αυτό: 1) Αν στο επίπεδο της οικονομίας περιοριστεί η παραγωγικότητα από τις πολιτικές της κλιματικής αλλαγής , θα δημιουργήσει μαζική ανεργία. Μόνο η μείωση του ωραρίου και η ανακατανομή της εργασίας, μπορεί να διατηρήσει και την απασχόληση και το κλίμα.2) Η αυξανόμενη ανακατανομή-αναδιανομή της εργασίας στις δυτικές κοινωνίες, από τον απλήρωτο στον αμοιβόμενο τομέα,αύξησε την εμπορευματοποίηση και τη χρηματοποίηση στην καθημερινή ζωή, πράγμα που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή και την ποιότητα ζωής. Υπάρχει ένα επιχείρημα ευημερίας για την αντιστροφή της εμπορευματοποίησης  της εργασίας και την αναδιανομή της από τον αμειβόμενο στον μη αμειβόμενο τομέα, ανεξάρτητα από τις ανησυχίες για την κλιματική αλλαγή.3) Οι υποστηρικτές της Αποανάπτυξης δεν βλέπουν κανένα λόγο να εξαρτώνται τόσο πολύ από τους μισθούς η διανομή προϊόντων και υπηρεσιών, όπως γίνεται τώρα. Ένα οικουμενικό βασικό εισόδημα θα μπορούσε να εισαχθεί ως δικαίωμα. Να επισημανθεί βέβαια ότι η πρόταση της αποανάπτυξης  απαιτεί μείωση του ωραρίου στον τομέα της μισθωτής εργασίας , η οποία θα υποκαθίσταται από πιο χρήσιμη και, αν είναι δυνατόν,πιο ευχάριστη εργασία στον αυτοαπασχολούμενο ή μη αμειβόμενο τομέα. Δεν είναι μια καθολική έκκληση για μείωση της εργασίας.
Η σημασιολογική διάκριση μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης (αναπαραγωγικής) εργασίας  θεωρείται ως δεδομένη, είναι μια σύγχρονη δυτική παραγματικότητα. Κοινότητες και κοινωνίες βιοπορισμού, για παράδειγμα, αναμιγνύουν παραγωγική, αναπαραγωγική και συλλογική εργασία, ή εργασία και παιχνίδι. Είναι η δουλειά για ένα σπιτικό φαγητό στον κήπο ή για ένα τοπικό φεστιβάλ ,πραγματικά "εργασία" ή "αναψυχή"; Τέτοιες σημασιολογικές κατηγοριοποιήσεις αλλάζουν, καθώς αλλάζουν οι κοινωνίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε μια οικονομία βιοπορισμού, μόνο ότι μπορεί να υπάρξει περισσότερη ελαστικότητα για μια δεδομένη κατανομή μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας.
4)Ανεξάρτητα από τις σημασιολογικές κατηγοριοποιήσεις φυσικά, υπάρχεικαι ένα απόλυτο όριο στο πραγματικό απόθεμα χρόνου που τα μέλη μιας κοινότητας ή ο πληθυσμός μιας κοινωνίας μπορεί να διαθέσει για παραγωγή και αναπαραγωγή.Εξάλλου, καθώς η ενέργεια θα γίνεται όλο και πιο σπάνια, θα απαιτηθεί περισσότερη συνολοκή εργασία σαν εξίσωση για να παραχθεί το ίδιο επίπεδο κοινωνικών λειτουργιών. Είναι σωστός επίσης ο ισχυρισμός  ότι η παραγωγικότητα δεν είναι ένας εξωγενής παράγοντας που αυξάνεται αυτόματα. Το οικονομικό όφελος από την υψηλή  παραγωγικότητα βασίζεται σε φθηνές πηγές ενέργειας και όσο αυτές τελειώνουν, θα χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο. Ακόμα και οι πολιτικές για την προστασία του κλίματος-όπως επίσης και η ίδια η κλιματική αλλαγή- μπορούν  να  μετατοπίσουν την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που είναι ενεργοβόρες και εντάσεως εργασίας.
4)Σε αντίθεση με κάποιους υποστηρικτές της αποανάπτυξης, η κλιματική αλλαγή και τα ενεργειακά όρια μπορεί να απαιτούν περισσότερη, και όχι λιγότερη εργασία. Ωστόσο, πρώτον, ενώ μακροπρόθεσμα τα ενεργειακά όρια μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγικότητας, βραχυπρόθεσμα η παραγωγικότητα μπορεί να συνεχίζει να αυξάνεται και να δημιουργεί ανεργία υπό συνθήκες μη ανάπτυξης. Μπορούμε να το ξεπερέσουμε αυτό με τονα εργαζόμαστε λιγότερο, τουλάχιστον χρονικά. Η συλλογικά μοιρασμένη εργασία μπορεί να μειώσει την ανεργία προσωρινά, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα να χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο ξανά στο μέλλον.
Δεύτερον, και ζωτικής σημασίας, οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν υποστήριξαν ποτέ ότι μπορούμε να εργαστούμε λιγότεροδιατηρώντας το ίδιο επίπεδο «αφθονίας». Η πρόταση της αποανάπτυξης δεν είναι λιγότερες ώρες εργασίας για το ίδιοΑΕΠ και ίδια πλεονάσματα, για το ίδιο πακέτο κοινωνικά επιθυμητών λειτουργιών. Είναι ένα κάλεσμα για αλλαγή των κοινωνικών λειτουργιών, που θα επιτρέψουν λιγότερη εργασία ακόμα και αν διαθέτουμε λιγότερη ενέργεια στο μέλλον. Επιπλέον, η λιγότερη εργασία στον αμειβόμενο τομέα τώρα, θα οδηγήσει στο μέλλον σε μετατόπιση των αξιών και των αντιλήψεων, που θα καταστήσουν ευκολότερη τη κλιμακούμενη μείωση των επιθυμητών λειτουργιών.
5)Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα ότι η εθελοντική αλλαγή στις κοινωνικές λειτουργίες είναι απίθανο να συμβεί, επειδή θα οδηγήσει σε χαμηλότερους μισθούς και σε άσχημα αμειβόμενη εργασία που κανείς δεν επιθυμεί. Να σημειωθεί καταρχήν ότι οι μισθοί εξαρτώνται και από το επίπεδο των τιμών των προϊόντων, όμως στην ουσία είναι μια πολύπλοκη συνάρτηση της κατανομής του συνολικού προϊόντος μεταξύ κεφαλαίου- εργασίας,και μεταξύ των ατόμων, καθώς και συνάρτηση της προσφοράς και της ζήτησης για αμειβόμενη εργασία. Πώς θα επιδράσουν τέτοιοι παράγοντες στο μέλλον είναι μια συναρπαστική ερευνητική ερώτηση, αλλά η απάντηση δεν μπορεί να είναι γνωστή εκ των προτέρων. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις, τα συνδικάτα κατάφεραν να αυξήσουν το ωρομίσθιο μέσω συμφωνιών μειωμένου ωραρίου εργασίας. Μελλοντικές μεταβολές του πληθυσμού και των δημογραφικών στοιχείων, προς τα πάνω ή προς τα κάτω δύσκολο να προβλεφθεί, μπορεί να αλλάξουν την εργασία εφοδιασμού. Οι αναδιανεμητικές πολιτικές μπορεί να μετατοπίσουν τα έσοδα από αμοιβές - κεφάλαιο στην εργασία. Η κατανομή των μισθών εξαρτάται επίσης όχι μόνο από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά και από κανόνες και σχέσεις εξουσίας, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν μαζί τους. Έτσι, ακόμα και άν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειωθεί λόγω των ενεργειακών περιορισμών και/ή των αλλαγών στις ανάγκες και επιθυμίες της κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισθοί θα μειωθούν σε αναλογία 1:1.
6)Τέλος, να αναφερθεί ότι η ευημερία (αν όχι ευζωία) που απορρέει από ένα δεδομένο επίπεδο μισθών δεν είναι μια σταθερή ποσότητα. Η ονομαστική αξία ενός μισθού λέει λίγα. Ο μισθός κάποιου αξίζει ό,τι μπορεί αυτός να αγοράσει. Καθώς οι μισθοί μειώνονται, άλλο τόσο μειώνονται και οι τιμές των εμπορευμάτων. Εάν μειωθούν οι ανισότητες και όλοι έχουν τον ίδιο μισθό, οι τιμές των αγαθών μπορεί να πέσουν. Επίσης, το τι επιθυμεί κάποιος να αγοράσει δεν είναι κάτι το σταθερό: αλλάζει με τον χρόνο, καθώς οι κανόνες και οι προσδοκίες αλλάζουν. Σε ένα κόσμο που η ενέργεια σπανίζει μπορεί κανείς να επιθυμεί λιγότερα υλικά αγαθά και μείωση της εργασίας και αποδοχή χαμηλότερων ανταμοιβών από τον αμειβόμενο τομέα, αν υπάρξουν τρόποι αύξησης της ευζωίας μέσω της αναψυχής ή της εργασίας στον μη αμειβόμενο τομέα. Ένας χαμηλός μισθός με τα σημερινά πρότυπα μπορεί να είναι υψηλός αρκετά με τα αυριανά πρότυπα. Και πάλι, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πιθανό να πρέπει επίσης να εργαστούμε περισσότερο ή σκληρότερα, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Σε έναν κόσμο με σπανιότητα πόρων η μέση θέση εργασίας θα εγγυάται πιθανώς την πρόσβαση σε χαμηλότερη ποσότητα ενέργειας και υλικών. Αλλά και πάλι, δεν μπορούμε να υποθέσουμε εκ των προτέρων αν αυτό θα βιωθεί από τους ανθρώπους ως απώλεια ευημερίας, για μια αρχική μεταβατική περίοδο. Η έννοια της «φτώχειας» ή του «πλούτου» είναι σχετικές και εξαρτώνται πάντα απόσυγκρίσεις για το τι συμβαίνει  με το επίπεδο ζωής όλων των άλλων. Για παράδειγμα, η κατοχή και χρήση ενέργειας ή υλικών από έναν  πλούσιο μεσαιωνικό έμπορο, μάλλον ήταν ισοδύναμη με αυτήν ενός φτωχού σήμερα. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι στη μεσαιωνική εποχή θα χαίρονταν να εργαστούν για τις απολαβές ενός εμπόρου,οι οποίες ήταν υψηλές σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής τους. Ισοδύναμα, σε έναν σημαντικά φτωχότερο κόσμο αύριο, οι άνθρωποι μπορεί να δουλεύουν για πολύ λιγότερα από σήμερα, αρκεί να είναι αρκετά.. Δεν υπάρχουν αντικειμενικοί «υψηλοί» και «χαμηλοί» μισθοί και «καλές» ή «κακές» θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, από συγκρίσεις, κανόνες και δυνατότητες. Οι προσδοκίες προσαρμόζονται.
7)Όλα αυτές οι θεωρητικές υποθέσεις δεν γίνονται για να συμπεράνουμε ότι δεν θα χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο στο μέλλον. Απλώς υποδηλώνει ότι το μέλλον της εργασίας-αμειβόμενης  ή μη αμειβόμενης, παραγωγικής ή αναπαραγωγικής, συνεργατικής ή εθελοντικής, εκτός σπιτιού ή οικιακής-καθορισμένης από τα μελλοντικά ενεργειακά όρια, θα είναι ένα περίπλοκο ζήτημα που χρειάζεται διερεύνηση. Γίνεται πιο περίπλοκο όταν λάβουμε υπόψη την ποιότητα της εργασίας, ή τις συνθήκες υπό τις οποίες οι μειώσεις στην αμειβόμενη εργασία μπορεί να βιωθούν ως όφελος , παρά τις απώλειες. Αντί να πάρουμε μια δογματική θέση υπέρ ή κατά της  μείωσης του (αμειβόμενου) εργάσιμου ωραρίου, θα ήταν καλύτερο να συνεχίσουμε να μελετάμε διάφορους δρόμους και σενάρια για την εναλλακτική Αποανάπτυξη και το ωράριο εργασίας.
8) Από τη μεριά μας θα προτείναμε περιληπτικά:
Σε μια Οικονομία Αποανάπτυξης, οι περισσότεροι από μας μελλοντικά, θα χρειαζόμαστε μόνο 20 ώρες τη βδομάδα να δουλεύουμε για το μεροκάματο, όσο θα υπάρχει ακόμα τοπική αγορά εργασίας. Τον υπόλοιπο χρόνο θα τον χρησιμοποιούμε για να καλλιεργούμε λαχανικά, από κοινού με άλλους, να επιδιορθώνουμε ποδήλατα ή να φροντίζουμε άλλα αδύνατα μέλη των διευρυμένων οικογενειών-κοινοτήτων μας. Το μέλλον της εργασίας σε μια μετα-αναπτυξιακή κοινωνία θα είναι εξασφαλισμένο και ευχάριστο. 
Γιατί τότε η οικονομία θα σταματήσει να αναπτύσσεται όπως σήμερα: «κυρίαρχος δε θα είναι όποιος έχει τα πολλά,  αλλά όποιος χρειάζεται τα λιγότερα». Από τώρα ήδη χρειαζόμαστε αγαθά που θα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο οι ειδικοί, αλλά και οι χρήστες τους να είναι σε θέση να τα επισκευάζουν όταν θα χρειασθεί.
Αρκετοί οικονομολόγοι στα σημερινά πανεπιστήμια, δοκιμάζουν διάφορα μοντέλα εργασίας. Ένα από αυτά που αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα, προτείνει: «λιγότερη αμειβόμενη εργασία και αντί αυτής περισσότερη συλλογική». 20 ώρες αμειβόμενης εργασίας θα είναι αρκετές για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ θα μένει περισσότερος χρόνος ώστε από κοινού με άλλους να δημιουργούμε κάτι έξω από την αγορά, για αυτοκατανάλωση ή ανταλλαγή. Έναν λαχανόκηπο, ένα εργαστήριο επισκευών αντικειμένων του νοικοκυριού ή τη συλλογική φροντίδα των αδύναμων μελών ή των παιδιών. Τέτοιες εργασίες θα εκτιμηθούν πολύ στα πλαίσια της κοινωνίας αποανάπτυξης και κοινοτισμού και θα διασφαλίζουν την ικανοποίηση των αναγκών που έχουμε σαν κοινωνικά-κοινοτικά όντα, αλλά και θα παράγουν λιγότερα απόβλητα ενώ ταυτόχρονα βάζουν τις βάσεις για  μια συνολικά ευτυχέστερη κοινωνία
Η λέξη-κλειδί είναι «επάρκεια». Η επάρκεια είναι συνώνυμη με την εξασφάλιση των απαραίτητων βιοτικών αγαθών (μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τον νεολογισμό «αρκετότητα» ή την πληρότητα), με την επιβράδυνση στους ρυθμούς, με την εκκαθάριση των περισσευμάτων και των αχρείαστων, με την  απελευθέρωση από τον καταναγκασμό της αφθονίας. Ο στόχος δεν είναι η παραίτηση ή η στέρηση, αλλά μάλλον να κάνουμε αναπροσαρμογή και να βάλουμε σε διαφορετική σειρά και προτεραιότητα τα κίνητρα και τους στόχους που θέτουμε στους εαυτούς μας και να απορρίψουμε τα «πρέπει» που δεν μπορούμε πλέον να φέρουμε σε πέρας. Να απορρίψουμε την υπερκατανάλωση και να βάλουμε μπροστά την εγκράτεια και την επάρκεια, ζώντας με αντίστοιχο τρόπο, να πούμε απαραίτητα αντίο στην έννοια της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης!

Η σκοπιμότητα της κοινωνικής και θεσμικής αλλαγής
Υπάρχει από κάποιους η άποψη ότι η εθελούσια σμίκρυνση που μεσολαβείται από μια πολιτική-θεσμική αλλαγή, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί σήμερα, μέσα σε ένα δεδομένο κυρίαρχο παραγωγικο-καταναλωτικό πλαίσιο. Υπάρχει επίσης και σκεπτικισμός για θέματα όπως οι μειωμένες ώρες εργασίας ή για το αν οι άνθρωποι θα επιλέξουν εκουσίως τα Λιγότερα.
Οι σκεπτικιστές λένε: καθώς οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν όλο και περισσότερο, καθώς αντιμετώπιζαν όλο και περισσότερα προβλήματα στα οποία απαντούσαν με την προσθήκη περισσότερης θεσμικής πολυπλοκότητας, καθώς η διακυβέρνηση και το κράτος επεκτείνονταν για να αντιμετωπίσει τα νέα προβλήματα και φορολογούσε, για παράδειγμα, όλο και περισσότερο τα κοινωνικά ή ενεργειακά πλεονάσματα, έφθανε σε σημείο να οδηγεί σε κατάρρευση το ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Έτσι εξηγούν π.χ. τη «πτώση της Ρώμης». Οι σκεπτικιστές θεωρούν σήμερα ότι οι θεσμικές αλλαγές για την αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής-οικονομικής κρίσης είναι καταδικασμένες να αποτύχουν,καθώς οι λύσεις μπορεί να έρθουν μόνο με το κόστος μετάβασης σε αυξημένη θεσμική πολυπλοκότητα[1] και συνεπώς με την αύξηση της χρήσης ενέργειας.
 Αλλά μια οργανωμένη κοινωνία αποανάπτυξης και συρρίκνωσης των οικονομιών κλίμακας δεν θα αυξήσει την πολυπλοκότητα , ούτε αναγκαστικά το θεσμικό κόστος μετάβασης σε αυτήν.
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν προβλέπουν μεγαλύτερη κρατική γραφειοκρατία και περισσότερο συγκεντρωτικό κράτος, αλλά  αντίθετα μια μετάβαση προς αποκεντρωμένες, αμεσοδημοκρατικές και κοινότητες διαβούλευσης. Κάποιοι το βλέπουν να γίνεται αυτό με συνδυασμό κρατικής/αντιπροσωπευτικής και τοπικής/αμεσοδημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης. Εμείς προτείνουμε τον Συμβουλιακό Ομοσπονδιακό Κοινοτισμό σαν μορφή αυτοδιακυβέρνησης.
Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά μπορεί να είναι ασαφή για την ώρα και είναι ένα όραμα, το οποίο δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα λειτουργήσει ή πώς μπορεί να επιτευχθεί. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν υπάρχει γενικός ιστορικός νόμος  που να λέει ότι τα προβλήματα μπορεί να επιλυθούν μόνο με την αύξηση της πολυπλοκότητας και γραφειοκρατίας, ή ότι η εξέλιξη των αποκεντρωμένων μορφών διακυβέρνησης είναι αδύνατη ή αναγκαστικά οπισθοδρομική. Είναι θέμα κοινωνικών διεκδικήσεων και αγώνων στο πολιτικό πεδίο κάθε φορά.
Οι  περιορισμοί που βάζουν τα τοπικά και πλανητικά οικοσυστήματα είναι αναπόφευκτοι, αλλά οι κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν μια ελεύθερη επιλογή για το πώς θα προσαρμοστούν σε αυτούς. Η επιλογή γίνεται ευκολότερη αν ένας απλούστερος μη καταναλωτικός τρόπος ζωής είναι κοινωνικοπολιτικά υλοποιήσιμος για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Η  προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι η υλοποίηση θεσμικών αλλαγών. Μια τέτοια θεσμική αλλαγή ξεκινά από την πρόταση ότι η Αποανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη μόνο επειδή «θα μείνουμε από βενζίνη και καθαρή ατμόσφαιρα», αλλά επειδή ένας αποαναπτυξιακός κόσμος μπορεί να είναι-υπό ορισμένες προϋποθέσεις- και πιο δίκαιος, και πιο δημοκρατικός , και πιο αξιοβίωτος. Μπορεί αυτή η αισιόδοξη πρόταση να είναι ακόμα μη ολοκληρωμένη, αλλά ας μην βιαστούμε να την απορρίψουμε εκ των προτέρων.
.


[1] Αυτό θα σήμαινε ότι η αμερικανική αυτοκρατορία θα καταρρεύσει επειδή η κυβέρνησή της και το κράτος της αυξάνεται υπέρμετρα. Το ερώτημα είναι εάν -μετά από δεκαετίες πολιτικών Ρηγκανισμού-αυτό είναι πραγματικά το πρόβλημα, ή ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η
συρρίκνωση της κυβέρνησης και η αποδυνάμωση των ικανοτήτων της να επιβλέπει τον ιδιωτικό τομέα και να ρυθμίζει την ποιότητα ζωής με περιβαλλοντικές και άλλες πολιτικές για τα δημόσια αγαθά.

0 Comments

Αποανάπτυξη και Μαρξισμός-Οικομαρξισμός

1/10/2019

0 Comments

 
Η κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό έχει συσχετιστεί με διάφορα σημερινά προβλήματα. Για αυτό είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τη ριζική κριτική του στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα με τη θεωρία της Αποανάπτυξης που αμφισβητεί ριζικά τον καπιταλισμό στον 21ο αιώνα.
Τι κοινό έχουν; Ποιες αντιφάσεις μπορούν να βρεθούν; Είναι δυνατή η σύγκλιση – ή κυριαρχούν οι διαφορές;
Η κριτική του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος και της αντίστοιχης κοινωνίας από τους υπερασπιστές της Αποανάπτυξης είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για μια τέτοια σύγκριση, όχι μόνο λόγω της Ριζοσπαστικής φύσης των οικονομικών και κοινωνικών εννοιών της, αλλά και επειδή, όπως ο Μαρξ στις μέρες του, έχουν την άποψη ότι η τρέχουσα συσσωρευμένη κρίση θα μπορούσε σύντομα να δημιουργήσει τις συνθήκες για την πλήρη μεταμόρφωση της κοινωνίας.
Μπορούμε να συγκρίνουμε τις δύο γραμμές κριτικής δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην ερμηνεία του Μαρξ από τον οικομαρξισμό.
Στον πρόλογο του βιβλίου μας «Για την Κοινότητα των Κοινοτήτων» διατυπώνουμε την άποψη ότι: «Θεωρούμε απαραίτητο να αποδομήσουμε τη φαντασιακή σύλληψη (εντελώς αυθαίρετη κατά τη γνώμη μας),  ότι η Ιστορία είναι απόρροια του βαθμού Ανάπτυξης των Παραγωγικών δυνάμεων, αφήγηση που συνέχει τον φιλελευθερισμό με το αντίπαλο δέος του, το σοσιαλισμό.»
Θέτουμε λοιπόν στη συνέχεια τα εξής ερωτήματα (προς τους επιγόνους του Μαρξ κυρίως):
1)Εάν η ιστορία είναι απόρροια της ανάπτυξης των Παραγωγικών δυνάμεων μιας και συνδέεται με τη γέννηση του «Νεκροθάφτη του Καπιταλισμού», της εργατικής τάξης (του προλεταριάτου),  πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι, εκεί που αναπτύχθηκαν οι παραγωγικές δυνάμεις (κυρίως στη Δύση), το επαναστατικό υποκείμενο της εργατικής τάξης είναι αντιστρόφως ανάλογα αναπτυγμένο της ανάπτυξης των Παραγωγικών δυνάμεων; 2) Πώς θα ερμηνεύσουμε ότι τα πιο εμβληματικά κινήματα παγκοσμίως που μας νοηματοδοτούν δεν προέρχονται από τις κοινωνίες της Δύσης, εκεί που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι απίστευτα μεγάλη, αλλά από προκαπιταλιστικές, προδικαιικές κοινωνίες, όπως οι Τσιάπας στο Μεξικό και οι κοινότητες των Κούρδων στη Ροζάβα, εκεί που ο κοινοτισμός διατηρούσε έντονη την παρουσία του και πριν, όπου η εργατική τάξη, με τα χαρακτηριστικά  που της αποδίδει η μαρξική αφήγηση, είναι σχεδόν ανύπαρκτη; 3) Πώς θα εξηγήσουμε (με όρους ανάπτυξης των Παραγωγικών δυνάμεων) το κίνημα των Σκουριών της Χαλκιδικής; Ένα κίνημα ενάντια στην εξόρυξη χρυσού που αναπτύχθηκε από τις τοπικές κοινωνίες και που εναντιώνεται τόσο στην καταστροφή του περιβάλλοντος όσο και των τοπικών κοινωνιών, έχοντας αντίπαλο μάλιστα όχι μόνο την πολυεθνική (Ελντοράντο) αλλά και τους ίδιους τους εργαζόμενους μεταλλορύχους, την εργατική τάξη δηλαδή;... Η Κίνα που θεωρείται η ναυαρχίδα της παγκόσμιας ανάπτυξης, δια στόματος του Προέδρου της Σι Τζινπίγκ, στο μέγαρο του λαού κατά την 200η επέτειο της γέννησης του Καρλ Μαρξ μίλησε για την ευθυγράμμιση της Κίνας με τις αρχές στου Μαρξισμού. Το παράδειγμα της Κίνας δείχνει την τερατογέννηση της συνάντησης του Καπιταλισμού με τον Σοσιαλισμό με ενοποιητικό στοιχείο την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
 
Συνοψίζοντας την κριτική  που γίνεται από τους υποστηρικτές της Αποανάπτυξης στο αφήγημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και στη «πρόοδο» που αυτή επιφέρει, διαπιστώνουμε: η Νεωτερικότητα (της οποίας παιδί είναι αυτή η αφήγηση, μιας που τα πιο στέρεα εννοιολογικά της υλικά είναι η ανάπτυξη και η πρόοδος), έχει φτάσει στα όριά της. Όσοι-ες ενστερνίζονται την οπτική της Αποανάπτυξης,θεωρούν ότι τα όρια της αφήγησης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων τα θέτει το πεπερασμένο του πλανήτη και η εξάντληση των φυσικών πόρων-ενέργειας και υλικών- καθώς και τα όρια στην ενσωμάτωση των τεράστιων απόβλητων των οικονομικών δραστηριοτήτων,θεωρούν ότι απόρροια της υπέρβασης αυτών των ορίων είναι οι κλιματικές αλλαγές και οι συνακόλουθες καταστροφές.
Ο Νίκολας Γκεοργκέσκου-Ροεγκεν γράφει για την αδυνατότητα που υπάρχει σε έναν πεπερασμένο πλανήτη να μιλάμε για απεριόριστη ανάπτυξη. Κριτική που συναντιέται και σε ορισμένους από τους επιγόνους του Μαρξ[1]
Αλλά αν εξετάσουμε –έστω επιφανειακά- άλλες θέσεις του Μαρξ, θα δούμε ότι υπάρχουν και ομοιότητες με κάποιες θέσεις της Αποανάπτυξης.  Για παράδειγμα, ο Μαρξ προείδε την καπιταλιστική δυναμική σαν τυφλή δύναμη από την οποία οι εταιρείες δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν, επειδή ο σταθερός και συνεχής ανταγωνισμός οδηγεί στη συνεχή επέκταση και ανανέωση του κεφαλαίου και των παραγωγικών δυνάμεων. Έγραψε: «Βλέπουμε πώς ο τρόπος παραγωγής, τα μέσα παραγωγής συνεχώς επαναστατικοποιούνται, πώς ο καταμερισμός της εργασίας οδηγεί σε μεγαλύτερο καταμερισμό, η εφαρμογή τεχνολογικών επιτευγμάτων έχει ως αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερη εφαρμογή τεχνολογίας, η εργασία σε μεγάλες κλίμακες οδηγεί αναγκαστικά σε ακόμα μεγαλύτερες κλίμακες. Αυτός είναι ο νόμος που αχρηστεύει συνεχώς τα παλιά κομμάτια της αστικής παραγωγής και αναγκάζει το κεφάλαιο να αξιοποιήσει τις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας (...), ο νόμος που δεν του δίνει ανάπαυση και συνεχώς του ψιθυρίζει: "Εμπρός! Εμπρός! "».
Στη βιβλιογραφία για την Αποανάπτυξη, η διαδικασία που περιγράφεται παραπάνω από τον Μαρξ θα μπορούσε πιθανώς να γίνει κατανοητή με τον όρο «επιτακτική ανάγκη ανάπτυξης». Ακόμα κι αν ο Μαρξ δεν χρησιμοποιεί τον όρο «φετίχ της κατανάλωσης», που είναι δημοφιλής στη θεωρία της Αποανάπτυξης, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου του χρησιμοποιεί τον όρο «φετίχ του εμπορεύματος».
 
Όμως παρ ' όλες τις ομοιότητες των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, υπάρχουν ποσοτικές διαφορές μεταξύ μαρξισμού και αποανάπτυξης: 1) Ο Μαρξ εντοπίζει την τυφλή δύναμη της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην πλευρά της παραγωγής ή την βλέπει να βασίζεται στις συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις στον καπιταλισμό. Στη θεωρία της αποανάπτυξης έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία η αγορά, οι απαιτήσεις των καταναλωτών και η «ιδεολογία της ανάπτυξης», η οποία είναι και ο κινητήρας της. 2) Συσσώρευση κεφαλαίων και η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι συνώνυμες έννοιες. 3) Ο φετιχικός χαρακτήρας των προϊόντων δεν πρέπει να εξομοιώνεται με τον φετιχισμό της κατανάλωσης. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων πρέπει να γίνει κατανοητός στο πλαίσιο της αποξενωμένης εργασίας- έλλειψη αναφοράς στο προϊόν σαν δημιουργία του εργαζόμενου και η εξέλιξή του σε εμπόρευμα μέσα από τη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής του, αποκρύπτοντας τους όρους υλοποίησης της ανταλλακτικής αξίας του.
Αλλά οι αντιφάσεις μεταξύ μαρξισμού και αποανάπτυξης είναι πιο εκτεταμένες από ό,τι τις παρουσιάσαμε εν συντομία εδώ. Έχουν τη δική τους ιστορία συζήτησης, η οποία ξεκίνησε όταν έγιναν αντιληπτά σε βάθος τα οικολογικά προβλήματα και εμφανίσθηκαν τα περιβαλλοντικά κινήματος στη δεκαετία του 1970. Συνεχίστηκε αυτή η συζήτηση με τις προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ «πράσινων» και «κόκκινων» θέσεων μέσω της θεωρίας του «οικομαρξισμού» από τη μία πλευρά και από την άλλη μέσω της αυξανόμενης κριτικής της ανάπτυξης από μέρος του οικολογικού κινήματος – αλλά όχι μόνο– από την αλλαγή της χιλιετίας.
Τα ρήγματα μεταξύ τμημάτων του οικολογικού κινήματος και των Οικο -Μαρξιστών ήταν και είναι ακόμα βαθιά. Ο Μαρξ, λόγω της πίστης του στην ιστορική εξέλιξη και πρόοδο, όταν πρόκειται για το ζήτημα της ανθρώπινης επιβίωσης στη γη, μεταξύ της φύσης και του ανθρώπου, επιλέγει τον άνθρωπο πρώτα. Κανένας αληθινός οικολόγος δεν θα στήριζε αυτή την πεποίθηση. Ο «ανθρωποκεντρισμός» του Μαρξ και η ιστορική του αισιοδοξία σχετικά με την δυνατότητα διαμόρφωσης της σχέσης μεταξύ της φύσης και του ανθρώπου σε μια όλο και πιο ορθολογική βάση και ο αναπόφευκτος ο τρόπος που ο άνθρωπος αλλάζει τη φύση προς όφελος της απελευθέρωσής του στον σοσιαλισμό, συνοδεύονται από νέα σημεία κριτικής των αποαναπτυξιακών, που κατηγορούν τον Μαρξ ότι ανησυχεί μόνο για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και δεν παίρνει αποστάσεις από τις εγγενώς καταστροφικές δυνατότητες της βιομηχανοποίησης. «...Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμφιβολία ότι ο Μαρξ δεν ήταν υπέρ της υπέρβασης των τεχνικών, αλλά μάλλον των θεσμικών και διαρθρωτικών χαρακτηριστικών των καπιταλιστικών
παραγωγικών σχέσεων. Δεν αποδίδει καμιά αυταξία στη φύση»[2]
 
Όμως ο προβληματισμός πάνω στην οπτική ενός ανθρωποκεντρικού κόσμου δεν διαδραματίζει ουσιαστικά κανένα ρόλο και στο θεωρητικό υπόβαθρο της αποανάπτυξης. Όταν, για παράδειγμα, ο Γιώργος Καλλής περιγράφει τους (πολλούς) στόχους της αποανάπτυξης, υπάρχει και ένας για τις «σχέσεις του ανθρώπου με τον μη ανθρώπινο κόσμο», αλλά στο υπόλοιπο κείμενο αυτό το θέμα δεν εμφανίζεται πλέον. Όλοι οι άλλοι στόχοι της αποανάπτυξης που αναφέρουν οι συγγραφείς βάζουν τον άνθρωπο στο κέντρο.
 Αλλά στην ανθολογία « Αποανάπτυξη: Λεξιλόγιο για μια νέα εποχή», η οποία δημοσιεύθηκε το 2015, και στην οποία έχουν συνεισφέρει πολλοί από τους διεθνώς εξέχοντες υποστηρικτές της αποανάπτυξης με θεματικά άρθρα, ο μαρξισμός ή ακόμα και ο σοσιαλισμός δεν εμφανίζονται ως ανεξάρτητα κεφάλαια, όπως ο καπιταλισμός. Εκεί εξηγείται γιατί οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης τείνουν να αποστασιοποιηθούν από τη μαρξιστική θεωρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμούν το πιθανό ασυμβίβαστο της αποανάπτυξης με τις προτεινόμενες από αυτήν πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. Άλλοι υπέρμαχοι της αποανάπτυξης παραδέχονται ότι υπάρχει θεμελιώδης ασυμβατότητα μεταξύ καπιταλισμού και αποανάπτυξης, αλλά συνήθως διστάζουν να εκφραστούν ενάντια στον καπιταλισμό.
 
Διατυπώνονται τρεις κυρίως λόγοι για τους οποίους δεν επιδιώκεται μια επιθετική αντιπαράθεση με τον καπιταλισμό: 1) Από την άποψη της αποανάπτυξης, οι οικονομικές και παραγωγιστικές «φαντασιώσεις» της κοινωνίας αποτελούν τη βάση για την κυριαρχία του καπιταλισμού. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο με την έννοια ότι οι φαντασιώσεις αυτές προηγούνται και δημιουργούν μετά καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις για την ικανοποίησή τους , και όχι το αντίστροφο, όπως υποθέτουν οι Μαρξιστές. 2) Η ετερογενής προσέγγιση της αποανάπτυξης- το ότι πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις προσπαθούν να βρουν κοινή συνισταμένη -απαγορεύει την προτίμηση για μια συγκεκριμένη (μαρξιστική) προσέγγιση. 3) Πολλοί υποστηρικτές της Αποανάπτυξης ενδιαφέρονται να αυξήσουν την αποδοχή των ιδεών τους στην κοινωνία ή να βρουν δεσμούς με την Επιστημονική Κοινότητα, και μια αποφασιστικά αντικαπιταλιστική στάση δεν βοηθάει σε αυτό.
Η τελευταία αιτιολόγηση απορρίπτεται από πολλούς υποστηρικτές της αποανάπτυξης, οι οποίοι αποστρέφονται το «κυρίαρχο επιστημονικό ρεύμα», το οποίο έχει την τάση να ακολουθεί στρατηγικές μη συγκρουσιακές με τις ισχύουσες σχέσεις εξουσίας, άλλο τόσο βέβαια απορρίπτεται από την μαρξιστική άποψη, ειδικά αν συνδέεται αυτή η τάση των επιστημόνων με ένα καθαρό οπορτουνιστικό κίνητρο.
 
Από την άλλη, οι Οικομαρξιστές έχουν περίπλοκη στάση έναντι άλλων θέσεων της θεωρία της αποανάπτυξης. Υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα και ποικιλομορφία γνωμών, που δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε εδώ. Μια πρώτη κατεύθυνση χαρακτηρίζεται από μια πολύ ισχυρή σύγκλιση με την Αποανάπτυξη, όπως συμβαίνει με κάποιους που αυτοαποκαλούνται οικοσοσιαλιστές και έχουν πάρει αποστάσεις από τον Μαρξισμό.
Μια δεύτερη κατεύθυνση, που συνήθως αποκαλείται «Σχολή Ρήξης»(Rift School»)[3], έχει εκπρόσωπο τον John Bellamy Foster, ο οποίος θεωρεί ότι στις βιομηχανοποιημένες χώρες είναι πιθανώς αναγκαία η μετάβαση στη «μη ανάπτυξη-στασιμότητα» ή τη συρρικνούμενη οικονομία. Αλλά επικρίνει τη στάση των υποστηρικτών της αποανάπτυξης σε σχέση με τον μαρξισμό και τον υποστηρίζει -μια συρρικνούμενη οικονομία, σύμφωνα με τη Σχολή της Ρήξης, είναι η μόνη συμβατή με ένα μαρξιστικό οικονομικό σύστημα (Foster 2011).
Μια τρίτη κατεύθυνση από την άλλη πλευρά, αρνείται την αναγκαιότητα οικονομικής στασιμότητας ή συρρίκνωσης. Σε ένα μαρξιστικό οικονομικό σύστημα, θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες οι τεχνολογίες που παρήγαγε το καπιταλιστικό σύστημα, γιατί, ενώ στα πλαίσια του καπιταλισμού έχουν την παρενέργεια- όπως εξήγησε και ο Μαρξ- να «υπονομεύουν ταυτόχρονα τις πλουτοπαραγωγικές πηγές: τη γη και τους εργαζόμενους»,  σε ένα μαρξιστικό σύστημα αυτό θα άλλαζε ουσιαστικά, κατά την άποψή τους.
 
Υπάρχει και ένα άλλο επιχείρημα κατά του Μαρξισμού και των επιγόνων του, που στην αρχή διατυπώθηκε από το περιβαλλοντικό κίνημα και στη συνέχεια από ορισμένους άλλους:ο Μαρξ σκεφτόταν οτιδήποτε άλλο εκτός από οικολογικά και ότι ακολουθώντας τις διδασκαλίες του θα οδηγούμασταν σε μια εντελώς λάθος κατεύθυνση. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν το εν λόγω επιχείρημα είναι έγκυρο ή αν υπάρχουν επιχειρήματα που θα αποκαταστούσαν τον Μαρξ ως οικολογικό στοχαστή. Αλλά ακόμα και αν υπάρχουν οικολογικές ιδέες στο έργο του Μαρξ, το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι αν η σκέψη του Μαρξ και η ερμηνεία της από τους οικομαρξιστές είναι συμβατή με το κύριο περιεχόμενο της αποανάπτυξης ή αν υπάρχουν αντιφάσεις που είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.
 
Με αυτήν την έννοια, ένα μεγάλο πρόβλημα για παράδειγμα, είναι ο «Προμηθεϊσμός» του Μαρξ: Ο ίδιος ποτέ δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τη δυναμική του καπιταλισμού και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που την συνοδεύουν. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο αυτή η στάση εκφράζεται με πολύ σαφήνια: «Η αστική τάξη έχει δημιουργήσει τις πιο μαζικές και κολοσσιαίες παραγωγικές δυνάμεις από όλες τις προηγούμενες γενιές μαζί στα σχεδόν εκατό χρόνια της ταξικής κυριαρχίας της. Η υποταγή των δυνάμεων της φύσης, ο μηχανικός εξοπλισμός, η εφαρμογή της χημείας στη βιομηχανία και τη γεωργία, η ατμοπλοΐα, οι σιδηρόδρομοι, οι ηλεκτρικές κολώνες, η καλλιέργεια ολόκληρων τμημάτων του κόσμου, η πλοηγησιμότητα των ποταμών, το ξερίζωμα ολόκληρων πληθυσμών-τι θα μπορούσε να φανταστεί ο προηγούμενος αιώνας από τέτοιες παραγωγικές δυνάμεις στην διάθεση της κοινωνικής εργασίας;»
Όπως είναι γνωστό, ο Μαρξ είδε την ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό ως προϋπόθεση για την πτώση του και τη μετάβαση στην κυριαρχία της τάξης των ελεύθερα συνδεδεμένων εργατών. Κάθε μορφή κοινωνίας, επομένως και ο καπιταλισμός, αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις υπό τις αντίστοιχες συνθήκες ή περιορισμούς στο έπακρο και στη συνέχεια αυτές «φρενάρονται» («οι παραγωγικές σχέσεις βάζουν εμπόδια στις παραγωγικές δυνάμεις»), λόγω των δημιουργημένων αντιφάσεων ή-με άλλα λόγια-λόγω της αυξανόμενης ασυμβατότητας των σχέσεων παραγωγής με τις συνθήκες ύπαρξης της αντίστοιχης μορφής κοινωνίας, που στη συνέχεια –για να αρθεί αυτή η ασυμβατότητα-οι δυνάμεις παραγωγής της κοινωνίας οργανώνονται με νέα μορφή-μέσω βίας ή μη-και περνάμε σε νέας μορφής κοινωνία με μια υψηλότερη παραγωγή. Ο καπιταλισμός είναι επομένως το απαραίτητο στάδιο της ιστορικής εξέλιξης για τη συνέχιση της κοινωνικής προόδου, προϋπόθεση για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον ύψιστο βαθμό. Η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας (...) είναι το ιστορικό έργο και η δικαίωση του κεφαλαίου» (Μαρξ/Έγκελς).
Αλλού οι διόσκουροι του Μαρξισμού μιλάνε για "επαναστατικοποίηση της φύσης" μέσω του συνδυασμού της σύγχρονης φυσικής επιστήμης με τη σύγχρονη βιομηχανία. Αυτή η «επαναστατικοποίηση» μπορεί βέβαια να μεταφραστεί και σαν γνώση της φύσης μέσω αυτού του συνδυασμού. Tο γεγονός ότι ο Μαρξ θεωρούσε την κυριαρχία του ανθρώπου στη φύση τόσο απαραίτητη όσο και θεμελιωδώς θετική, επαναλαμβάνεται και στο "Grundrisse".
Στο πλαίσιο τέτοιων εκφράσεων από τον Μαρξ, γίνεται κατανοητό γιατί επικρίθηκε από οικολογικά σκεπτόμενους ανθρώπους ως «φυσιοεχθρικός» και από στοχαστές-διανοούμενους ως επιβεβαιωμένα «παραγωγιστής». Αλλά η άποψη του Μαρξ
για τη φύση στην ερμηνεία του από τον οικομαρξισμό δεν είναι τόσο σαφής. Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να συμφιλιώσουν τη σκέψη του Μαρξ με την οικολογική σκέψη – όχι βέβαια με κάθε μορφή οικολογικής σκέψης. Χαρακτηριστικό της πρώτης είναι η σχετικοποίηση του Προμηθεϊσμού του-από τη Σχολή της Ρήξης- με την μαρξική περιγραφή της σχέσης ανθρώπου-φύσης ως μεταβολική σχέση και της ανθρώπινης εργασίας ως διαμεσολαβητή αυτού του μεταβολισμού. Ενώ της δεύτερης προσέγγισης είναι η επιβεβαίωση μεν του Προμηθεϊσμού, αλλά με τη μορφή του «οικομοντερνισμού»[4].
 
Υπάρχει ένα κοινό σημείο μεταξύ του οικονεωτεριστικού οικομαρξισμού και της θεωρίας της αποανάπτυξης: ο πόλεμος κατά του συνολικού καπιταλιστικού συστήματος θα πρέπει να είναι σε δεύτερη μοίρα, δεδομένου ότι δεν μας απομένει ακόμα πολύς χρόνος για να αποφύγουμε την καταστροφή από την κλιματική αλλαγή. Υπάρχουν πιο σημαντικοί και ρεαλιστικοί στόχοι που πρέπει να πετύχουμε προγουμένως, και όταν τους πετύχουμε, θα μπορέσουμε εν τέλει να ξεμπερδέψουμε και με τον «καπιταλισμό των ορυκτών καυσίμων».
«Κάθε επιχείρημα γύρω από τις γραμμές "μια είναι η λύση-επανάσταση" (one solution – revolution) ή, λιγότερο συντμημένα," οι σοσιαλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας είναι απαραίτητες για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής”, είναι πλέον αβάσιμο. Οι εμπειρίες των τελευταίων δύοαιώνων δείχνουν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια επώδυνη κατάσταση για να επιτευχθεί. Οποιαδήποτε πρόταση για τη δημιουργία του σε μια παγκόσμια κλίμακα πριν από το 2020 και μετά να αρχίσει ο σοσιαλισμός να κόβει τις εκπομπές διοξειδίου, δεν θα ήταν μόνο γελοία αλλά και παράτολμη. Αυτή τη στιγμή, η έρευνα για την κλιματική καταστροφικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας , μπορεί να είναι ο μόνος ρεαλιστικός στόχος για να αξιολογηθούν τα εμπόδια της μετάβασης. (...). Εάν ο γρήγορος ρυθμός της κλιματικής αλλαγής αναγκάζει τους επαναστάτες να είναι λίγο ρεαλιστές, υποχρεώνει άλλους να αρχίσουν να συλλογίζονται επαναστατικά μέτρα.» (Malm 2016).
Αλλά η αποανάπτυξη  δεν αποδέχεται την αναγκαιότητα του απελευθερωτικού δυναμικού των υπαρχουσών τεχνολογίών σαν προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενός ορθολογικού μεταβολισμού μεταξύ ανθρώπου- φύσης και αυτό για την άποψη του οικομαρξισμού που πλησιάζει τον οικομοντερνισμό αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης, καθώς η επιμονή των υποστηρικτών της αποανάπτυξης στην αναγκαιότητα συρρίκνωσης της οικονομίας αποσπά την προσοχή από πιο ρεαλιστικές δυνατότητες.
Η σχολή της Ρήξης και η θεωρία της αποανάπτυξης, από την άλλη πλευρά, έχουν περισσότερα κοινά: την απόρριψη των αμιγώς τεχνολογικών λύσεων στα περιβαλλοντικά προβλήματα και την υπεράσπιση μιας συρρίκνωσης της οικονομίας.
 
Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο μαρξισμός και ο σαφής αντικαπιταλισμός απορρίπτονται από πολλούς  θεωρητικούς της αποανάπτυξης, ενώ για τους οικομαρξιστές, η υπέρβαση του καπιταλισμού είναι η πρώτη προτεραιότητα. Και δεν υπάρχει ακόμα σύγκλιση σε κάποια από τις δυνατές μορφές κοινωνίας που θα μπορούσαν να προκύψουν μετά την έναρξη της  φάσης συρρίκνωσης της οικονομίας. Επιπλέον, οι εκπρόσωποι της σχολής της ρήξης είναι αφοσιωμένοι κυρίως στον νεωτερισμό-μια επιστροφή σε παραδοσιακές κοινωνικές  μορφές, τις οποίες έχουν κατά νου πολλοί θεωρητικοί της αποανάπτυξης δεν είναι σίγουρα ο στόχος τους.
 
Εν κατακλείδι: Η θεωρία της Αποανάπτυξης είναι μάλλον συμβατή με τον ανθρωποκεντρισμό του Μαρξ. Και οι δύο θεωρητικές προσεγγίσεις πιστεύουν ότι θα είναι δυνατή μια καλύτερη ανθρώπινη ζωή(ευζωία) τώρα και στο μέλλον με την αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Απλά, η θεωρία της Αποανάπτυξης τονίζει περισσότερο τον αντικαταναλωτισμό, την οικολογική βιωσιμότητα και την αναγκαιότητα της ένταξης του ανθρώπου στη φύση με ισορροπημένη σχέση προς τις δυνατότητες των οικοσυστημάτων και του πλανήτη(όχι με σχέση κυρίαρχου), ενώ ο Μαρξισμός τονίζει πιο ρητά την αναγκαιότητα της αλλαγής του συστήματος. Φαίνεται ότι στο μέλλον μπορεί να υπάρξει προσέγγιση των δύο ρευμάτων στη βάση της μαρξικής ερμηνείας από τον Οικομαρξισμό και την Σχολή Ρήξης, αν το αίτημα για μια ορθολογική ρύθμιση του μεταβολισμού ανθρώπου-φύσης γίνει κατανοητό ως απαίτηση για περισσότερη οικολογική ισορροπία και αποφασιστική μείωση της κατανάλωσης πόρων και ενέργειας.
Ο Μαρξ δεν μπορούσε να ξέρει πώς η αλληλεξαρτημένη σχέση παραγωγής και κατανάλωσης, που αυτός είχε αναγνωρίσει, θα παράγει κατά τη διάρκεια του επόμενου αιώνα και μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο έναν εύθραυστο συνασπισμό στην ταξική σύγκρουση-σοσιαλδημοκρατική ρύθμιση-  μέσω της αυξανόμενης δύναμης των εργατικών συνδικάτων και του συμφέροντος της καπιταλιστικής τάξης. Με την πάροδο του χρόνου, το εισόδημα των εργαζομένων μεγάλωσε πέρα από αυτό που ήταν απαραίτητο για την αναπαραγωγή τους. Απο τα μέσα του 20ου αιώνα άρχισε η περίοδος της μαζικής κατανάλωσης  στη Δύση-ενώ στην Ανατολή ο «υπαρκτός σοσιαλισμός», κρατικός καπιταλισμός κατά ορισμένους διαφωνούντες μαρξιστές, αποτύγχανε να δημιουργήσει συνθήκες κομμουνιστικής κοινωνίας –και μέσω αυτής, η δίψα των εργαζομένων για έναν επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μειώθηκε. Είχαμε μια ιδιότυπη συνεργασία μεταξύ του εργατικού κινήματος-αγώνας για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, συλλογικές συμβάσεις εργασίας- και των ενώσεων των εργοδοτών καπιταλιστών-υπερπαραγωγή, υπερκατανάλωση, μεγιστοποίηση των κερδών και επενδύσεις σε νέες θέσεις εργασίας- που στο πολιτικό επίπεδο εκφράσθηκε με την «σοσιαλδημοκρατική ρύθμιση» και τον λεγόμενο «ιστορικό συμβιβασμό» της αριστεράς.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν ότι οι εργαζόμενοι απέκτησαν ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την «πίτα» της καπιταλιστικά δημιουργούμενης αξίας και μπορούσαν να διεκδικούν όλο και περισσότερομέρος από αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «κατανάλωση πολυτελείας». Σήμερα η εργατική τάξη- στα πλαίσια της καπιταλιστικής δομικής κρίσης- δεν διεκδικεί πια την αλλαγή του συστήματος και τη θέση που της είχε δώσει ο Μαρξ σαν το «επαναστατικό υποκείμενο» αυτής της αλλαγής. Οι αγώνες των συρρικνωμένων πια συνδικάτων περιορίζονται στη διατήρηση των θέσων εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, έστω και με μειωμένους μισθούς. Στη διατήρηση θέσων εργασίας σε επιχειρήσεις που έχουν μεγάλο οικολογικόκαι κοινωνικό αποτύπωμα, όπως είναι η πυρηνικήκαι πολεμική βιομηχανία,η χημική βιομηχανία τοξικών προϊόντων και απόβλητων ή σε βιομηχανίες εξορύξεων- επεξεργασίας άνθρακα, σπάνιων γαιώνκαι υδρογονανθράκων,καθώς και αυτοκινητοβιομηχανιών που συμμετέχουν στην υπέρμετρη εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου και στην κλιματική αλλαγή.
 
Αντίθετα, οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης σήμερα, έχουν βάλει σαν στόχο την αλλαγή των «κοινωνιών της αφθονίας» και της αέναης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και διεκδικούν την συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας στους παραπάνω αναφερόμενους τομείς, γιατί υπάρχουν όρια στους ρυθμούς κατανάλωσης των πόρων και ενέργειας που απαιτούνται και στα απόβλητα που εναποτίθενται στο περιβάλλον, τα οποία όρια τίθενται από τα ίδια τα πλανητικά και τοπικά οικοσυστήματα και δεν μπορούν να ξεπερασθούν, γιατί θα χρειαζόμασταν 2ο και 3ο πλανήτη.
 
Σε αυτό τον στόχο μπορούν να συνευρεθούν-όπως αναφέρθηκε πιο πάνω- με μέρος του σημερινού οικομαρξιστικού κινήματος. Αλλά κυρίως με το κίνημα του κοινωνικού αναρχισμού, της κοινωνικής-πολιτικής οικολογίας και του ελευθεριακού κομμουνισμού-κοινοτισμού-κομμουναλισμού(όπως έχει εκφρασθεί από τον Μ. Μπούκτσιν: βλέπε
Κοινοτικοποίηση: Η οικονομία ως ιδιοκτησία των κοινοτήτων και
Ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός-Κομμουναλισμός), που σήμερα συμμετέχουν σαν συνιστώσες στο δημιουργούμενο και συνεχώς επεκτεινόμενο Κίνημα των ΚΟΙΝΩΝ.
 
Από τη δική μας σκοπιά, που εκφράζουμε το αίτημα της μετάβασης σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία συνδυάζοντας τα προτάγματα της Αποανάπτυξης, της Αυτονομίας, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας, τα ΚΟΙΝΑ έχουν εξέχουσα θέση στα πλαίσια αυτής της μετάβασης. Ειδικότερα τα αντικαπιταλιστικά ΚΟΙΝΑ, τα οποία δεν είναι ο τελικός στόχος του αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά το μέσο για την επιτυχία της μετάβασης σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες αποανάπτυξης και Κοινοτισμού(βλέπε:
Τα κοινά ως στρατηγική αποανάπτυξης) , όταν οι ανθρώπινες κοινότητες-αν προλάβουν-θα επιλέξουν την Κοινότητα των Κοινοτήτων σαν τρόπο νέας κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης, όπως την σκιαγραφούμε στο προαναφερθέν τελευταίο μας βιβλίο.


[1] Όπως ο Ντέιβιντ ΧάρβεΪ, επιφανής Γεωγράφος, Μαρξιστής, κατά δήλωσή του που αναφέρει ότι ο Καπιταλισμός έχει ανάγκη από την ανακάλυψη καινούργιων εξωγήινων πολιτισμών, προς εκμετάλλευσή τους.

[2] Ο Niko Paech, γερμανός θεωρητικός της αποανάπτυξης(Paech 2017), επικρίνει τον περιορισμό της έννοιας της εκμετάλλευσης των εργαζομένων στο μισθολογικό και δεν κριτικάρονται καθόλου οι καταναλωτικές φιλοδοξίες των εργαζομένων: «Σε αντίθεση με αυτές τις προβλέψεις (Σημείωση: η θεωρία του Μαρξ για την φτώχεια στον καπιταλισμό), η τεχνολογική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας έχει δημιουργήσει τεράστιες δυνατότητες για αυξήσεις των μισθών. Την ίδια στιγμή
η επαρκής οικονομική ανάπτυξη δεν απέτρεψε μόνο την πολιτική αποσταθεροποίηση λόγω ανεργίας, αλλά οδήγησε ακόμη περισσότερα άτομα να ενσωματωθούν στη βιομηχανική διαδικασία. Γιατί δεν ονομάζεται επίσης "εκμετάλλευση", από την μαρξιστική οπτική, η παγκόσμια καταναλωτική τάξη..., της οποίας ο καταστροφικός τρόπος ζωής καταβροχθίζει τώρα την οικολογική ικανότητα αρκετών πλανητών;»

[3] Ο Τζον Μπέλαμι Φόστερ και οι οικομαρξιστές που στηρίζονται στις θεωρίες του ονομάζονται "Σχολή της Ρήξης" επειδή η αφετηρία τους είναι η ερμηνεία του Μαρξ από τον Φόστερ, σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ ανακάλυψε στον "μεταβολισμό" μεταξύ ανθρώπου και φύσης μια ρήξη που προκαλείται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, η οποία ρήξη είναι θεμελιώδης για την οικολογική καταστροφή τόσο κατά την περίοδο του Μαρξ όσο και στο παρόν.
 

[4] Ο οικομοντερνισμός ερμηνεύει την «κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσης» με την κατασκευήμιας δεύτερης "φύσης" γύρω του, δεχόμενος ότι ο άνθρωπος ως «ζώο που φτιάχνει εργαλεία» έχει πάντα αλλάξει το περιβάλλον του για ίδιους σκοπούς – κυρίως για επιβίωση – και στον καπιταλισμό όπως και σε κάθε άλλη μορφή κοινωνίας. Ο «έλεγχος της φύσης» είναι συγκρίσιμος με το παράδειγμα του καλού μουσικού που «όταν μιλάμε ότι ελέγχει το μουσικό του όργανο, εννοούμε ότι μπορεί να το παίξει με μαεστρία και όχι να το χτυπήσει με σφυρί. Ο έλεγχος της φύσης μπορεί να κατανοηθεί με τον ίδιο τρόπο»

0 Comments

Οι Πράσινοι, η Πολιτική Οικολογία  και η Αποανάπτυξη

1/10/2019

0 Comments

 
Γύρω στο 2005 υπήρξε ένας  ουσιαστικός πολιτικός διάλογος στα πλαίσια των Πράσινων κομμάτων, εμπνευσμένος από τις επιταγές της αποανάπτυξης, ως αποτέλεσμα της  πρακτικής ενασχόλησης των μελών τους με τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης, την περιβαλλοντική δικαιοσύνη και τα κινήματα μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία 
Το 2007, ο Yves Cochet, γάλος πράσινος βουλευτής, υλοποίησε μια προσωπική καμπάνια για την αποανάπτυξη (Baykan 2007), ενώ το 2009 το Ευρωπαϊκό Κόμμα των Πρασίνων (EGP) σε συνεργασία με τη λέσχη της Ρώμης διοργάνωσε διάσκεψη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες για την κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη (Club of Rome 2009), ενώ εντός των επόμενων δύοχρόνων οι καθηγητές Tim Jakson και Serge Latouche φιλοξενήθηκανν επίσης από την Ομάδα των Πρασίνων στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Ακόμα και ο Daniel Cohn Bendit (2010) έχει αναγνωρίσει την ανάγκη για επιλεκτική αποανάπτυξη συγκεκριμένων παραγωγικών τομέων σε συνδυασμό με τα  πράσινα και κοινωνικά επενδυτικά προγράμματα, όπως το πράσινο νέο συμβόλαιο(Green New Deal) , για την πράσινη μετατροπή της οικονομίας.
Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Πράσινο Ίδρυμα έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος του περιοδικού του στο δίλημμα: Ανάπτυξη-Αποανάπτυξη (GEF 2012), ενώ η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία της Πράσινης Νεολαίας έχει συνειδητοποιήσει τη σημασία της πρότασης για την αποανάπτυξη από την αρχή της κρίσης (FYEG 2010) και συμβάλλει θετικά στη δημόσια συζήτηση. Παρ όλα αυτά, ο όρος αποανάπτυξη δεν αναφέρεται στο πρόγραμμα των Ευρωπαίων Πράσινων και αυτό κάνει ακόμα πολλούς πράσινους πολιτικούς να νιώθουν άβολα.
Στην Ελλάδα από το 2009, οι Οικολόγοι Πράσινοι φιλοξένησαν εκδηλώσεις με τους καθηγητές Γιώργο Καλλή και Serge Latouche(εκφραστές της αποανάπτυξης στα πανεπισήμια), ενώ το Πράσινο Ινστιτούτο σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Πράσινο Ίδρυμα πραγματοποίησε μια συζήτηση για την αποανάπτυξη το 2013 με τον καθηγητή Mauro Bonaiuti μεταξύ άλλων ομιλητών. Ωστόσο, παρόλο που επικρίνεται η  οικοκτόνα και μη βιώσιμη ανάπτυξη στο μοντέλο που ακολουθεί η Ελλάδα από τη δεκαετία του 1960, είναι ιδιαίτερα ορατό στο πρόγραμμά τους, ότι η αποανάπτυξη δεν αναφέρεται ούτε καν ως όρος. Μάλλον επιμένουν πανευρωπαϊκά στο πρότυπο και την αφήγηση της "Βιώσιμης Ανάπτυξης" και της "βιώσιμης ευημερίας", ενώ παράλληλα κάνουν αόριστες προτάσεις στο πλαίσιο της «Πράσινης Νέας Συμφωνίας»- «Green New Deal»  ("πράσινος" μετασχηματισμός της οικονομίας, αποτελεσματικότητα της παραγωγής με ταυτόχρονο εξορθολογισμό των καταναλωτικών προτύπων και τη δημιουργία πράσινων θέσεων εργασίας). Στο δε ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια των θεσμών τους: ενώ στην αρχή είχαν ενσωματώσει κάποια στοιχεία της όπως π.χ. η εναλλαγή στους εκπροσώπους, στη συνέχεια τα απεμπόλησαν. Κράτησαν μόνο τη διπλή προεδρία (οι Γερμανοί Πράσινοι).
Η Αποανάπτυξη, ως έννοια, περιορίστηκε λοιπόν στις εσωτερικές συζητήσεις των Πράσινων και χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως λογοπαίγνιο για την εσωτερική αντιπολίτευση του κόμματος, αντί να κατανοηθεί ως πρόταση για μια ουσιαστική μετατόπιση της πολιτικής αφήγησης.
Σε αντίθεση με τα εναλλακτικά κινήματα, από τα οποία προέκυψαν και ήρθαν στο προσκήνιο τα πράσινα κόμματα, οι σύγχρονοι Πράσινοι στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, καθώς και οι υποστηρικτές τους, δεν επιθυμούν να απελευθερωθούν από τους καθιερωμένους κοινωνικοπολιτικούς κανόνες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας-εφαρμόζοντας σταδιακά στοιχεία της άμεσης δημοκρατίας-καθώς και από το φαντασιακό της ανάπτυξης, να ζήσουν έναν εναλλακτικό αντικαταναλωτικό τρόπο ζωής και να ακολουθήσουν μια διαφοροποιημένη οργάνωση στην κοινωνία(προωθώντας τον Κοινοτισμό) και την οικονομία(προωθώντας την συνεργατική αλληλέγγυα οικονομική δραστηριότητα). Έχουν αποστασιοποιηθεί από τα κινήματα της Αποανάπτυξης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης δημοκρατίας -εκτός από μια πολύ μικρή μειοψηφία τους- και επιθυμούν να αντιπροσωπεύουν-στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής ολιγαρχικής δημοκρατίας- την κυρίαρχη ευρωπαϊκή  και ελληνική μεσαία τάξη, την κουλτούρα της κατανάλωσης και "ευημερίας"(πολύ διαφορετική από την κουλτούρα της "ευζωίας"), ακριβώς όπως ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς.

Αποανάπτυξη και πολιτική Οικολογία
Η Αποανάπτυξη σαν έννοια που αποδομεί το σημερινό κυρίαρχο φαντασιακό που διέπει τα προγράμματα όλων των κομμάτων εξουσίας από τη δεξιά μέχρι και την αριστερά, είναι η βάση της συνείδησης  όσων ασπάζονται την πολιτική οικολογία. Θέτει στην ουσία το θεμέλιο για την πολιτική Οικολογία και παρέχει μια ριζοσπαστική πολιτική ορολογία που μπορεί και την διαφοροποιεί κυρίως από την αριστερά, καθώς αντανακλά τις θεωρητικές ρίζες του οικολογικού κινήματος και δίνει μια νέα ώθηση στην οικολογία για να ανακτήσει κάποια από την χαμένη της αίγλη και τον πολιτικό ακτιβισμό της.
Με αυτή την έννοια το κίνημα της πολιτικής οικολογίας και το κίνημα για την Αποανάπτυξη και τον Κοινοτισμό μπορούν να συναντηθούν, επιδιώκοντας τον κοινό στρατηγικό στόχο-αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις της σημερινής πολυσύνθετης κρίσης- της μελλοντικής βιωσιμότητας των ανθρώπινων κοινοτήτων και της επιβίωσης των ειδών, αποσυνδεδεμένο από το φανταστικό της «ανάπτυξης».
 

0 Comments

Τα Κοινά ως μια στρατηγική Αποανάπτυξης

1/10/2019

0 Comments

 
Τα Κοινά δεν είναι ο τελικός στόχος του αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά το μέσο για την επιτυχία του
Εκφράζουν την ανάγκη των κινημάτων να θέσουν τη δική τους (κοινωνική) αναπαραγωγή στην ατζέντα τους και να «μάθουν να βάζουν τη ζωή τους στα Κοινά, οργανώνοντάς την για παράδειγμα με βάση τις διαφορετικές ανάγκες και δυνατότητές τους, και εξαλείφοντας πρακτικές που μπορούν να εξελιχθούν σε μορφές αποκλεισμού ή ιεραρχικοποίησης» .
Είναι δύσκολο σήμερα να φανταστούμε τη χειραφέτηση από το καπιταλιστικό σύστημα και να επιτύχουμε νέες λύσεις στο αίτημα της ευζωίας ή της κοινωνικής και οικολογικής δικαιοσύνης, χωρίς ταυτόχρονα οργανώσουμε στο έδαφος των Κοινών, τα «μη-κοινοτικοποιημένα συστήματα κοινωνικής παραγωγής.»
Μια σημαντική πτυχή των αντικαπιταλιστικών Κοινών, επομένως, είναι ότι ενισχύουν και ενδυναμώνουν τους αγώνες κατά του κεφαλαίου (και του κράτους) λόγω της παροχής διαφόρων βαθμών αυτονομίας στην κοινωνική αναπαραγωγή. Υπό αυτή την έννοια, παρέχουν τις ίδιες τις βάσεις του αγώνα: η αποεμπλοκή των μέσων και της διαδικασίας της κοινωνικής αναπαραγωγής από την αγορά και το κράτος παρέχει την ανεξαρτησία που απαιτείται για την αντιμετώπιση και των δύο.
Εάν, για παράδειγμα, οι κοινοτικές πρακτικές γύρω από τα τρόφιμα, τη στέγαση, το νερό, την υγεία, την εκπαίδευση, κ. λπ., μπορούν να παράσχουν έναν τέτοιο χώρο αυτονομίας, η ανάγκη να βασιστεί κανείς στο κεφάλαιο/κράτος για κοινωνική αναπαραγωγή θα μπορούσε να μειωθεί αποτελεσματικά και να αναπτυχθεί καλύτερα η κριτική της. Τα ζητήματα των αγώνων κατά του καπιταλισμού και του κράτους θα αποκτήσουν το πάνω χέρι αν και όταν οι υλικές βάσεις της κοινωνικής τους αναπαραγωγής οργανωθούν μέσω των Κοινών και εξοπλισθούν με την απαραίτητη αυτονομία από το σύστημα.
Ένα παρόμοιο επιχείρημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την πολιτική της Αποανάπτυξης. Η υλική ευημερία της πλειονότητας του ανθρώπινου πληθυσμού συνδέεται με την ανακατανομή των ωφελειών της οικονομικής ανάπτυξης στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλισμού (και του έθνους-κράτους).  Ωστόσο, οργανώνοντας το έδαφος της κοινωνικής αναπαραγωγής ως αντικαπιταλιστικά Κοινά, θα μπορούσε να είναι σημαντική η σχέση μεταξύ της ανάπτυξης και της ευημερίας ευρείας βάσης. Θα προέβαλε τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραματίζει η κατανομή των ωφελειών της οικονομικής ανάπτυξης στην εκπλήρωση των ουσιωδών αναγκών, εξασφαλίζοντας ισότιμη και συλλογική κοινωνική αναπαραγωγή. Έτσι με άλλα λόγια, τα Κοινά θα έδιναν διέξοδο στα ζητήματα των πολιτικών της Αποανάπτυξης, οικοδομώντας την υλική βάση πάνω στην οποία θα στηριχθούν αυτές οι πολιτικές.
Συμπερασματικά, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τα Κοινά μόνο ως δυνητικό κυρίαρχο στοιχείο μιας μελλοντικής κοινωνίας Αποανάπτυξης. Η Κοινοτικοποίηση δεν θα πρέπει να είναι μόνο ένα όραμα για ένα μέλλον μετά την ανάπτυξη, αλλά μια ανάγκη να οργανωθούμε εδώ και τώρα για να υλοποιήσουμε πιθανούς δρόμους προς αυτό το μέλλον. Με αυτή την έννοια, τα αντικαπιταλιστικά Κοινά  θα χρειασθεί να αποκτήσουν μια στρατηγική Αποανάπτυξης και να μην είναι το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής.

0 Comments

Αποανάπτυξη-Κοινοτισμός-Άμεση Δημοκρατία και Τεχνολογία

13/9/2019

0 Comments

 
Μεταξύ βιωσιμότητας και ατομικής-συλλογικής απελευθέρωσης.
Η συζήτηση για την Αποανάπτυξη και τον Κοινοτισμό χαρακτηρίζεται από διαφορετικές απόψεις σχετικά με το ρόλο και τη χρήση της τεχνολογίας. Μπορούμε να τις κατατάξουμε συνεκτικά σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: 1) Από τη μία αυτή που θεωρεί το τεχνοεπιστημονικό παράδειγμα σαν ένα μέρος του προβλήματος και φαντάζεται μια μελλοντική κοινωνία πέρα από  την τεχνολογία, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τον ενθουσιασμό για τεχνικές λύσεις που παρατηρείται παγκοσμίως, διότι αυτές οι εξελίξεις, στον εργαλειακό τους ορθολογισμό, συνεπάγονται μια κυριαρχία πάνω η φύση.2) Από την άλλη, αυτή που βρίσκει την πρώτη μονόπλευρη θεώρηση, υπερβολικά απλοϊκή και βλέπει τις τεχνολογικές λύσεις -εάν αυτές επανεξεταστούν και αντιμετωπιστούν κριτικά- ως συμμάχους στην πορεία προς μια κοινωνία μετα-ανάπτυξης και κοινοτισμού.
Έχουμε δηλαδή μια βιοφυσική προσέγγιση και μια κοινωνικο-πολιτική- πολιτιστική προσέγγιση. Αυτές συνδέονται επίσης με δύο έννοιες της αντίστοιχης συζήτησης :της φέρουσας ικανότητας-βιωσιμότητας (viability)  και των καλών κοινωνικών πρακτικών για ατομική και συλλογική απελευθέρωση (conviviality).
Όμως αυτές οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι εκ προοιμίου αντιθετικές, ιδίως στο πεδίο των εφαρμογών της τεχνολογίας και καινοτομίας. Μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε σαν δύο συνδυαστικά κριτήρια για την αξιολόγηση των τεχνολογιών. Για το ποιές είναι επιθυμητές και εφικτές σε κάθε στάδιο της πορείας προς κοινωνίες αποΑνάπτυξης και Κοινοτισμού.
  1. Το κριτήριο της βιωσιμότητας αναφέρεται σε βιοφυσικές συνθήκες και αναρωτιέται όχι μόνο αν μια συγκεκριμένη τεχνολογία παραμένει ελεγχόμενη, αλλά επίσης ποιες άλλες βιοφυσικές διεργασίες απαιτούνται για τη συνέχιση της ύπαρξή της και ποιες είναι οι συνθήκες για την αναγέννησή της. Για παράδειγμα, οι τεχνολογίες που βασίζονται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, είναι λιγότερο παρασιτικές από εκείνες που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα.
  2. Το κριτήριο της συλλογικής απελευθέρωσης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο είναι προσβάσιμες οι τεχνολογίες. Πώς αποφασίζεται αν και πώς θα χρησιμοποιηθούν; Ποιος επιτρέπεται να έχει λόγο και ποιος όχι; Ποιος έχει τον έλεγχο της παραγωγής και της χρήσης τους; Για παράδειγμα, υπάρχουν αρθρωτές διεργασίες παραγωγής ηλιακών συλλεκτών που επιτρέπουν την τεχνικά απλή και αποκεντρωμένη παραγωγή, μειώνοντας έτσι την εξάρτηση από μεγάλες συγκεντρώσεις οικονομικής και πολιτικής δύναμης. Η τεχνολογία της τρισδιάστατης εκτύπωσης (3-D ) μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα εδώ: θα μπορούσε είτε να αποτελέσει την επόμενη σημαντική καταναλωτική μανία, περιορίζοντας περαιτέρω την αυτονομία και τη συλλογική λήψη αποφάσεων. Ή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα δημιουργικό εργαλείο της κοινωνίας των Κοινοτήτων για την κατασκευή απλών συστατικών για τεχνικά απλές, εύκολα προσβάσιμες και συλλογικά διαχειριζόμενες τεχνολογίες, όπως ακριβώς ορισμένα νέα εγχειρήματα του δικτύου «New Work New Culture» το κάνουν ήδη(http://newworknewculture.org/manufacturing/) και χρησιμοποιούν ψηφιακές τεχνολογίες παραγωγής για τα συλλογικά αυτοδιαχειριζόμενα πρότζεκτ τους.
Α) Για τη διάκριση μεταξύ εφικτών και βιώσιμων τεχνολογιών
Η τεχνολογία αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της πολιτιστικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Σε αντίθεση με άλλα έμβια όντα, ο άνθρωπος μπορεί να αναπτυχθεί βιολογικά όχι μόνο αλλάζοντας το σώμα του σε μια εξελικτική περίοδο (ενδοσωματικά), αλλά και έξω από το σώμα του (εξωσωματικά) με την εφαρμογή εξωτερικών μέσων και εργαλείων που αλλάζουν πολιτισμικά το περιβάλλον του.
Έτσι, η οικονομική δραστηριότητα είναι η ειδικά ανθρώπινη επέκταση της βιολογικής εξέλιξης, η οποία όχι μόνο εξασφαλίζει την καθαρή επιβίωση, αλλά επίσης κάνει τη ζωή αξιοβίωτη και βελτιώνει την ποιότητα ζωής. Η τεχνολογία και η δημιουργική ανάπτυξη των τεχνολογιών είναι μια από τις ορατές εκφράσεις της βιολογικής εξέλιξης του ανθρώπου.
Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη στα νεοκλασικά οικονομικά, οι οικονομικές διεργασίες δεν είναι μηχανικά και αναστρέψιμα φαινόμενα, αλλά είναι παρόμοια με τις βιολογικές διεργασίες: είναι δημιουργικά, μεταβολικά φαινόμενα και παράγουν ποιοτικές αλλαγές. Από την άποψη της φυσιολογίας τους, τα ανθρώπινα όντα είναι «ανοικτά συστήματα», που κρατούν την εσωτερική εντροπία τους χαμηλή, απορροφώντας χαμηλή εντροπία από το περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα εκπέμπουν υψηλά επίπεδα εντροπίας σε αυτό. Και οι οικονομικές διεργασίες επίσης τρέφονται με τη χαμηλή εντροπία του περιβάλλοντός τους και είναι επομένως μη αναστρέψιμες, ως αποτέλεσμα των σωρευτικών ποιοτικών αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές πραγματοποιούνται κατά μήκος ενός χρονοδιαγράμματος ως συνεχές και, όπως και ο ιστορικός χρόνος, είναι μη αναστρέψιμες.
Μόνο η δική μας εμπειρία ως έμβιων ανθρώπινων όντων μας βοηθά να κατανοήσουμε τον χρόνο ως ανάμνηση που κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση. Σε αυτή τη βάση, "γνωρίζουμε" ότι οι ζωντανές διεργασίες του βίου μας είναι μη αναστρέψιμες, ακόμη και αν ο χρόνος ως συνεχές είναι δύσκολο να παρασταθεί αναλυτικά στα καθιερωμένα οικονομικά μοντέλα. Ο νόμος της εντροπίας παρέχει το πλαίσιο για την κατανόηση του χρόνου, που ρέει μόνο προς μία κατεύθυνση και για το αμετάκλητο των δημιουργικών, ποιοτικών και σωρευτικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στον πλανήτη και δεν σκοντάφτουν πάνω σε (κάποια) απόλυτα πλανητικά όρια. Με αυτή την έννοια, τα πλανητικάόρια αναφέρονται περισσότερο στο ρυθμό ή την ένταση της χρήσης των πόρων και στη χρονική απαίτηση για την αναγέννηση-αποκατάσταση των ζωντανών διεργασιών.
Οι εξωσωματικές και ενδοσωματικές διεργασίες διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά την χρήση της ενέργειας. Τα έμβια όντα επέζησαν και εξελίχθηκαν κάνοντας καλή χρήση του μόνο "απεριόριστου" πόρου χαμηλής εντροπίας, δηλαδή της ηλιακής ενέργειας που αποθηκεύεται στη γη κυρίως από τις χερσαίες επιφάνειες και μετατρέπεται μέσω της φωτοσύνθεσης σε χρήσιμες μορφές. Αν και η ροή της ηλιακής ενέργειας είναι για εμάς απεριόριστη όσον αφορά την ποσότητα, δεν μπορούμε όμως να καθορίσουμε οι ίδιοι τον ρυθμό χρήσης από μας. Η ενδοσωματική, δηλαδή η βιολογική μας ανάπτυξη εξαρτάται από το ποσοστό της ηλιακής ενέργειας καθώς συλλέγεται και διατίθεται από την επιφάνεια της γης. Οι διαδικασίες ανανέωσης που διατηρούν αυτή την ικανότητα  αλίευσής της λειτουργική και έτσι κάνουν δυνατή τη ζωή στη γη, εξαρτώνται από το χρόνο: ένα δάσος μεγαλώνει πολύ αργά, το έδαφος αναδημιουργείται και ανανεώνεται μόνο σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, και η αποδόμηση των ρύπων είναι επίσης μια μακρά διαδικασία. Η τεχνική πρόοδος επέτρεψε στον άνθρωπο να ξεφύγει από αυτούς τους χρονικούς περιορισμούς χρησιμοποιώντας τα λεγόμενα γήινα αποθέματα χαμηλής εντροπίας, δηλαδή τα ορυκτά καύσιμα[1]. Ωστόσο, σε αντίθεση με την ηλιακή ενέργεια, τα αποθέματα αυτά δεν είναι ανεξάντλητα. Ο ρυθμός χρησιμοποίησής τους μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κοινωνίας μας σε ένα ορισμένο βαθμό, τουλάχιστον όσο είναι εύκολη η πρόσβαση και η αποδήμησή τους: μπορούμε να βελτιώσουμε την απόδοση του εδάφους, για παράδειγμα, με τη βοήθεια χημικών λιπασμάτων, αλλά με αντίτιμοτη χρήση μεγάλης ποσότητας ενέργειας και την παραπέρα υποβάθμισή του.
Το πρόβλημα με τις παραδοσιακές οικονομικές αναλύσεις είναι ότι συνήθως επικεντρώνονται μόνο στο τι συμβαίνει στο "όριο" μιας διαδικασίας, δηλαδή τι ρέει ή προκύπτει από τη διαδικασία (Input- Output: εισροές- εκροές). Τόσο οι αλλαγές εντός της διαδικασίας όσο και όλα όσα συμβαίνουν πριν και μετά (π.χ. οι διαδικασίες αναγέννησης) δεν λαμβάνονται υπόψη. Αυτή η αφαίρεση μπορεί να είναι χρήσιμη για την οικονομική ανάλυση, αλλά παραμελεί τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες μια οικονομική διαδικασία λειτουργεί με την πάροδο του χρόνου, καθώς και την εξάρτηση μιας διαδικασίας από άλλες διαδικασίες που την περιβάλλουν.
Υπάρχει ένα διαφορετικό μοντέλο(Georgescu-Roegen)  που βασίζεται στη γνωστή διάκριση μεταξύ των δύο συντελεστών παραγωγής, Κεφαλαιακά αποθέματα (Funds) και Ροές (Flows) :
1) Τα Funds  πρέπει να νοούνται ως παράγοντες παραγωγής (περιλαμβάνουν τους τρεις ενεργούς συντελεστές Κεφάλαιο, Γη και Εργασία) που μετατρέπουν ενεργά τη ροή των φυσικών πόρων σε χρησιμοποιήσιμα προϊόντα. Θα πρέπει πάντα να διατηρούνται με την ειδική λειτουργική τους ικανότητα, προκειμένου οι οικονομικές διεργασίες να μπορούν να αναπαράγονται και δεν πρέπει τα ίδια να καταναλώνονται ή να χρησιμοποιούνται με τρόπο που δεν θα υπάρχουν πια.
2) Οι Ροές, από την άλλη πλευρά, ρέουν στην οικονομική διαδικασία και είτε τροποποιούνται ποιοτικά από αυτήν είτε καταναλώνονται. Οι ροές περιελαμβάνουν όχι μόνο εισροές (πόρους) ή εκροές (προϊόντα και απόβλητα), αλλά και ροές συντήρησης (Maintenance Flows), δηλαδή εκείνες τις Ροές που συμβάλλουν στην ανανέωση των αποθεμάτων και στη διατήρηση της ειδικής αποτελεσματικότητάς τους, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, όλων των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων που καθιστούν εν γένει δυνατή την οικονομική διαδικασία μέσω της απορρόφησης πόρων. Εάν εστιάσουμε μόνο στις εισροές και τις εκροές μιας συγκεκριμένης οικονομικής ή τεχνολογικής διαδικασίας μετασχηματισμού, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ροές διατήρησης, τότε παραμελούμε τις περαιτέρω διαδικασίες από τις οποίες έτσι και αλλιώς εξαρτάται ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός, και οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν πρόσθετες διεργασίες και ροές διατήρησης, κ. λπ., κ.λπ.
Όσο εξετάζουμε τις διαδικασίες παραγωγής μόνο με βάση τις εισροές και τις εκροές τους, το μόνο που μετράει είναι αν μια τεχνική καινοτομία είναι εφικτή, δηλαδή τεχνικώς και οικονομικώς εφικτή ή καλύτερα ότι φαίνεται προβλέψιμη και διαχειρίσιμη όσον αφορά τις συνέπειές της. Η δυνατότητα εφαρμογής, το εφικτό δηλαδή μιας τεχνολογίας, είναι σίγουρα ένα σημαντικό αλλά όχι το μοναδικό κριτήριο για την αξιολόγηση των βιοφυσικών και κοινωνικών συνεπειών της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Μόλις λάβουμε υπόψη μας τις ροές διατήρησης που χρειάζεται μια τεχνολογία για την αναγέννηση των πόρων που απαιτούνται για την εφαρμογή της, καθίσταται σαφές ότι κάποιες εφικτές τεχνολογίες δεν είναι αναγκαστικά και βιώσιμες (viable). Ο όρος "βιώσιμες" χρησιμοποιείται εδώ με την πραγματική έννοια της λέξης:  " χωρίς εξωτερική βοήθεια επιβίωση ", με άλλα λόγια, αυτοσυντηρούμενες. Μια τεχνολογία μπορεί να αυτοσυντηρηθεί μόνο εάν αυτή αναδημιουργεί τα αποθέματα που απαιτούνται για την αναπαραγωγή της, τουλάχιστον εν μέρει από μόνη της – μη παρασιτικά – (επειδή τα αποθέματα δεν μπορούν, φυσικά, να δημιουργήσουν τους δικούς τους πόρους).
Ο όρος βιωσιμότητα θα πρέπει να συμπληρωθεί με την έννοια της υποβάθμισης. Μια τεχνολογία είναι βιώσιμη μόνο αν μπορεί να διατηρήσει τη δομή των υλικών που χρειάζεται για να στηρίξει τις λειτουργίες των  πόρων και της υποβάθμισή τους. Μια τεχνολογία που υποβαθμίζει τα αναντικατάστατα αποθέματα, που προκαλεί ανεπανόρθωτη ρύπανση ή βλάπτει την ικανότητα των αποθεμάτων για απορρόφηση και τη δυνατότητα αναζωογόνησής τους, δεν μπορεί να είναι βιώσιμη.
Οι βιώσιμες τεχνολογίες είναι συνεπείς όσον αφορά τους χρόνους ανάκτησης των αποθεμάτων και είναι ελάχιστα «παρασιτικές» (επειδή δεν βασίζονται σε πρόσθετους ενεργειακής έντασης πόρους ή αποθέματα που πρέπει πρώτα να εισαχθούν από άλλες περιοχές του κόσμου και να αφαιρεθούν από μελλοντικές γενιές ή που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στο περιβάλλον). Οι εφικτές τεχνολογίες θα πρέπει απλά να είναι τεχνικώς εφαρμόσιμες και οι συνέπειές τους θάπρεπε να είναι αναμενόμενες, τουλάχιστον εν μέρει. Οι βιώσιμες τεχνολογίες, από την άλλη πλευρά, είναι αυτοβιώσιμες και συντηρούμενες από τη ζωή, επειδή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη μοναδική διαθέσιμη πηγή ενέργειας στη γη, δηλαδή την ηλιακή ενέργεια και τα ζωντανά Funds (τα οποία χρησιμοποιούνται, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο αναγέννησης και την ικανότητά τους).
Τέλος, κατά την ανάπτυξη βιώσιμων τεχνολογιών, θα πρέπει να έχουμε κατά νου το αμετάκλητο των μετασχηματιστικών διαδικασιών και τις πιθανές μελλοντικές συνέπειές τους. Έτσι θα ήταν π.χ. βιώσιμη μια ηλιακή τεχνολογία,  η οποία θα μπορούσε να αναπαραχθεί σε μεγάλο βαθμό μέσω της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ύλης και θα ήταν στο ελάχιστο παρασιτική σε σχέση με τα αποθέματα γη και εργασία (η οποία π.χ. χρησιμοποιεί γη που ούτως ή άλλως δεν είναι διαθέσιμη για άλλες χρήσεις, ή δεν παράγεται υπό συνθήκες εκμετάλλευσης).
Στην ουσία δεν υπάρχει "φυσική" κατανομή εργαλείων και μέσων στην εξωσωματική ανάπτυξη που αναφέρεται πιο πάνω. Η κατανομή της πρόσβασης, της διαθεσιμότητά τους, ο έλεγχός τους και, τελικά, οι συνέπειές τους απαιτούν εκτιμήσεις που ξεπερνούν την αναλυτική οπτική των οικονομικών επιστημών και περιλαμβάνουν μάλλον δεοντολογικές και πολιτικές εκτιμήσεις. Αυτό μας φέρνει στη δεύτερη έννοια μιας  αποαναπτυξιακής τεχνολογίας , την έννοια της αποαναπτυξιακής κοινωνικοποίησης με τρόπο που να γοητεύει τους ανθρώπους.
Β) Σύγχρονες τεχνολογίες: Συλλογική απελευθέρωση ενάντια στον τεχνο-φασισμό
α) Η τεχνολογική εξειδίκευση
 Η βιομηχανοποίηση έβαλε μεν σε κίνηση την υπέρβαση των προμοντέρνων κοινωνιών, με την εξασφάλιση της ικανοποίησης των βασικών ανθρώπινων αναγκών και με την έναρξη των διαδικασιών χειραφέτησης, ταυτόχρονα όμως, αυτή η διαδικασία μετατράπηκε στο αντίθετό της, καθώς από την βιομηχανοποίηση δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες και εξαρτήσεις και έτσι το χειραφετητικό της δυναμικό οδήγησε σε διαδικασίες αποξένωσης.
Η δυτική λογική της ανάπτυξης οδήγησε τελικά  στη δημιουργία ενός «ριζοσπαστικού μονοπωλίου», το οποίο υφίσταται «όπου ένα σημαντικό εργαλείο στερεί από τον άνθρωπο την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τις φυσικές του δεξιότητες». Μέσω αυτού του ριζοσπαστικού μονοπωλίου οι άνθρωποι εξαναγκάζονται να μετατραπούν σε καταναλωτές και η προσωπική τους αυτονομία περιορίζεται σημαντικά. Προγραμματισμένη απαξίωση, ανάγκη για χειραγώγηση και αισθήματα έλλειψης είναι συνήθως το αποτέλεσμα: τα φάρμακα τελικά μας αρρώστησαν, το σχολείο μας έκανε αδαείς, και τα αυτοκίνητα που υποτίθεται ότι θα μας έκαναν πιο γρήγορους, προκάλεσαν κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι τεχνολογικές εξελίξεις θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης εισάγοντας νέα εργαλεία προσιτά σε όλους και επιτρέποντας στους ανθρώπους να έχουν πρόσθετες δεξιότητες, δημιουργικότητα και αυτοκαθορισμό. Ανταυτού όμως συνοδεύτηκαν από μια λογική αυτοσυντήρησης, διότι η αυξανόμενη εξειδίκευση και η επαγγελματικοποίηση των εμπειρογνωμόνων ειδικών απαιτούσαν πάντα νέες τεχνικές λύσεις, οι οποίες όμως με τη σειρά τους ήταν αποτέλεσμα μόνο προηγούμενων τεχνικών εξελίξεων. Η πρόοδος που επιτεύχθηκε μέσω ενός προηγούμενου επιτεύγματος,  χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την εκμετάλλευση ολόκληρης της κοινωνίας από ένα μικρό τμήμα της, δηλαδή των αυτοαξιολογούμενων και αυτοεξουσιοδοτούμενων εμπειρογνωμόνων-ειδικών και επαγγελματικών ελίτ, που απέκτησαν εξουσία η οποία έχει τις ρίζες της στην κοινή ψευδαίσθηση ότι η επιστημονική εξειδικευμένη γνώση είναι πιο πολύτιμη από άλλες μορφές γνώσης. Η εξειδίκευση οδηγεί στο σχηματισμό μιας κλειστής κατηγορίας κατόχων της γνώσης,  που θα μπορούν οι ίδιοι να αποφασίζουν για ποιον θα είναι διαθέσιμη αυτή η γνώση και σε ποιον επιτρέπεται να την εφαρμόσει. Με αυτόν τον τρόπο, το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα γίνεται τελικά μια ρυθμιστική τεχνολογία της πρόσβασης.
β) Η τεχνολογία είναι κάτι περισσότερο από τη χρήση εργαλείων
Σε μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία, η τεχνολογία δεν θα μπορούσε πλέον να θεωρηθεί ως συλλογή εργαλείων, που είναι ανεξάρτητα από τον στόχο. Μάλλον διαμορφώνουν και καθορίζουν αυτά τα ίδια τον στόχο – και συνεπώς και τα υποκείμενα που τα χρησιμοποιούν. Ένα εργαλείο δεν είναι απλά κάτι που χρησιμοποιούμε ως μέσο για ένα σκοπό, γιατί αλληλεπιδρούμε με αυτό κα μας αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, συμπεριφερόμαστε και δρούμε. Από ανθρωπολογική άποψη, η τεχνολογία είναι μια μορφή σχέσης με τον κόσμο και με τους άλλους. Ενσαρκώνει και διαμορφώνει κοινωνικές σχέσεις. Τα εργαλεία φέρουν μαζί τους ένα νόημα, αντικατοπτρίζουν σχέσεις ισχύος, περιορίζουν πλαίσια ελιγμών και δημιουργούν ένα σύστημα αναφοράς για δράσεις και συλλογικές πρακτικές. Στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε ένα είδος εθισμού, μέσω του οποίου θα έχαναν την αυτονομία τους (την ικανότητά τους να προσεγγίζουν δημιουργικά τα προβλήματα και να βρίσκουν συναφείς λύσεις) και θα  παραδίδονταν στις συστημικές και τεχνικές δυνάμεις των μηχανισμών της ανάπτυξης. Η τεχνολογία ως σύστημα, ως μια συνολική λογική που στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας, της αποδοτικότητας και του ελέγχου των εμπειρογνωμόνων, είναι για τον «μοντέρνο άνθρωπο ο κόσμος της αναγκαιότητας στον οποίο έχει τοποθετηθεί και βρίσκει τον εαυτό του», με τρόπο που -στη μοντέρνα κοινωνία- το μοιραίο της τεχνολογίας να αντικαθιστά το μοιραίο της φύσης. Η ψευδαίσθηση ότι οι μηχανές δούλεψαν για τον άνθρωπο και αντί αυτού, αντικαθιστώντας έτσι τους σκλάβους, τελικά έκανε τους ίδιους τους ανθρώπους σκλάβους των μηχανών και της λογικής τους, της αποδοτικότητας και της τυποποίησης .
Η λογική της τεχνολογίας καθορίζει το γιατί και το πώς ενός νέου εργαλείου και όχι μόνο τον τρόπο χρήσης του. Σήμερα, οι προδιαγραφές – ένας όρος από τη γλώσσα του management – αντικαθιστούν τους πραγματικούς στόχους. Δεν υπάρχουν αυτά καθαυτά «αθώα» ή ουδέτερα εργαλεία που θα μπορούσαν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά για κακούς σκοπούς. Μάλλον καίριας σημασίας είναι η διαρθρωτική λογική με την οποία κατασκευάστηκαν και στην οποία ενσωματώνονται. Σε όσους ισχυρίζονται ότι είναι μόνο οι άνθρωποι που καθορίζουν την καλή ή κακή χρήση ενός εργαλείου,η απάντηση περιέχεται στα ερωτήματα: γιατί ποτέ δεν δίνεται σημασία στο ποιοι άνθρωποι εννοούνται πραγματικά εδώ; «Δεν είναι σημαντικό για  ποιον πρόκειται; Μπορεί μια τεχνική να ελέγχεται από οποιονδήποτε τυχαίνει να περνά από κει, από οποιονδήποτε εργαζόμενο, από οποιοδήποτε κανονικό άνθρωπο; Αυτό το πρόσωπο είναι ο πολιτικός ή ολόκληρο το Κοινό; Ο διανοούμενος ή ο τεχνικός; Είναι η Κοινότητα; Όλη η ανθρωπότητα;» (Ellul 1983).
Οι δεοντολογικές εκτιμήσεις σχετικά με τα όρια, τη σημασία και τον ρόλο της τεχνολογίας δεν μπορούν ποτέ να διαχωριστούν από πολιτικές διαστάσεις όπως η εξουσία, η πρόσβαση, η αυτονομία και η ελευθερία δράσης. Η ηθική-πολιτική κριτική της τεχνολογίας αφορά στον πυρήνα της: «η διασφάλιση της επιβίωσης της ανθρωπότητας μέσω της γραφειοκρατικής διαχείρισης δεν είναι αποδεκτή τόσο για ηθικούς όσο και για πολιτικούς λόγους». (Illich 1975). Τα μη απελευθερωτικά εργαλεία, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ασκούσαν και ασκούν ένα «ριζοσπαστικό μονοπώλιο», δηλαδή απαιτούν τον αποκλειστικό έλεγχο του τρόπου με τον οποίο πρέπει να ικανοποιείται μια ισχυρή ανάγκη. Αποκλείουν επίσης εναλλακτικές πρακτικές και διαδικασίες παραγωγής και υπαγορεύουν μια ορισμένη μορφή σχέσης (με τον κόσμο και με τους άλλους ανθρώπους) και επίλυσης προβλημάτων. Όταν τα εργαλεία είναι προσβάσιμα μόνο σε μια ελιτίστικη ομάδα εμπειρογνωμόνων, υποβαθμίζεται σε μια άνιση ανταλλαγή κάθε δημόσια πρόσβαση ή συλλογικ καθορισμός της έννοιας, του πεδίου χρήσης και των στόχων τους.
γ) Τεχνολογία από ποιον και για ποιον;
Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ της συλλογικής απελευθέρωσης και του τεχνο-φασισμού: είτε θα συμφωνήσουμε να θέσουμε όρια στη βιομηχανική παραγωγή και την τεχνολογία μέσω συλλογικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων με βάση την ευζωία, την αυτονομία και την συλλογικότητα, είτε οι αποφάσεις θα λαμβάνονται μέσω κεντρικού συντονισμού και ρύθμισης. Το δίλημμα δεν έχει να κάνει και πολύ με το ποιος κατέχει τα εργαλεία και ποιος αποκλείεται από την κατοχή τους, γιατί μερικά εργαλεία έχουν ιδιότητες που καθιστούν αδύνατη την κατοχή τους και αυτό ισχύει ιδιαίτερα εάν το εργαλείο δεν μπορεί να ελεγχθεί ή αν έχει υψηλό δυναμικό καταστροφής. Περισσότερο έχει να κάνει με το ότι η τεχνολογία επιδρά πολύ ενοποιητικά και εγκωμιάζεται για τη συμβολή της στην επίλυση προβλημάτων, στην αποφυγή των συγκρούσεων και στην κατανόηση.
Ακριβώς γι ' αυτόν τον λόγο, είναι τόσο επικίνδυνο για τις δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων να αφήνουμε τη λύση των προβλημάτων στη λογική της τεχνολογίας: μια ανθρώπινη κοινωνία μπορεί να υπάρχει μόνο αν διαπραγματεύεται διαδοχικά αντιφατικές θέσεις και αυτό είναι εφικτό μόνο εάν το πλαίσιο διαπραγμάτευσης επιτρέπει επίσης εναλλακτικές λύσεις και είναι ανοικτό στην τακτική αναθεώρηση των αποτελεσμάτων αυτών των διαπραγματεύσεων. Ανοικτό ακόμη και στην επιλογή να κινηθούν ακριβώς αντίθετα αυτά τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης. Με άλλα λόγια, κατά του ριζοσπαστικού μονοπωλίου, χρειαζόμαστε μια ποικιλία αποκεντρωμένων εργαλείων που υπόκεινται σε συλλογικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων όσον αφορά τους στόχους και τις κοινωνικές σχέσεις . Κατά του τεχνοοπτιμισμού, πρέπει να λάβουμε υπόψη όλες τις πολύπλοκες, ακόμη και τις ανεπιθύμητες συνέπειες για το μέλλον, καθώς και το αμετάκλητο των διαδικασιών αλλαγής και τους πιθανούς περιορισμούς στην αυτονομία των μελλοντικών Κοινοτήτων. Αντί για τεχνοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, πρέπει να ενισχύσουμε την αποτελεσματική Δημοκρατία επιτρέποντας επίσης την μη αναγνωρισμένη κάτω από κανόνες  γνώση (ιθαγενική γνώση, καθημερινή γνώση, γνώση των πολιτών) και άλλες μορφές γνώσης και εκτιμήσεων (όπως π.χ. ηθικές και κοινωνικές προοπτικές). Χρειαζόμαστε διαδικασίες που εγγυώνται ότι ο έλεγχος των κοινωνικών εργαλείων εφαρμόζεται και ρυθμίζεται μέσω πολιτικών διαδικασιών και όχι μέσω αποφάσεων εμπειρογνωμόνων[2].
Η πρόσβαση στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων απαιτεί διανεμητική και συμμετοχική δικαιοσύνη. Η επιτυχία της εξαρτάται από το αν υπάρχουν δύο βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική συμμετοχή: υλική ανεξαρτησία και πολιτιστική αναγνώριση, δηλαδή ισοκατανομή πόρων και αγαθών, η οποία επιτρέπει σε όλους να συμμετέχουν ουσιαστικά και αποτελεσματικά, και θεσμούς που δρουν κατά των πολιτιστικών διακρίσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταπολεμήσουμε την εκμετάλλευση και τις μεγάλες διαφορές στον πλούτο και να αντισταθμίσουμε τον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο και τα αξιακά πρότυπα που αρνούνται στους ανθρώπους το καθεστώς του πλήρους μέλους της κοινωνίας.
Σε αντίθεση με την τεχνοκρατία ή τον τεχνοφασισμό, η υψηλή τεχνολογία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως εξοικονόμηση εργασίας και υψηλής έντασης αποκεντρωμένη παραγωγικότητα, εφόσον δημιουργηθούν εργαλεία, τα οποία να χρησιμοποιούν μέσα και κανόνες, που είναι προσβάσιμοι σε όλους και επιτρέπουν στον καθένα καθώς και σε ευκαιριακές συμμαχίες να κανοναρχούν συνεχώς τις μεταξύ τους σχέσεις και τις σχέσεις με το περιβάλλον, στη βάση της ελευθερίας και του αυτοκαθορισμού. Μόνο οι απελευθερωτικές τεχνολογίες μπορούν να είναι αποκεντρωμένες, αναστρέψιμες και δημοκρατικά ελεγχόμενες. Αυτές μπορούν να εξυπηρετήσουν την ευζωία της Κοινότητας και να υπακούουν στους από κοινού διαπραγματευθέντες  στόχους και αξίες της.
δ) Ο ρόλος της επιστήμης-τεχνολογίας-καινοτομίας στην πορεία προς την Κοινότητα των Κοινοτήτων
Το πρόβλημα που έχουμε σήμερα είναι ότι η επιστήμη είναι αγοραία.Δεν υπάρχουν πια ανεξάρτητοι επιστήμονες και ανεξάρτητη έρευνα ούτε καν στα δημόσια πανεπιστήμια και ιδρύματα. Η καινοτομία και οι τεχνολογίες αιχμής αποφασίζονται βασικά και μπαίνουν σε εφαρμογή στα εργαστήρια των μεγάλων εταιρειών . Ακόμα και να υλοποιηθεί μια τεχνολογική εφαρμογή σε δημόσιο εργαστήριο, αν έχει εμπορικό ενδιαφέρον για κάποια εταιρεία, αγοράζει τη πατέντα της και η αντίστοιχη καινοτομία ιδιωτικοποιείται, μέσω του μηχανισμού των πνευματικών δικαιωμάτων.
Αλλά το ζήτημα γενικά δεν αφορά μόνο το ποιός κατέχει την τεχνολογία και άρα η λύση θα ήταν η κοινωνικοποίησή της και η μετατροπή της σε ΚΟΙΝΟ(κοινωνικό συλλογικό αγαθό-Commons). Αφορά επίσης, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, στο περιεχόμενο και τη μορφή της τεχνολογίας που επιλέγει μια κοινωνία. Αν θα στηρίξει καινοτομίες που βοηθούν στην χειραφέτησή της ή αντίθετα στην χειραγώγησή της. Η πυρηνική τεχνολογία ή η βιοτεχνολογία και η γενετική μηχανική είναι παραδείγματα που το περιεχόμενο και η μορφή τους δεν είναι απελευθερωτικά για τον νέο κόσμο που επιδιώκουμε, αλλά αντίθετα οδηγούν στον ολοκληρωτικό του έλεγχο από την ίδια την τεχνολογία και τους ειδικούς της. Ο πυρήνας τους είναι κατεξοχήν συγκεντρωτικός και ευνοεί την εγκαθίδρυση τεχνοφασιστικών καθεστώτων και άρα θα χρειασθεί να τις απορρίψουμε.
Από την άλλη, ηΤεχνητή Νοημοσύνη και η Ψηφιοποίηση - Αυτοματοποίηση –Ρομποτοποίηση,  είναι μια μεγα-τάση του καπιταλισμού σήμερα. Έχουν ήδη αλλάξει την καθημερινή ζωή μας και την επικοινωνία μας: αγοράζουμε online,  κατεβάζουμε βίντεο από το διαδίκτυο, επικοινωνούμε μέσω e-mail, στέλνουμε μηνύματα κειμένου μέσω κοινωνικών δικτύων. Στη βιομηχανία διαγράφονται μαζικά θέσεις μισθωτής εργασίας, γιατί η παραγωγή ψηφιοποιείται, αυτοματοποιείται και διασυνδέεται: το εργοστάσιο, οι μηχανές, τα στοιχεία-κομμάτια κατασκευής των προϊόντων, αλλά και οι προμηθευτές, οι προγραμματιστές και οι πελάτες θα είναι συνδεδεμένοι διαδικτυακά μεταξύ τους. Το μοντέλο θα χρειάζεται τεράστιους όγκους ηλεκτρικής ενέργειας , και τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών (μετάλλων και σπάνιων γαιών). Ακριβώς τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πόση ψηφιοποίηση είναι πραγματικά επιθυμητή, είτε πρόκειται για την προσωπική μας καθημερινότητα, είτε αφορά στις κοινωνικές προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή. Θα μας οδηγήσει η ψηφιοποίηση σε έναν έξυπνο οικολογικό κόσμο, όπου όλοι θα επωφελούνται από την τεχνολογική πρόοδο και το ίδιο το περιβάλλον θα διατηρείται, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ή θα μας οδηγήσει σε μια ψηφιακή οικονομία «ανάπτυξης» και πιο γρήγορα στα όρια του πλανήτη;
Για να διαμορφωθεί μια απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά και σε άλλα παρεμφερήερωτήματα, θα χρειασθεί η πολιτική πρακτική να ξαναγίνει δημιουργική και να διαμορφώνει νέες συνθήκες ύπαρξης των ανθρώπων και νέους τρόπους ζωής με νέες αξίες, αντί απλά να διαχειρίζεται τις υπάρχουσες προβληματικές και αδιέξοδες κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις σε επίπεδο κράτους ή συνασπισμού κρατών, όπως η Ε.Ε. Αν δεν θέλουμε και η ψηφιοποίηση-αυτοματοποίηση-ρομποτοποίηση να εξελιχθεί σε μια νέα χίμαιρα, τάχα για το κοινό καλό, θα χρειασθεί να καταλήξουμε σε ένα νέα κοινωνικά συμβόλαια και κοινωνικές σχέσεις, σε ισορροπία με τη φύση και τα οικοσυστήματα του πλανήτη, ώστε η όποια τεχνολογία επιλεγεί, να γίνει πραγματικά ένα εργαλείο για το κοινό καλό, για τη μείωση των ωραρίων και του όγκου της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος. Το ποιά εργαλεία χρησιμοποιεί και αναπτύσσει μια κοινωνία εν γένει, καθορίζουν και την πολιτική, θεσμική και ηθική δομή της. Για αυτό, οι αποφάσεις σχετικά με τον ρόλο της τεχνολογικής ανάπτυξης, τα όριά της και τη σημασία της, θα έπρεπε να ενσωματωθούν σε συμμετοχικές διαδικασίες στις οποίες όλοι οι πολίτες να ακούγονται εξίσου.
Σε όλη την πορεία μετάβασης προς την Κοινότητα των Κοινοτήτων[3](την αποαναπτυξιακή κοινοτική κοινωνία), η τεχνολογία δεν θα είναι ποτέ απλά ένα εργαλείο για την επίτευξη οικονομικών στόχων, αλλά μάλλον η ενσάρκωση υλικών και κοινωνικών σχέσεων. Η ριζική αλλαγή της κοινωνίας που επιδιώκεται από το κίνημα της Αποανάπτυξης και του Κοινοτισμού, απαιτεί ριζική επανεξέταση του ρόλου της τεχνολογίας εν γένει , ακόμη και πριν από τη συζήτηση σχετικά με το τι είναι επιθυμητό και τι εφικτό στην εφαρμογή ορισμένων τεχνολογιών.
Θα απαιτηθεί όχι μόνο η αξιολόγηση και ο έλεγχος της κάθε τεχνικής καινοτομίας όσον αφορά τον παρασιτικό χαρακτήρα της  σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη, με τις κοινωνικές ομάδες και τις μελλοντικές γενιές, αλλά και η αναδιοργάνωση των διαδικασιών ανάπτυξης και παραγωγής με την έννοια του αποκεντρωμένου, κοινού και αυτοκαθοριζόμενου ελέγχου .
Για να περάσουμε σε μεταβιομηχανικές κοινωνίες Αποανάπτυξης και Κοινοτισμού, θα χρειαζόμασταν εργαλεία και μηχανές οι οποίες δεν θα περιορίζουν τις ανθρώπινες δυνατότητες για δημιουργικότητα, ελευθερία, αυτονομία και αυτοκαθορισμό, αλλά θα τις προωθούν. Με άλλα λόγια, θα χρειαζόμασταν γοητευτικά, συναρπαστικά και απελευθερωτικά (convivial )[4] για τον καθένα, κοινωνικά συλλογικά εργαλεία  που θα βοηθούσαν πολιτικώς συνδεδεμένα άτομα αντί να βοηθούν τους σημερινούς μάνατσερς.
Η "Ομότιμη παραγωγή"σαν μορφή κοινωνικής συνεργατικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο πεδίο της γνώσης και της τεχνολογίας, θα μπορούσε να είναι μια απάντηση. Στο περιβάλλον της ομότιμης παραγωγής, οι παραγωγοί παράγουν αγαθά συλλογικά μέσω της εθελοντικής συμμετοχής σε ένα σύστημα παραγωγής που είναι αποκεντρωμένο και βασισμένο σε δίκτυα. Οι εθελοντές επιλέγουν τις εργασίες που θα εκτελέσουν, το ποσό του χρόνου που ξοδεύουν για τη συλλογική παραγωγή καθώς και τον τόπο και το χρόνο της παραγωγικής τους δραστηριότητας. Όσον αφορά στη διανομή, οποιοσδήποτε στον κόσμο μπορεί να χρησιμοποιεί τα προϊόντα δωρεάν σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες και ανεξάρτητα από τη συνεισφορά του.Το σύνθημα που προωθεί η ομότιμη παραγωγή είναι: Σχεδιάστε παγκόσμια, κατασκευάστε τοπικά  
Ομότιμα συστήματα υπολογιστών, τα οποία μπορούν και αλληλεπιδρούν, ανταλλάσσουν και διαμοιράζονται αρχεία Peer-to-Peer ( P2P), δημιουργούν- σήμερα κιόλας -τα ψηφιακά Κοινά. Στην Ελλάδα, το 2011 ιδρύθηκε στα Ιωάννινα το P2P Lab, ένα διεπιστημονικό ερευνητικό εργαστήριο και στη συνέχεια το Tzoumakers: εργαστήριο συνεργατικής κατασκευής στο Καλέντζι του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων, υλοποιώντας ακριβώς το παραπάνω σύνθημα της ομοτιμης παραγωγής .
Επίσης οι Ψηφιακές Κοινότητες στο επίπεδο της κοινωνικής δικτύωσης: Τα δεδομένα μας και τα προφίλ μας είναι η πιο σημαντική πρώτη ύλη της ψηφιακής οικονομίας. Δεν θα πρέπει να τα διαχειρίζονται-κερδίζοντας δισεκατομμύρια όπως συμβαίνει τώρα- οι ψηφιακές πολυεθνικές, αλλά τα ίδια τα πρόσωπα, τα οποία θα χρειαστεί να οργανωθούν σε ψηφιακές κοινότητες. 
Το Κίνημα Μετάβασης προς την Κοινότητα των Κοινοτήτων που προτείνουμε, θα χρειασθεί να βρει απαντήσεις για το ποιά μπορεί να είναι η ιδανική κατάσταση στον τομέα της τεχνολογίας, παραγωγής και διανομής της ενέργειας, που είναι αποφασιστικός για όλη την πορεία μετάβασης. Για το ποιός είναι ο καλύτερος δρόμος για την ενεργειακή αυτοδυναμία με το μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα, όχι μόνο όσον αφορά στην ηλεκτρική ενέργεια[5] αλλά και στην ενέργεια για μετακίνηση – κυκλοφορία-μεταφορές - θέρμανσης κτιρίων κ.λπ: Το μέλλον θα ανήκει στην μπαταρία (μεγάλο πρόβλημα σπάνιων υλικών κατασκευής τους); Στην δέσμευση της ελεύθερης ενέργειας; Στην κυψέλη καυσίμου υδρογόνου ή ίσως και στη μηχανή καύσης με ανανεώσιμα παραγόμενο μεθάνιο από την ανακύκλωση της βιομάζας; Ή και στον συνδυασμό όλων αυτών; Η ηλεκτρόλυση του νερού-με ρεύμα από ΗΜΕ- για την παραγωγή καύσιμου υδρογόνου δεν θα ήταν η ιδανική λύση αφού δεν θα είχαμε απόβλητα παρά μόνο νερό;
Οι τεχνολογικές καινοτομίες ως «Κοινά»( Commons), οι οποίες σχεδιάζονται με αρθρωτό τρόπο και επιτρέπουν τη δημιουργική επανασύνθεση και την προσαρμογή σε συγκεκριμένες ανάγκες, αντιπροσωπεύουν σήμερα κιόλας μια ενδιαφέροουσα μέλλοντική δυνατότητα (όπως π.χ. οι αρθρωτοί τροχοί φορτίου που αναπτύσσονται από μια  Άδεια χρήσης Commons: http://www.lowtechmagazine.com/2014/05/modular-cargo-cycles.html ).
 


[1] Τα ορυκτά καύσιμα εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του γεωλογικού σχηματισμού της γης λόγω ειδικών συνθηκών κατά τις οποίες συσσωρεύτηκαν στην τεράστια αποθήκη της λιθόσφαιρας με χαμηλή εντροπία.

[2] Οι αποφάσεις για τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία θέτει τα δικά της όρια «μπορεί να παρθούν μόνο από την πλειονότητα των καλά ενημερωμένων, συνετών πολιτών» με βάση τα καθημερινά αποδεικτικά στοιχεία: «το ποιες διαστάσεις θα πρέπει να έχει η οροφή κάτω από την οποία θα ζουν τα μέλη μιας πολιτικής κοινότητας, μόνο αυτή η ίδια μπορεί να αποφασίσει διαλεκτικά.

[3] Βλέπε βιβλίο μας: Για την Κοινότητα των Κοινοτήτων,με το πρόταγμα της αυτονομίας, της αποανάπτυξης, του κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας

[4] conviviality σημαίνει στην ουσία «ατομική ελευθερία που πραγματοποιείται σε αλληλεξάρτηση» . Αναφέρεται στην ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων, στην ουσιαστική ελευθερία ως αυτοκαθορισμό και στις διαβουλευτικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με τους στόχους και τις μορφές της Κοινότητας. Εξαρτάται μόνο επουσιωδώς από τον βαθμό μηχανοποίησης, αν ένα εργαλείο είναι convivial ή καταπιεστικό – μάλλον, το ζήτημα είναι αν και σε ποιο βαθμό τα εργαλεία περιορίζουν την προσωπική και συλλογική αυτονομία.

[5] Ήδη από σήμερα μπορούμε να εξασφαλίσουμε τον ηλεκτρικό εφοδιασμό με ενεργειακούς συνεταιρισμούς και ενεργειακές κοινότητες, που θα εγκαθιστούν μικρά και αποκεντρωμένα συστήματα Ηπιων Μορφών Ενέργειας(ΗΜΕ), βιοαερίου, υδρογόνου κ.λπ. Που θα εγκαθιστούν δηλαδή φ/β συστήματα στις στέγες και ταράτσες των σπιτιών, στις στέγες των αγροτικών υπόστεγων και αποθηκών, και μικρές ανεμογεννήτριες, σε μη παραγωγική γη. Όλα αυτά θα βοηθήσουν γενικότερα στην κοινοτικοποίηση της παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας με διάθεσή της στα τοπικά κοινοτικά-δημοτικά δίκτυα .

0 Comments

Τοπικοποίηση-Κοινωνικοποίηση-Κοινοτισμός-Αποανάπτυξη-Άμεση Δημοκρατία (Σκιαγράφηση προγράμματος μετάβασης)

23/8/2019

0 Comments

 
1. Τοπικοποίηση

Η Τοπικοποίηση είναι ένα παιγνίδι διαλεκτικής με τον όρο παγκοσμιοποίηση
Προέκυψε από την κριτική στο δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης, που επιδιώκει να παγκοσμιοποιηθεί και σήμερα:
  • Δε μπορεί πια να μεγαλώνει τη «πίτα» και απλώς τη φουσκώνει
  • Παράγει παντού κοινωνικές και οικολογικές ζημιές
  • Οδηγεί όχι μόνο σε κρίση χρεών και πτωχεύσεις κρατών, επιχειρήσεων και τάξεων, αλλά και σε πτώχευση-κατάρρευση της «Α.Ε. Γη»
  • Προτείνεται σαν μια στρατηγική για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
Οι δομές της:
διευρυμένη οικογένεια(ιδεολογική σύνδεση)-οικοκοινότητα («Οίκος»), αυτοδύναμη κοινότητα(χωρική-ενδιαφερόντων), δήμος-περιφέρεια-επικράτεια με ομοσπονδιοποίηση για τη δημιουργία της παγκόσμιας κοινότητας των κοινοτήτων
Οικοδόμηση:
  • σε σχέση απόρριψης, αντιπαράθεσης και ρήξης με τις δομές του κεντρικού κράτους και του εταιρικού τρόπου παραγωγής και διανομής, καθώς και με τα μεγασυστήματα της παγκόσμιας διακυβέρνησης
  • Με άμεση δημοκρατία στα πλαίσιά τους-εξέλιξή της σε γενικό τρόπο αυτοδιακυβέρνησης με νέο «κοινωνικό συμβόλαιο»
  • Με συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία
  • Με απεξάρτηση από την έννοια του σωρευτικού χρήματος και τις «αγορές»
  • Με στήριξη σε όσο γίνεται πιο τοπικούς φυσικούς και κοινωνικούς πόρους και πηγές και σε μια κοινωνικοποιημένη οικονομία της εγγύτητας
Δεν έχει να κάνει με τον «τοπικισμό». Δημιουργεί τους όρους για μια νέα «οικουμενικότητα»

2. Κοινωνικοποίηση-Κοινοτισμός

Η υπέρβαση της παγκοσμιοποίησης μπορεί να γίνει με τη διαδικασία της οικουμενικοποίησης:
Θα στηρίζεται στην αρχή της οικουμενικότητας: μία είναι η πατρίδα όλων, ο μπλε πεπερασμένος και μοναχικός στο κοντινό διάστημα πλανήτης μας.   Ο αέρας, η θάλασσα, το νερό, η γη και οι καρποί της, ο υλικός πλούτος και οι ενεργειακοί πόροι, τα δώρα γενικά της φύσης αυτού του πλανήτη, είναι δώρα και κοινή κληρονομιά για όλους τους ανθρώπους και τις άλλες μορφές ζωής που δημιούργησε αυτή η φύση
Κοινή κληρονομιά επίσης τα κοινωνικά αγαθά που δημιούργησαν οι –πριν και νυν-κοινωνίες
Κοινωνικά αγαθά:
  • οι σπόροι και οι ποικιλίες-ράτσες(πατεντάρισμα γενετικού υλικού)
  • η κοινωνικά παραγόμενη γνώση(πνευματική ιδιοκτησία)
  • η παιδεία και εκπαίδευση της νέας γενιάς
  • η διατήρηση και βελτίωση της υγείας του πληθυσμού (μέσω αντίστοιχων κοινωνικών θεσμών πρόληψης και αποκατάστασης)
  • ο εφοδιασμός των πόλεων και των οικισμών σε νερό (μέσω δικτύων και καναλιών από κοινές πηγές και αποθέματα νερού)
  • η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (από κοινές πηγές ενέργειας και η διανομή της μέσω δικτύων σε κοινή γη -δημόσια ή δημοτική-και δρόμους)
  • η διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων (μέσω χρήσης κοινών δρόμων στην ξηρά και θάλασσα, των λιμανιών καθώς και σταθερών τροχιών)
  • η επεξεργασία και η επαναχρησιμοποίηση υλικών από την ανακύκλωση των κοινών αποβλήτων-απορριμμάτων των πόλεων και οικισμών
  • η χρήση των κοινών ραδιοσυχνοτήτων, τηλε-συχνοτήτων και τηλεφωνίας, καθώς και των πληροφοριακών λεωφόρων
Η κοινωνικοποίηση των συλλογικών φυσικών αγαθών θα είναι η βάση και η προϋπόθεση για οποιοδήποτε κίνημα Κοινοτισμού, που θα θελήσει να καταργήσει τη σημερινή κατάσταση:
  • το σημερινό «κομμάτιασμα της γης» και των «περιφράξεων» από την ιδιοκτησία,
  • τη σημερινή ιδιωτικοποίηση των φυσικών-συλλογικών-κοινωνικών αγαθών,
  • τον ατομικισμό-ανταγωμισμό και τις κοινωνικές ανισότητες,
  • την εκμετάλλευση ανθρώπων, οικοσυστημάτων και φύσης,
  • τη μόλυνση-ρύπανση του περιβάλλοντος, την αποσταθεροποίηση του κλίματος κ.λπ
  • Να κοινωνικοποιήσει την οικονομία, τη γνώση και επιστήμη, την παιδεία, την υγεία κ.λπ.
Ο κοινοτισμός ξεκινά από την απαρχή της ανθρώπινης ιστορίας. Μαζί με την αντίληψη για τη «μάνα θεά φύση», κυριάρχησε και η αντίληψη για τη «μάνα κοινότητα».
Στη βάση αυτών των δύο βασικών αντιλήψεων για τις δύο «μαμάδες» ενηλικιώθηκε ο άνθρωπος σαν όν και είδος, περνώντας από τις πρωτόγονες εξισωτικές κοινωνίες στις πιο σύνθετες, στις οποίες υπήρξαν διαφοροποιήσεις, λόγω της ανισοκατανομής της εξουσίας.
Ο αρχαίος ελληνικός κοινοτισμός μας άφησε τη διδαχή (Σωκράτης): «Να είσαι όπως θα επιθυμούσες να φαίνεσαι στους άλλους», τα «Κοινά» να πρυτανεύουν και να κατακυρώνουν το ιδιωτικό με φιλοδοξία τον έπαινο του Δήμου.
Ο Κοινοτισμός σήμερα εμφανίζεται συνδεδεμένος με την υπό διαμόρφωση πρόταση της Αποανάπτυξης-επανατοπικοποίησης στο κοινωνικό πολιτισμικό πεδίο, με την κοινωνική-αλληλέγγυα-συνεργατική οικονομία στο οικονομικό, στο δε πολιτικό πεδίο με τους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας.
Μετά από την ανάδυσή του στις ζαμπατίστικες κοινότητες, έχουμε και την ανάδυσή του στην κούρδικη «δημοκρατική αυτονομία», που αναπτύσσεται κύρια στο Βόρειο Κουρδιστάν, σαν αυτονομία από το τούρκικο κράτος, αλλά και στη Συρία με τον κούρδικο συμβουλιακό κοινοτισμό να είναι η δύναμη εκείνη που αντιστάθηκε καλύτερα στον σκοταδισμό του ΙΣΙΣ και των ισλαμιστών, καθώς και στο μπαθικό καθεστώς
3. Αποανάπτυξη

Το παραπάνω κοινωνικό κίνημα θα έχει βασικό στόχο, την αποαποικιοποίηση των συνειδήσεων, από την ιδεολογία της «αέναης ανάπτυξης» :
  • οικονομική μεγέθυνση, άπειροι πόροι, τεχνολογική καινοτομία και αγοραία επιστήμη-«τεχνολογικός μεσιανισμός»- ευημερία με αύξηση της κατανάλωσης, ατομική κοινωνική ανέλιξη μέσω αύξησης του κομματιού της πίττας κ.λπ.
  •   Η βάση αυτής της ιδεολογίας σήμερα είναι η χρηματική βασικά οικονομία μέσω της πίστωσης και δανείων προς καταναλωτές, νοικοκυριά, επιχειρήσεις, κυβερνήσεις.
  • πραγματική οικονομία δε μπορεί να αναπτύσσεται πλέον με 2-3% ετησίως-όπως συνέβαινε μέχρι τώρα.
  • Αιτία ο κορεσμός στην παραγωγή, η μειούμενη αγοραστική δύναμη των πολλών, αλλά κυρίως τα πλανητικά όρια σε πόρους, υλικά και ενέργεια, καθώς και τα όρια στην ενσωμάτωση των τεράστιων απόβλητων των οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως επίσης οι κλιματικές αλλαγές και οι συνακόλουθες καταστροφές.
  • Υπάρχει μια ψευδαίσθηση «ανάπτυξης» μέσω της διόγκωσης της χρηματοπιστωτικής φούσκας,
  • μια ψευδαίσθηση για γενίκευση της «δημοκρατίας», που αντικαθιστά αυταρχικά καθεστώτα,
  • στην πραγματικότητα οδηγούμαστε σε ανατροπή της «αστικής δημοκρατίας» από την ολιγαρχία του πλούτου.
  • πέρασμα από το «εθνικό δημοκρατικό πολίτευμα», στο παγκόσμιο ολιγαρχικό, που θα στηριχθεί σε τεχνοφασιστικά καθεστώτα.
  • Για τους παραπάνω λόγους ο καπιταλισμός πρέπει να ξεπερασθεί. Αν θέλουμε να μη καταρρεύσει η υλική βάση της ύπαρξης των μελλοντικών γενιών των ανθρώπινων και λοιπών κοινοτήτων.
Θα χρειασθεί:
  • Η σημερινή κρίση των δημοσιονομικών χρεών να λυθεί υπέρ των κοινωνιών και όχι για άλλη μια φορά υπέρ των «από πάνω».
  • Οι ιδιώτες επενδυτές-αγοραστές των κρατικών ομολόγων και οι παγκόσμιοι παίκτες, έπαιξαν και έχασαν.
  • Η επιλογή που έχουμε να κάνουμε σήμερα είναι μεταξύ μιας ανεξέλεγκτης ύφεσης και μιας ελεγχόμενης και βιώσιμης απο-ανάπτυξης».  
  • Να στηριχθούμε –όσο γίνεται περισσότερο-στις τοπικές οικονομίες, στην αυτοδυναμία και αυτάρκεια των περιοχών και των χωρών, στις δίκαιες ανταλλαγές μεταξύ τους.
  • Να επαναπροσδιορίσουμε τις βασικές μας ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους. Όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα.
  • Επιδιώκοντας αντί της «ευημερίας»της υπερκατανάλωσης, την ευζωία μέσω της «ατομικής εγκράτειας» και της «συλλογικής αφθονίας».
  • Μέσω αυτοανάπτυξης, αυτοπραγμάτωσηςκαι αυθυπέρβασή μας σαν κοινωνικά όντα.
  • Μέσω της δημιουργίας ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου και ενός μετακαπιταλιστικού πολιτισμικού προτύπου.
  • Να περάσουμε από το κατακερματισμένο συνειδησιακά άτομο προς το πολύπλευρα αναπτυγμένο «πρόσωπο».
  • Από τον καταναλωτή βιοτικών, χρηστικών, ιδεοπολιτικών  αξιών στον ταυτόχρονο παραγωγό τους, στον παραγωγοαναλωτή τους. Από τον ανασφαλή και κατεχόμενο από τον φόβο της απώλειας και του θανάτου άνθρωπο, στη φιλοσοφημένη, προσγειωμένη προσωπικότητα, που αποδέχεται ότι δεν γεννήθηκε σε αυτόν τον κόσμο μόνο για να καταναλώνει, αλλά για να ζήσει βιώνοντας τον πεπερασμένο χρόνο του όσο γίνεται πιο ποιοτικά, βελτιώνοντας τον εαυτό και τους άλλους γύρω του.
  • Από τις κυρίαρχες αξίες του ατομικισμού, του βολέματος του «εαυτού», της ατομικής κατανάλωσης και απληστίας, της επέκτασης της κτήσης, του ανταγωνισμού, της επιβολής και κυριαρχίας στους άλλους και τις άλλες μορφές ζωής, κ.λπ.,
  •  στις αξίες της συνύπαρξης, της συλλογικής ευζωίας, της εγκράτειας, της αλληλεγγύης, της αποδοχής του διαφορετικού, της συνεργατικότητας, της συνεργασίας και ισορροπίας με τα οικοσυστήματα και τη φύση, κ.λπ.
  • Να περάσουμε σε ένα νέο πολιτισμό και κοινωνία που θα χρειασθεί να μετατρέψει το κυρίαρχο τώρα πολιτισμικό είδος του homo economicus στο νέο είδος του homo ecosoziologicus (ας μας επιτραπεί η έκφραση)
Η κατεύθυνση μπορεί να είναι:
  • «από-ανάπτυξη εδώ» (όπου υπάρχει μεγάλο οικολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα)
  •  «συντήρηση εκεί»( όπου υπάρχει βιωσιμότητα)
  • «ανάπτυξη παραπέρα»( όπου μειώνεται το οικολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα π.χ. μέσω της ανάπτυξης των οικο-καλλιεργειών για την παραγωγή ποιοτικών τροφίμων και την ενσωμάτωση της περίσσιας του CO2 της ατμόσφαιρας στο έδαφος μέσω της βιομάζας: τα επόμενα 40-50 χρόνια οι αγροτικές κοινότητες μπορούν να ενσωματώσουν τα 2/3 της περίσσειας-οργάνωση GRAIN)
Προτείνεται να διατυπωθεί και να υλοποιηθεί «από τα κάτω»  και από τους «αποκάτω» ένα « πρόγραμμα μετάβασης» προς μια ελληνική κοινωνία αποανάπτυξης, που θα στηριχθεί:
  • στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο(Κοινωνική, Αλληλέγγυα Συνεργατική Οικονομία των Αναγκών-Κ.Α.Σ.Ο.Α)
  • στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής
  • στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
  • στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
  • στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης.
  • Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΗΜΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού
Η σκιαγράφηση ενός τέτοιου προγράμματος περιληπτικά:
  • Να  αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης.
  • Να μετατρέψουμε τη χώρα σε ζώνη οικο-βιο-γεωργίας και ζώνη ελεύθερη από μεταλλαγμένα με ποιοτικά προϊόντα που θα έχουν και συγκριτικό πλεονέκτημα(αυτάρκεια-ΠΟΠ κ.λ.π.). Να  αναβλαστήσουμε τα καμένα δάση, να αποκαταστήσουμε τις λίμνες ,τα ποτάμια, τους βιοτόπους(έλη), τις παραλίες.
  • Να ξαναγίνουμε αγροτική κοινωνία των κάθε είδους μικροπαραγωγών, όχι των 10ετιών του 50-60, αλλά των πολυλειτουργικών  οικο-αγροτών , οικο-παραγωγών-χειροτεχνών
  • Να αποκαταστήσουμε στη διατροφή μας το μεσογειακό διατροφικό μοντέλο με μείωση της κατανάλωσης κρέατος
  • Να συρρικνώσουμε το συγκεντρωτικό κράτος μεταφέροντας δικαιοδοσίες και πόρους προς μια όσο γίνεται πιο αποκεντρωμένη Τοπική Αυτοδιοίκηση και κοινωνία.
Να στραφούμε σε:
  • Οικοτουρισμό, ηλεκτροκίνηση, εξοικονόμιση ενέργειας, αποκεντρωμένες ΑΠΕ, ενεργειακή αυτονομία δήμων με δημοτικοποίηση μονάδων παραγωγής και δικτύου διανομής ενέργειας.
  • Τοπικά βιομηχανικά οικοσυστήματα(απόβλητα μονάδων, επεξεργάσιμη ύλη για άλλες). Επανασύσταση της κλωστοϋφαντουργίας-βιομηχανίας ζάχαρης κ.λπ.
  • Εσωτερική μετανάστευση με συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης. Οικο-κοινότητες με τη μορφή διευρυμένων οικογενειών(όχι γενετικής συγγένειας, αλλά ιδεολογικής συγγένειας), κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων.
  • Ομάδες παραγωγών, συνεταιριστικές-συνεργατικές δομές παραγωγωαναλωτών για απευθείας διακίνηση χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικά-συνεργατικά μικρά μαγαζιά, δίκτυα διανομής και ανταλλαγής προϊόντων-υπηρεσιών με τοπικά νομίσματα.
  • Να στηριχθούμε περισσότερο στα συλλογικά και κοινωνικά αγαθά προωθώντας από τώρα την κοινωνική οικονομία των αναγκών και της αλληλεγγύης με το μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα.

4.            Άμεση δημοκρατία

Ο κοινοβουλευτισμός και το κομματικό σύστημα διαμεσολάβησης και διακυβέρνησης έχει αποτύχει, έχει απομυθοποιηθεί στα μάτια των νέων γενιών του «αναπτυγμένου» κόσμου, ιδίως στους «αδύνατους κρίκους», όπως η Ελλάδα.
Όλα τα εγχειρήματα που παρουσιάσθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα της κρίσης(καταγράφηκαν πάνω από 3000) εφάρμοσαν και εφαρμόζουν στα πλαίσιά τους την άμεση δημοκρατία. Γιατί αυτό να μη γίνει γενικότερος κοινωνικός πειραματισμός; Μια κοινωνία σε κίνηση και μετάβαση μπορεί να εφεύρει διαδικασίες και θεσμούς που σήμερα δε μπορούμε ούτε να φαντασθούμε.
Ο ευνοϊκότερος χώρος για τη δημιουργία αυτής της νέας πολιτικής, των νέων θεσμών, του νέου ανθρωπολογικού τύπου και πολιτισμικού προτύπου, είναι:
•             ο χώρος της τοπικής κοινωνίας(όπου ο καθένας ξέρει λίγο ως πολύ τον άλλο και μπορεί να του έχει εμπιστοσύνη ή όχι),
•             του Δήμου και της Τ. Α., που περιλαμβάνει την τοπική πόλη και τη γύρω από αυτήν ύπαιθρο.
•             Της περιφέρειας με την έννοια της «βιοπεριφέρειας»: ενότητα στηριγμένη στα ίδια αυτοτροφοδοτούμενα οικοσυστήματα και ανανεώσιμους πόρους
•             Εδώ θα είναι πιο εύκολη η δημιουργία ενός συνειδητού μαζικού πολιτικού κινήματος του Κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας που θα δημιουργούσε εκτός των άλλων και ένα δημοτικό τομέα οικονομίας.

Δημοτικός τομέας οικονομίας:
•Η Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων  για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Κοινωνικοποίηση-δημοτικοποίηση της παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας. Δίκτυα ΜΤ-ΧΤ στους δήμους(αντί ιδιωτικοποίησης). Συνεταιρισμοί ΚΑΣΟΑ για την παραγωγή ενέργειας από μικρές εγκαταστάσεις ΗΜΕ-όχι ΒΑΠΕ- και διάθεσή της στα τοπικά δημοτικά δίκτυα. Οργανωση καμπάνιας μείωσης της ζήτησης και εξοικονόμισης ενέργειας.
•οργανισμοί ή συνεταιρισμοί διαχείρισης νερού και αποχέτευσης -όπου δεν υπάρχουν- γιατί σε μερικές κοινότητες υπάρχουν από παλιά οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων(ΟΕΒ),
Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου

Αμεση Δημοκρατία στις τοπικές κοινωνίες και Τ.Α.:
  • κλειδί η δημοκρατική αναγέννηση του πολίτη και ο συμμετοχικός προϋπολογισμός και προγραμματισμός
  • συνελεύσεις των κοινοτικών διαμερισμάτων και των γειτονιών των πόλεων για τον προϋπολογισμό
  •  συνελεύσεις εκπροσώπων(ανάλογα με τον αριθμό των συμμετεχόντων) για τον προϋπολογισμό με βάση τις προτάσεις των συνελεύσεων και τις προτάσεις, μελέτες και πόρους της δημαρχίας
  • Κλειδί Κινήσεις Πολιτών με το χαρακτηριστικό της «δημοκρατίας εν δράσει» με τοπική παρέμβαση στην πορεία ανάληψη της εξουσίας στους δήμους
  • Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους, επί τάπητος το ζήτημα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου και η έκφρασή του σε ένα νέο σύνταγμα στην πορεία δημιουργίας της Ομοσπονδιακής Κοινοπολιτείας της Κοινότητας των Κοινοτήτων
Η Κοινότητα των Κοινοτήτων:
  • Κοινότητες υπαίθρου με γενικές συνελεύσεις και το εκλεγόμενο κάθε φορά ανακλητό Συμβούλιο Κοινότητας(Σ.Κ.). Δέκα τέτοιες κοινότητες αποτελούν έναν υπαίθριο Δήμο
  •  Αστικές Κοινότητες με βάση τα νοικοκυριά ενός δρόμου ή οικοδομικού τετραγώνου με Σ.Κ.
  • Κοινότητες μιας γειτονιάς συμμετέχουν στη Συνέλευση Γειτονιάς(Σ.Γ.) με τα Σ.Κ. και εκλέγουν το Συνοικιακό Συμβούλιο(Σ.Σ.).
  • Όλα τα Σ.Σ. συμμετέχουν στη συνέλευση του Δήμου της πόλης για τον συμμετοχικό προγραμματισμό-προϋπολογισμό και τον κοινωνικό έλεγχο και εκλέγουν το Συμβούλιο του Δήμου(Σ.Δ).
  • Τέταρτο επίπεδο διαβούλευσης: Τα συμβούλια των υπαίθριων και των αστικών δήμων συμμετέχουν στη συνέλευση της Χ.Ε. και εκλέγεται το Συμβούλιο της Χωρικής Ενότητας για τη συμμετοχή στην Ομοσπονδική Κοινοπολιτεία της επικράτειας
Αυτό το Σύστημα συμβουλίων( ΣΣ )θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία της Κοινότητας των Κοινοτήτων.
 Τα πρώτα βήματα  θα μπορούσαν να είναι:
  • Από ενδιαφερόμενους ενεργούς πολίτες-πρόσωπα και κινήσεις-πρωτοβουλίες πολιτών που έχουν γνώση του διακυβεύματος, δημιουργούνται σε κάθε περιφέρεια και όπου είναι δυνατό σε κάθε δήμο Συμβούλια ενδογενούς Παραγωγικής Ανασυγκρότητσης για να δημιουργηθούν παραγωγικά δίκτυα ικανοποίησης των βασικών αναγκών του ντόποιου πληθυσμού
  • Παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες προσπαθούν να συγκαλέσουν συνελεύσεις πολιτών για την παραγωγική ανασυκρότηση. Από αυτές τις συνελεύσεις σε κάθε δήμο εκλέγονται:  Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΑΤ) για την προώθηση της διατροφικής ασφάλειας του τοπικού πληθυσμού και  Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ), για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά στις συνολικές ανάγκες των δημοτών.
  • Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας στους δήμους και τις περιφέρειες προωθώντας την Συνεργατική Οικονομία των Αναγκών(Σ.Ο.Α)
  • Τα Συμβούλια αυτά συνδεόμενα μεταξύ τους με ομοσπονδιακή μορφή μπορεί να αποτελέσουν το πρόπλασμα του Συστήματος Συμβουλίων της Κοινότητας των Κοινοτήτων
0 Comments

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ –ΑΠΟΑΝΑΠΤΥΞΗΣ-ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ στη διαδικασία παραγωγής και διανομής της τροφής

23/5/2019

0 Comments

 
i) Η επερχόμενη επισιτιστική κρίση
Στις μέρες μας η μηχανοποιημένη παραγωγική διαδικασία της τροφής καταναλώνει κατά μέσο όρο περισσότερες μονάδες ορυκτής ενέργειας για να παραχθεί μία μονάδα διατροφικής ενέργειας. Αυτό μπορούσε να γίνεται όσο υπάρχουν ακόμα  φθηνά ορυκτά καύσιμα και σε μεγάλες ποσότητες. Όμως  τα αποθέματα των ορυκτών καυσίμων αρχίζουν να μειώνονται παγκοσμίως. Η εξόρυξη πετρελαίου π.χ. ξεπέρασε το κορυφαίο σημείο(Pick oil). Οι εταιρείες εξόρυξης συνεχίζουν σε δυσπρόσιτες περιοχές και σε μεγάλα βάθη ή χρησιμοποιούν καταστροφικές τεχνικές όπως το Fracking για το λιθοσφαιρικό αέριο, γιατί το εύκολο να εξορυχθεί πετρέλαιο –άρα και το φθηνό-έχει τελειώσει. Έτσι θα αναγκασθούν να δαπανήσουν πολλά περισσότερα σε χρήματα και φυσικούς πόρους για να παραχθεί ένα βαρέλι πετρελαίου. Κάποια στιγμή η δαπάνη αυτή των πόρων για να εξαχθεί ένα βαρέλι, θα ξεπεράσει την αξία της απόδοσης ενός βαρελιού πετρελαίου, άρα η εξόρυξη, εκτός από αντιπεριβαλλοντική,θα γίνει και οικονομικά αντιπαραγωγική.
Επίσης έχουμε εξάντληση των αποθεμάτων νερού, που είναι απαραίτητο για την γεωργία. Μετά το 1980 κυρίως και με τις σύγχρονες μεθόδους ποτίσματος βασικά από τους μεγαλοαγρότες (αυτόματη άρδευση με μπεκ και μέρα μεσημέρι με αποτέλεσμα την εξάτμιση μεγάλου μέρους του νερού), υπήρξε ανεύθυνη χρήση του νερού στη γεωργία. Υπήρξε επίσης έλλειψη προνοητικότητας από τα κράτη και κυρίως από τις εταιρείες ύδρευσης των πόλων που δεν επισκευάζουν τα τρύπια δίκτυα ύδρευσης με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες απώλειες νερού-μέχρι και 40% ή και 50% σε κάποιες περιπτώσεις. Παράλληλα η επιλογή υδροβόρων καλλιεργειών απαίτησαν γεωτρήσεις παντού(πχ. στον κάμπο της Θεσσαλίας μέχρι και 340 μέτρα βάθος)[1] με συνέπεια την υποχώρηση, την υφαλμύρωση ή  και την στέρρευση πολύτιμων υδροφόρων οριζόντων. Από την άλλη η μέθοδος Fracking για την εξόρυξη του φυσικού αερίου από τα ίδια εδάφη που καλλιεργούνται δηλητηριάζει τον υδροφόρο ορίζοντα, με τα χημικά που χρησιμοποιούνται, ενώ καταναλώνει τεράστιες ποσότητες νερού και προκαλεί απόγνωση στους γειτονικούς αγρότες - με αρκετούς κερδοσκόπους να βλέπουν ευκαιρίες, από την εκμετάλλευση των αναγκών καθαρού νερού. Εξάλλου η κλιματική αλλαγή θα μειώσει τη χιονόπτωση με αποτέλεσμα να μειωθεί και η τροφοδοσία των υπαρχόντων πηγών νερού( οι αυξημένες καταρρακτώδεις βροχές δεν θα εμπλουτίζουν τις πηγές, γιατί το νερό τους με τους χειμάρους και τα ποτάμια καταλήγουν στη θάλασσα και όχι στον υδροφόρο ορίζοντα). Όλο και περισσότερες πηγές θα στερεύουν λοιπόν στο μέλλον με επίπτωση και στην παραγωγικότητα της γεωργίας.
 Μειώνεται η δυνατότητα των οικοσυστημάτων για απορρόφηση των αυξημένων εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και των άλλων καυσαερίων και απόβλητων της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτό έχει διαπιστωθεί από πολλές επιστημονικές μελέτες. Και φαίνεται ήδη η μείωση της παραγωγικότητας της γεωργίας λόγω επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
Ένας επιπλέον λόγος, ο οποίος όμως δεν αφορά μόνο τη βιομηχανική γεωργία, αλλά και την εναλλακτική γεωργία που αρχίζει να αναπτύσσεται, είναι ότι αρχίζουν να μειώνονται οι μέλισσες παντού. Αυτές δεν παράγουν μόνο μέλι, αλλά επεικονιάζουν το 90% των φυτών, όντας μια τεράστια εργατική δύναμη, που θα είναι αδύνατο να αντικατασταθεί από την ανθρώπινη. Αν εκλείψουν όπως αρχίζει να συμβαίνει ήδη στις ΗΠΑ(μέχρι και 60%-70% μείωση στα σμήνη τους) και στην Ευρώπη(έχει ανησυχήσει αυτό και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή[2]), τότε θα υπάρξει σίγουρα μείωση των συγκομιδών στο 90% των καλλιεργειών τουλάχιστον.
Για τους παραπάνω λόγους, όταν γίνουν αυτοί αντιληπτοί από τους κάθε είδους «επενδυτές» του αγροδιατροφικού συστήματος, θα έχουμε και την όξυνση της αγροδιατροφικής κρίσης. Θα έχουμε ένα πραγματικό κραχ, που μπροστά του θα ωχριά το πρόσφατο χρηματοπιστωτικό κραχ. Θα πάψουν να υπάρχουν φθηνά τρόφιμα, γιατί θα αυξηθούν στο έπακρο τα κόστη της καλλιέργειας-εκτροφής, της συγκομιδής, της αποθήκευσης, της συντήρησης, της ψύξης, των μεταφορών και της διανομής
Τα πρώτα δείγματα αυτής της κρίσης τα βλέπουμε ήδη:
• Ενώ η παγκόσμια προσφορά τροφίμων-προς το παρόν- είναι παραπάνω από επαρκής, ταυτόχρονα 1 δισ. ανθρώπων υποσιτίζεται
• Οι κλιματικές αλλαγές οδηγούν σε μείωση και καταστροφή παραγωγής
• Αύξηση ζήτησης στην ΝΑ Ασία- άνοδος πολυπληθών μεσαίων τάξεων και αλλαγή διατροφικού μοντέλου(αύξηση της ζήτησης και εδώ σε ζωικά προϊόντα).
• Κερδοσκοπία στις τιμές στο χρηματιστήριο των δημητριακών
• Το 30% της παραγόμενης τροφής πάει στα σκουπίδια. Σύμφωνα με τον FAO, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων: 1,3 δισεκατ. τόνοι τροφίμων καταλήγουν κάθε χρόνο στα σκουπίδια και τις χωματερές, χωρίς να καταναλωθούν[3].
• Έλεγχος παραγωγής-διανομής τροφής από μεγάλες πολυεθνικές: π.χ. 5 πολυεθνικές ελέγχουν το 75% των σιτηρών, 2 το 50% της παραγωγής μπανάνας, 3 τη παγκόσμια παραγωγή τσαγιού, ενώ 30 πολυεθνικές ελέγχουν το 1/3 των επεξεργασμένων τροφών.
• Οι γεωργοί βασικά είναι παραγωγοί πρώτων υλών για τη βιομηχανία και όχι για τον εαυτό τους , τις κοινότητές τους και τις τοπικές αγορές.
• Οι καταναλωτές είναι εξαρτημένοι πλήρως από την αγορά μέσω των αλυσίδων. Πληρώνουν μέχρι και 4-6 φορές παραπάνω από την τιμή παραγωγού.
• Έχουμε παρακμή υπαίθρου, μείωση αγροτικού πληθυσμού, συρρίκνωση αγροτικών κοινοτήτων και εσωτερικούς-εξωτερικούς μετανάστες. Μεγάλες εκτάσεις χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή με απώλεια αρχικής ενέργειας κατά 65-90%: στα βιομηχανοποιημένα συστήματα καταναλώνονται 300 μονάδες πόρων, για να παραχθούν 100. Η βιομηχανική γεωργία είναι πλέον αντιπαραγωγική, ενώ η καλλιέργεια ενεργειακών φυτών για αγροκαύσιμα διεκδικεί μεγάλες εκτάσεις υπέρ του «οδηγού» και εις βάρος του «υποσιτισμένου».
• Έχουμε πατεντοποίηση των σπόρων και των ποικιλιών  με «βιοπειρατεία» των γενετικών πόρων από τις εταιρείες κολοσσούς[4].
• Το συνολικό παγκόσμιο αγροτοδιατροφικό σύστημα(παραγωγή, συντήρηση, συσκευασία, ψύξη, μεταφορές γεωργ. προϊόντων, διανομή στα σουπερμάρκετς κ.λπ.) είναι υπεύθυνο σχεδόν για το 50% του φαινομένου του «θερμοκηπίου». 
Σε παγκόσμιο επίπεδο: η υπάρχουσα παραγωγή τροφίμων μπορεί να θρέψει με τροφή 2700 θερμίδων ημερησίως, 12 δισεκατομ. ανθρώπους. Δεν θα έπρεπε να πεινάει κανείς, δεδομένου ότι είμαστε προς το παρόν περίπου 7 δις. Όμως 40 εκατομ. πεθαίνουν από πείνα κάθε χρόνο και κάπου 850 εκατομ. υποφέρουν από υποσιτισμό, εκ των οποίων το 34% (Αφρικανοί) ζουν με κάτω από 300 θερμίδες την ημέρα. Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι της παραγωγής, που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά της διανομής της τροφής και του εισοδήματος (φτώχεια) και άρα κοινωνικοπολιτικό και παίρνει διαφορετική μορφή, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.
Με μια δικαιότερη κατανομή των θρεπτικών πόρων της Γης μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη διατροφή όλης της ανθρωπότητας και ταυτόχρονα να έχει υγιεινότερο τρόπο ζωής. Με μια ζωοεκτροφή, ούτε εκτατική ούτε σταυλισμένη, αλλά στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων[5], όπου τα ζώα παίζουν συμπληρωματικό ρόλο και ανακυκλώνουν την οργανική ύλη, ενώ τα ζωϊκά προϊόντα συμπληρώνουν επίσης τη διατροφή. Δεν θα πρόκειται οπωσδήποτε για χορτοφαγία, αλλά για οικολογική-υγιεινή διατροφή. Χρειάζεται όμως αλλαγή του καταναλωτικού και διατροφικού μοντέλου στη δύση με περιορισμό της υπερκατανάλωσης κρέατος και ευρεία ενημέρωση του κόσμου ότι η ζωοεκτροφή συμβάλλει σημαντικά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου καθώς και στην κακή υγεία. Χρειάζεται γενικότερα να απορρίψουμε το καπιταλιστικό αναπτυξιακό μοντέλο παραγωγής, συσσώρευσης και κατανάλωσης. Να απορρίψουμε το μοντέλο της χημικής βιομηχανοποιημένης γεωργίας. Να επιλέξουμε το μοντέλο της αγροτικής οικο-γεωργίας, που είναι λύση και για την κλιματική αλλαγή[6]. Να επιλέξουμε την κατεύθυνση μιας αγροδιατροφικής οικονομίας των αναγκών και όχι των επιθυμιών, των μικρών αποστάσεων και της εγγύτητας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, της δίκαιης διανομής των τροφίμων- με αποφυγή των μεσαζόντων- μέσω δικτύων παραγωγο-αναλωτών και τοπικών αυτοδιαχειριζόμενων αγορών. Γενικά μέσα από κοινοτικές αμεσοδημοκρατικές δομές που θα συντονίζονται μέσω διασύνδεσης και ομοσπονδιοποίησης, να γίνει στροφή στη γεωργία που θα στοχεύει στην όλο και μεγαλύτερη αυτοδυναμία της αλυσίδας: αγρότης - κοινότητα - περιοχή - επικράτεια. Για τους αγρότες σημαίνει ότι θα παράγουν πρώτα για τις ανάγκες τις δικές τους (τουλάχιστον να παράγουν ένα μέρος της τροφής τους) και στη συνέχεια να παράγουν για τις ανάγκες της περιοχής τους και της χώρας. Από ανάγκη πρέπει να εφαρμόσουν αυτό που λέγεται «πολυλειτουργικότητα». Η δραστηριότητά τους να έχει πολλές πλευρές: οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική. Η δουλειά τους θα έχει και κάποια πλευρά μη άμεσα κερδοφόρα, όπως π.χ. για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην περιοχή. Θα παράγουν, θα μεταποιούν οι ίδιοι το προϊόν τους και θα το διακινούν δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Θα προστατεύουν το περιβάλλον, θα αποκτούν σχέσεις με την τοπική κοινωνία και θα γίνονται παράγοντες ζωής της κοινότητας, προωθώντας την κοινοτίστικη αντίληψη και βοηθώντας να κρατηθεί ζωντανή η περιοχή τους και γενικότερα η κοινωνία της υπαίθρου.
Η μικρής κλίμακας οικογενειακή γεωργία είναι εντάσεως εργασίας (άρα δημιουργεί πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας από την μηχανοποιημένη γεωργία) και απαιτεί λίγα καύσιμα, αυτή θα συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό και στην «ψύξη» της γης.
Μια τέτοια ριζική αλλαγή των μεθόδων καλλιέργειας και εκτροφής καθώς και του τρόπου διατροφής μας θα απαιτήσει σαφώς θεμελιώδεις αλλαγές.  Οι τρέχουσες πολιτικές κατά των αγροτογεωργών, όπως οι νόμοι που ευνοούν την ιδιωτικοποίηση και την μονοπώληση των σπόρων και οι κανονισμοί για την προστασία των εταιρειών, οι οποίοι έχουν εξοντώσει τα παραδοσιακά συστήματα τροφίμων, θα έπρεπε να καταργηθούν. Οι υπάρχουσες τάσεις για αυξημένη συγκέντρωση της γης και για επέκταση της βιομηχανικής γεωργίας θα πρέπει να αντιστραφούν.
Ο χρόνος εξαντλείται, η διαδικασία επιταχύνεται με ανησυχητικό ρυθμό. Η αλλαγή του κλίματος[7] ήδη επηρεάζει σοβαρά 325 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο - με 315.000 να πεθαίνουν από την πείνα, την ασθένεια και τις καιρικές καταστροφές που προκαλούνται από την αλλαγή του κλίματος. Ο ετήσιος αριθμός των νεκρών θα μπορούσε να ανέβει σε μισό εκατομμύριο έως το 2030, με 10 % του παγκόσμιου πληθυσμού που πλήττεται σοβαρά. Ως συνέπεια του αυξημένου άγχους που προκαλείται από την κλιματική κρίση στα εδάφη, τα φυτά και τα ζώα, οι γεωργικές αποδόσεις αναμένεται να πέσουν, ιδίως στις θερμότερες χώρες του Νότου. Ένα τέτοιο σενάριο θα προκαλέσει αφάνταστη ταλαιπωρία σε δισεκατομμύρια των ανθρώπων.
ii). Ανθρώπινη διατροφή
Οι κυρίαρχες σήμερα οικονομικές-πολιτικές ελίτ στηρίζονται στην ουτοπία ότι το «μαγικό ραβδί» της αγοράς και η περισσότερη επιστήμη-τεχνολογία θα μας λύσουν τα προβλήματα και στον αγροδιατροφικό τομέα, μέσα από την καλλιέργεια και εκτροφή βελτιωμένων (υβριδίων) και γενετικά τροποποιημένων (μεταλλαγμένων) ποικιλιών και ρατσών, καθώς και από τη βιομηχανική παραγωγή «σούπερ τροφών». Αντίθετα, η πλειοψηφία των «από κάτω» δε μπορεί παρά να στηριχθεί στη συνεργασία των αγροτικών κοινοτήτων για την παραγωγή αρκετής και υγιεινής τροφής, αν θέλει να επιδιώξει την ευζωία της σε ένα καλύτερο κόσμο. 
Είναι σήμερα κατανοητό ότι τα ανθρώπινα σώματα χρειάζονται ενέργεια για την ανάπτυξη και συντήρησή τους. Αλλά όχι μόνο. Oι διατροφολόγοι λένε ότι εκτός από ενέργεια χρειάζονται και «λάδωμα» για τις διάφορες λειτουργίες τους (χρειάζονται π.χ. ουσίες που δρουν σαν μεσάζοντες σε διάφορους μεταβολικούς κύκλους και διαδρομές), καθώς και διάφορα «δομικά υλικά» για να «κτίζουν» ή να «ανακαινίζουν» τη σάρκα. Όλα αυτά εξασφαλίζονται από τη κατανάλωση της τροφής[8], από τα συστατικά που την απαρτίζουν.
Τα απαραίτητα συστατικά της τροφής είναι: υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες-τα λεγόμενα «μακροθρεπτικά» συστατικά- και επίσης μέταλλα, βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία-τα λεγόμενα «μικροθρεπτικά» συστατικά. Οι άνθρωποι χρειάζονται κατά Μ.Ο. περίπου 2700 θερμίδες, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων. Το διατροφικό μοντέλο των πλουσίων δυτικών περιέχει πολύ κρέας, άρα πολλά λίπη. Συνήθως εξασφαλίζουν το 40% των θερμίδων τους από το λίπος. Τα πολλά λίπη όμως επιφυλάσσουν όχι μόνο μεγάλο βάρος, αλλά και πολλά είδη καρκίνων και καρδιακά νοσήματα (στεφανιαία κυρίως). Η ιδανική δίαιτα θα ήταν αν εξασφαλίζαμε γύρω στο 20% των θερμίδων από λίπη[9]
Οι πρωτεΐνες είναι –μαζί με το νερό-κύριο συστατικό του σώματος (στους μυς, στις μεμβράνες, ερυθρά αιμοσφαίρια, αντισώματα, ορμόνες, ένζυμα κ.λπ). Παλιότερα στη Δύση-Βορρά κυριαρχούσε η άποψη ότι χρειαζόμαστε καθημερινά μεγάλες ποσότητες ζωικών πρωτεϊνών για να είμαστε υγιείς (δίαιτα με 12-15% πρωτεϊνη). Σήμερα μελέτες δείχνουν ότι το καλύτερο είναι μια δίαιτα με λιγότερο από 5% πρωτεϊνη[10] και αντιλαμβανόμαστε ότι οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν την απαραίτητη για αυτούς πρωτεϊνη από τα δημητριακά και τα όσπρια, πράγμα που έκαναν μέχρι τώρα μόνο οι χορτοφάγοι (αποδεδειγμένα πιο υγιείς σε σχέση με τους ευτραφείς υπέρβαρους αυτού του κόσμου). Φυσικά τα ζωικά προϊόντα μας εξασφαλίζουν και κάποια απαραίτητα συστατικά όπως τα βασικά μέταλλα ασβέστιο και ψευδάργυρο, που δεν υπάρχουν σε ικανές ποσότητες στα φυτικά αντίστοιχα. Δεν θα πρέπει να τα διαγράψουμε εντελώς από τη καθημερινή μας δίαιτα, αλλά δεν χρειάζεται να στηρίζουμε τη δίαιτά μας κύρια στα ζωικά προϊόντα.
Αυτό θα έχει επιπτώσεις για τη μελλοντική «φωτισμένη» γεωργία: θα πρέπει να σταματήσει η σημερινή επιμονή στην εντατική κτηνοτροφία και η μεγάλη ζήτηση για τα προϊόντα της, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέφεται ο παγκόσμιος πληθυσμός πλουσιοπάροχα με σιτηρά και όσπρια. Τα ζώα να είναι ενταγμένα με ισορροπία σε ολοκληρωμένα αγροκτήματα και τα ζωικά προϊόντα να είναι συμπληρωματικά στην ανθρώπινη διατροφή.   Από την άλλη θα χρειασθεί να επανέλθει στην πραχτική των αγροτικών κοινοτήτων η καλλιέργεια των ντόπιων εγκλιματισμένων ποικιλιών, που δεν χρειάζονται πολλές εξωτερικές εισροές και αντέχουν καλύτερα στις ντόπιες συνθήκες κλίματος και εδάφους, καθώς αντίστοιχα  και η εκτροφή των ντόπιων ρατσών ζώων και πουλερικών[11].
Σε παγκόσμιο επίπεδο: η υπάρχουσα παραγωγή τροφίμων μπορεί να θρέψει με τροφή 2700 θερμίδων ημερησίως, 12 δισεκατομ. ανθρώπους. Δεν θα έπρεπε να πεινάει κανείς, δεδομένου ότι είμαστε προς το παρόν περίπου 7 δις. Όμως 40 εκατομ. πεθαίνουν από πείνα κάθε χρόνο και κάπου 850 εκατομ. υποφέρουν από υποσιτισμό, εκ των οποίων το 34% (Αφρικανοί) ζουν με κάτω από 300 θερμίδες την ημέρα. Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι της παραγωγής, που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά της διανομής της τροφής και του εισοδήματος (φτώχεια) και άρα κοινωνικοπολιτικό και παίρνει διαφορετική μορφή, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.
 
iii) Κτηνοτροφία-ζωοεκτροφή
Κάποια χρήσιμα στοιχεία:
-Το 40% των εδαφών της Γης είναι καλλιεργήσιμα, εκ των οποίων το 1/3 χρησιμοποιείται για την παραγωγή ζωοτροφών.
-Η κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων αυξάνεται κάθε χρόνο. Οι Γαλακτοβιομηχανίες στην ύστερη νεωτερικότητα, οδήγησαν τον «άνθρωπο καταναλωτή», από τα γενοφάσκια του, στην κατανάλωση επεξεργασμένου γάλακτος, ιδίως στη Δύση και τον Βορρά. Και η κατανάλωση ζωικού γάλακτος είναι αυξητική, για λόγους «ανάπτυξης» και αύξησης των κερδών. Από έρευνες (για το 2010) προκύπτει ότι από τα 20 δις. δολάρια που είναι ο τζίρος για τις βρεφικές τροφές, τα 2/3 προέρχονται από βρεφικό γάλα. Η Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη αγορά βρεφικού γάλακτος παγκοσμίως με πωλήσεις πάνω από 2 δις.  ανά έτος.Από αρχές του 1960: ο παγκόσμιος πληθυσμός 2-πλασιάσθηκε, η κατανάλωση κόκκινου κρέατος 4-πλασιάσθηκε, κρέατος πουλερικών 10-πλασιάσθηκε. Υπολογίζονται σε 60 δις τα ζώα εκτροφής και συμβαίνει κάτι παράδοξο – στα αναπτυγμένα κράτη περίπου 1 δις άτομα πάσχουν από παχυσαρκία και προβλήματα υγείας που συνδέονται με τον τρόπο διατροφής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι η επιδημία της παχυσαρκίας αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας[12] και η κατανάλωση ζωικών λιπών και κτηνοτροφικών προϊόντων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτό, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες ο ίδιος αριθμός ατόμων πάσχουν από υποσιτισμό.
- Σύμφωνα με τον ΟΗΕ(FAO) η ζωοεκτροφή εκπέμπει το 18% του «ισοδύναμου CO2», σε παγκόσμιο επίπεδο.  Για την παραγωγή 1 κιλού βοδινού κρέατος , για παράδειγμα, έχει υπολογισθεί ότι έχουμε εκπομπή 22 κιλών «ισοδύναμου διοξειδίου», 1 κιλού αρνήσιου-κατσικίσιου κρέατος εκπομπή 20 κιλών, ενώ 1 κιλού χοιρινού εκπομπή 7,5 κιλών καθώς και 1 κιλού πουλερικών εκπομπή 5 κιλών «ισοδύναμου CO2». Η παραγωγή αυγών και γάλακτος είναι πιο φιλική για το κλίμα(επειδή τα ζώα χρειάζονται λιγότερη ενέργεια για αυτό): σε 1 κιλό αυγών ή κατσικίσιου-προβατίσιου γάλακτος αντιστοιχούν 3 κιλά εκπομπή «ισοδύναμου CO2», ενώ σε 1 κιλό αγελαδινού αντιστοιχούν μόνο 1,4 κιλά εκπομπών.
 -Το 20% των βοσκότοπων έχουν υποβαθμιστεί λόγω της υπερβόσκησης, της διάβρωσης και της ρύπανσης του εδάφους από τα ζωικά απόβλητα, τα αντιβιοτικά, τις ορμόνες, τις χημικές ουσίες από τη βυρσοδεψία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται για να ψεκαστούν οι καλλιέργειες ζωοτροφών.
- Όσο δε αφορά τους φθίνοντες πλέον υδάτινους πόρους της γης, η κτηνοτροφία χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες νερού κι είναι ένας σημαντικός παράγοντας ρύπανσης και μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα. Στη Δύση, το μισό από το νερό που καταναλώνεται, πηγαίνει στην εκτροφή.
-Απαιτείται 10-20 φορές περισσότερη ενέργεια για την παραγωγή ζωικών προϊόντων, απ’ότι για την παραγωγή φυτικής τροφής. Ο βαθμός μετατροπής από ζωοτροφή σε τροφή για τον άνθρωπο, κυμαίνεται από 1:30 έως 1:4 ανάλογα με το είδος του ζώου. («Είναι πιο αποδοτικό να τρώμε απευθείας ό,τι καλλιεργούμε, αντί να το αφήσουμε να περάσει πρώτα μέσα από ένα ζώο»). Επίσης περισσότερο έδαφος. Για σύγκριση: για την παραγωγή 1 κιλού κρέατος απαιτείται γη που θα μπορούσε να παράγει 6 κιλά δημητριακά ή 9 κιλά ρύζι ή 12 κιλά όσπρια.
-Επίσης η μαζική-εντατική εκτροφή των εκατομμυρίων ζώων αφανίζει τη ζωή και από τις θάλασσες αφού περίπου το 50% των ψαριών που αλιεύονται χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα γουρούνια, τις αγελάδες, τα πρόβατα, τα κοτόπουλα κλπ. Αυτά τα ζώα καταναλώνουν περισσότερους τόνους ψαριών από ότι όλοι οι καρχαρίες, τα δελφίνια και οι φώκιες ολόκληρου του πλανήτη. Έτσι οι πληθυσμοί των ψαριών σταδιακά εξαφανίζονται[13]ενώ οι φάλαινες, οι φώκιες, τα δελφίνια και τα θαλασσοπούλια πεθαίνουν από πείνα.
- Προτάθηκαν στους αγρότες –κυρίως των «υπανάπτυκτων» χωρών-καλλιέργειες ενεργειακών (ελαιοδοτικών) φυτών, όπως ο φοίνικας, η ελαιοκράμβη, ο ηλίανθος, το σουσάμι, η σόγια κ.λπ., αλλά και δημητριακών, όπως ζαχαροκάλαμου ή καλαμποκιού, από την επεξεργασία των οποίων παράγεται αιθανόλη και στη συνέχεια βιοντίζελ[14]. Έτσι διαμορφώθηκε ένας μεγάλος ανταγωνισμός στη παγκόσμια αγορά των γεωργικών βασικών αγαθών, με τεράστια ζήτηση για την παραγωγή βιοκαυσίμων από αυτά, έναντι της ζήτησής τους για την επεξεργασία τροφίμων[15]. Σαν άμεσο αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού είχαμε τη μείωση των εκτάσεων για καλλιέργεια τροφής, τη μείωση της παραγωγής ειδών διατροφής, την μεγάλη αύξηση των τιμών των δημητριακών, την αύξηση της κατανάλωσης των αποθεμάτων νερού.
- Χωρίς υπερβολή: ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος με την κατανάλωση της τροφής του, εκτός των άλλων, παίζει και το μέλλον αυτού του πλανήτη «χάρη στη βουλιμία του για χάμπουργκερ»[16].
Στη πραγματικότητα η παγκόσμια ζωοεκτροφή είναι ουσιαστικώς αντιπαραγωγική. Χρειάζεται επομένως μεγάλη αποανάπτυξη στη ζωοεκτροφή, αποανάπτυξη στη παραγωγή ζωικών προϊόντων, καθώς και στη κατανάλωσή τους.
iv) Τοπικοποίηση-Αποανάπτυξη-Συνεργατισμός  στο σύστημα παραγωγής και διανομής της τροφής
Ποια απάντηση θα μπορούσε να διαμορφωθεί πιο συγκεκριμένα σήμερα, όταν «σκεπτόμενοι παγκόσμια» θα πρέπει εσπευσμένα «να δράσουμε τοπικά»;
Χρειάζεται σήμερα να κάνουμε στροφή. Να απορρίψουμε το παγκόσμιο εμπορικό μοντέλο των πολυεθνικών και των εταιρειών βιομηχανοποίησης της ανθρώπινης διατροφής, γιατί μας οδηγεί σε επισιτιστική κρίση!
Να επιλέξουμε τη λεγόμενη «αγροτική» γεωργία και το τελικό επακόλουθό της την οικο-γεωργία(το οικο- όχι μόνο με την έννοια του οικολογικού, αλλά και με την αρχαιοελληνική έννοια του «οίκου» που εξασφάλιζε το «ζειν»). Η επιστροφή στην αγροτο-οικο-γεωργία, θα μας εξασφάλιζε και την ικανοποιητική παραγωγή τροφίμων και την αποφυγή της κλιματικής αλλαγής.
Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει στροφή στη γεωργία που θα στοχεύει στην όλο και μεγαλύτερη αυτοδυναμία της αλυσίδας: αγρότης - κοινότητα - περιοχή - επικράτεια. Για τους αγρότες σημαίνει ότι θα παράγουν πρώτα για τις ανάγκες τις δικές τους (τουλάχιστον να παράγουν ένα μέρος της τροφής τους) και στη συνέχεια να παράγουν για τις ανάγκες της περιοχής τους και της χώρας. Από ανάγκη πρέπει να εφαρμόσουν αυτό που λέγεται «πολυλειτουργικότητα». Η δραστηριότητά τους να έχει πολλές πλευρές: οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική. Η δουλειά τους θα έχει και κάποια πλευρά μη άμεσα κερδοφόρα, όπως π.χ. για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην περιοχή. Θα παράγουν, θα μεταποιούν οι ίδιοι το προϊόν τους και θα το διακινούν δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Θα προστατεύουν το περιβάλλον, θα αποκτούν σχέσεις με την τοπική κοινωνία και θα γίνονται παράγοντες ζωής της κοινότητας, προωθώντας την κοινοτίστικη αντίληψη και βοηθώντας να κρατηθεί ζωντανή η περιοχή τους και γενικότερα η κοινωνία της υπαίθρου.
Ξεφεύγοντας απ’ τη νοοτροπία της απλής εμπορευματικής διαδικασίας, όπου ο αγρότης παράγει για να παραδώσει στον έμπορο ή το βιομήχανο και στη συνέχεια να εισπράξει και να τρέφεται ο ίδιος και η οικογένειά του απ’ το σούπερ μάρκετ, θα εμπλουτίσει με τέτοια στοιχεία τη ζωή του, που θα την κάνει επιθυμητή και για τα παιδιά του, ώστε να μη φεύγουν απ’ τον τόπο τους. Αποφεύγοντας σε μεγάλο βαθμό τους μεσάζοντες, θα παίρνει σωστές και δίκαιες τιμές. Απ’ την άλλη, τη στιγμή που ο πολυλειτουργικός αγρότης θα παράγει και για τον εαυτό του, είναι φανερό ότι θα μπει πιο εύκολα στη λογική της υγιεινής τροφής, γιατί δεν θα θέλει να τρώει τα δηλητήρια, που πριν με ελαφριά καρδιά χρησιμοποιούσε, επειδή παρήγαγε για την απρόσωπη αγορά. Έτσι θα στραφεί πιο εύκολα προς την Οικολογική γεωργία (με τη μορφή των βιοκαλλιεργειών, της βιοδυναμικής καλλιέργειας ή της φυσικής και περμακουλτούρας). Επίσης πιο εύκολα θα αναδιαρθρώσει τις ανάγκες του και θα ξεφύγει απ’ τον καταναλωτισμό και τις εξωτερικές εισροές. Θα αναγκασθεί να επανέλθει σε είδη και ποικιλίες που δεν θα χρειάζονται χημική υποστήριξη, αλλά θα είναι δοκιμασμένες στην περιοχή, δηλ. στις ξεχασμένες ντόπιες ποικιλίες και ράτσες και θα ξεφύγει απ’ τα υβρίδια και απ’ τα γενετικά τροποποιημένα.
Και δεν θα παράγει μόνο αρκετά και υγιεινά προϊόντα με τον τρόπο που θα καλλιεργεί και θα αντιμετωπίζει το έδαφος και τα άλλα είδη ζωής. ‘Οντας αναγκασμένος να εξυγιάνει πρώτα -πρώτα το έδαφος και να φροντίζει να έχει όλο και περισσότερη οργανική ουσία, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή του, θα συμβάλει αντικειμενικά και στη λύση για την αποφυγή της κλιματικής αλλαγής. Η αειφόρος μικρής κλίμακας οικογενειακή γεωργία είναι εντάσεως εργασίας (άρα δημιουργεί πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας από την μηχανοποιημένη γεωργία) και απαιτεί λίγα καύσιμα, αυτή θα συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό και στην «ψύξη» της γης.
Μια τέτοια ριζική αλλαγή των μεθόδων καλλιέργειας και εκτροφής καθώς και του τρόπου διατροφής μας θα απαιτήσει σαφώς θεμελιώδεις αλλαγές.  Οι τρέχουσες πολιτικές κατά των αγροτογεωργών, όπως οι νόμοι που ευνοούν την ιδιωτικοποίηση και την μονοπώληση των σπόρων και οι κανονισμοί για την προστασία των εταιρειών, οι οποίοι έχουν εξοντώσει τα παραδοσιακά συστήματα τροφίμων, θα έπρεπε να καταργηθούν. Οι υπάρχουσες τάσεις για αυξημένη συγκέντρωση της γης και για επέκταση της βιομηχανικής γεωργίας θα πρέπει να αντιστραφούν:
  • Εκατομμύρια γεωργών -αγροτικών κοινοτήτων θα πρέπει να αποκτήσουν τη δυνατότητα να κάνουν τις απαραίτητες αμειψισπορές, να οργανώνουν την αγρανάπαυση και να δημιουργούν βοσκότοπους, ώστε να μπορούν να επιστρέφουν στο έδαφος πάνω από 7 δισεκατομμύρια τόνους οργανικής ουσίας κάθε χρόνο.
  • Προώθηση υγιούς και βιώσιμης ενεργειακής πολιτικής. Αυτό περιλαμβάνει κατανάλωση λιγότερης ενέργειας, παραγωγή βιοαερίου και ηλιακής ενέργειας στα αγροκτήματα - και όχι σε μεγάλο βαθμό προώθηση της παραγωγής βιοντίζελ, όπως συμβαίνει σήμερα.
  • Εφαρμογή γεωργικών και εμπορικών πολιτικών σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο για την υποστήριξη της τοπικής παραγωγής- διανομής-αγοράς-κατανάλωσης τροφίμων με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτοδυναμία -αυτάρκεια. Αυτό περιλαμβάνει την απαγόρευση των σημερινών επιδοτήσεων που οδηγούν σε ντάμπινγκ των φτηνών τροφίμων στις αγορές.
  • «Από-ανάπτυξη» στη παραγωγή κρέατος για μια ζωοεκτροφή στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων.
  • Εκπαίδευση αντίστοιχη των πολυλειτουργικών αγροτών και των νέων γενιών μέσα από την αντίστοιχη στροφή του εκπαιδευτικού συστήματος
Όλα τα προηγούμενα απαραίτητα μέτρα -με τα υφιστάμενα καθεστώτα διακυβέρνησης- θα χρειασθεί να διεκδικηθούν από τις κυβερνήσεις παντού και καθ` όλην την περίοδο μετάβασης προς  μετακαπιταλιστικές κοινωνίες.
 
v) Ο ελληνικός αγροδιατροφικός τομέας εφαλτήρας για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης
Τα παραπάνω αφορούν και τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα, στον οποίο θα σταθούμε ιδιαίτερα παρακάτω.
Ο  πρωτογενής τομέας μπορεί να γίνει ο εφαλτήρας για μια αναζωογόνηση, η οποία θα ξεκινούσε από τις τοπικές κοινωνίες. Για μια αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης που έρχεται, αλλά και για μια απασχόληση μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού για την αντιμετώπιση της σημερινής ανεργίας. Η παραγωγή ποιοτικών διατροφικών αγαθών-με συγκριτικό πλεονέκτημα στις ανταλλαγές-από τις εναλλακτικές καλλιέργειες των ντόπιων «χρυσοφόρων» φυτών, αλλά και γεωργικών αγαθών για δευτερογενή μεταποίηση και κλωστουφαντουργία, θα ικανοποιούσε βασικές ανάγκες του ντόπιου πληθυσμού και θα εξασφάλιζε βιώσιμο εισόδημα για τους εργαζόμενους στον τομέα.Η αναδιάρθρωση που πρέπει να γίνει από τους έλληνες αγρότες δεν είναι η στροφή σε εξεζητημένα ανταγωνιστικά προϊόντα-που προτείνουν οι κάθε λογής τεχνοκράτες σήμερα- αλλά σε καλλιέργειες που θα εξασφαλίσουν την διατροφική ασφάλεια του πληθυσμού και την προώθηση της όσο γίνεται μεγαλύτερης αυτάρκειας για τις τοπικές κοινωνίες.Τέτοια προϊόντα για παράδειγμα μπορεί να παραχθούν από τις βιο-οικο-καλλιέργειες των ντόπιων ποικιλιών: σιτηρών και αραβόσιτου, οσπρίων, σπανακιού και όλων των κηπευτικών και χόρτων όπως το ραδίκι, αγκινάρας, φράουλας, σπαραγγιού, ρίγανης και αρωματικών φυτών -μελισσόχορτο, φασκομηλιά, μέντα, εχινάτσια, γαϊδουράγκαθο, δενδρολίβανο, βασιλικός κ.λπ. με απόσταξη για αντίστοιχα αιθέρια έλαια-πολυβιταμινούχου και υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη σπιρουλίνας, μανιταριών, κερασιάς, ροδακινιάς, δαμασκηνιάς, ροδιάς, λωτού, στέβιας, κρόκου, τρούφας, αλόης, μαστίχας κλπ, καθώς φυσικά και ελιάς και αγουρέλαιου[17].
Άλλα ξεχωριστά τοπικά παραδοσιακά προϊόντα που παρήγαγε κάποτε η ελληνική γη, αλλά τείνουν να τα παρατήσουν οι σημερινοί αγρότες είναι: η κορινθιακή σταφίδα, ξερά σύκα Μεσσηνίας, Λακωνίας, Εύβοιας και Αττικής, τοματάκι της Σαντορίνης, κουμ-κουάτ της Κέρκυρας, πατάτες Νάξου, πεπόνι της Μυτιλήνης, καρπούζια της Μεσσηνίας, μανταρίνι Καλύμνου, νεροκρέμμυδο Ζακύνθου, η οινοποιήσιμη ποικιλία βαρτζαμί της Λευκάδας, φράουλες της Ηλείας, κάστανα της Λακωνίας και της Αρκαδίας, όσπρια της Δυτικής Μακεδονίας και του Έβρου, πατάτες των Σερρών, της Δράμας του Αμυνταίου και της Πελοποννήσου, οπωροκηπευτικά των Μεγάρων, ακτινίδια της Πιερίας, φάβα της Σαντορίνης, αχλάδια της Λέσβου[18].
Ο στόχος θα είναι όλες αυτές οι καλλιέργειες από μονοκαλλιέργειες που είναι σήμερα να μετατραπούν σε πολυκαλλιέργειες στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων, όπου τα ζώα θα εκτρέφονται σαν συμπληρωματικά των καλλιεργειών, για την ανακύκλωση των υλικών και κάποιων απαραίτητων για τη διατροφή μας ζωικών προϊόντων. Εκτός των πουλερικών, μπορούν να εκτρέφονται και ένας ανάλογος αριθμός αιγοπροβάτων ή αγελάδων-βουβαλιών, καθώς και ανάλογων αλόγων ή γαϊδουριών που μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στις εργασίες(στην περίπτωση θηλυκών γαϊδουριών μπορούμε να έχουμε και το πολύτιμο γάλα τους).
Ιδιαίτερο ζήτημα για τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα είναι η Κάνναβη[19], που μπορεί να γίνει μέσο για την αναζωογόνηση της αγροτικής μας οικογεωργίας, γιατί είναι πολυδύναμο φυτό, με βιομηχανικά και φαρμακευτικά προϊόντα. Με επεξεργασία και μεταποίηση μπορούν να παραχθούν περισσότερα από 25.000 προϊόντα, όπως: σπόρια, έλαια, βάμματα, θεραπευτικά σκευάσματα, κηραλοιφές, αλεύρι, τρόφιμα, πρωτεΐνη και διατροφικά συμπληρώματα, φαρμακευτικά σκευάσματα, ηδύποτα, οικοδομικά και μονωτικά υλικά, χαρτί και χαρτοπολτό, βιοπλαστικά, βιοκαύσιμα, κλωστές- ίνες, υφαντά και υφάσματα, σειρά ρούχων, καλλυντικά και άλλα καινοτόμα και οικολογικά προϊόντα όπως βελτιωτικά εδάφους, ζωοτροφές κα.
Αναδιάρθρωση θα χρειασθεί να γίνει και στις ιχυθοκαλλιέργειες-υδατοκαλλιέργειες, υπέρ της παραάκτιας αλιείας. Έχουμε υπερδιόγκωση των ιχθυκαλλιεργειών στη χώρα μας. Σύμφωνα με τηνετήσια έκθεση για το 2017 του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών: ενώ το 1985 υπήρχαν 12 μονάδες με συνολική παραγωγή περίπου 100 τόνους, σήμερα υπάρχουν πάνω από 300 μονάδες (περίπου 320) με παραγωγή που ξεπερνάει τους 100.000 τόνους. Το 2015 ο συνολικός όγκος παραγωγής ανήλθε σε 134.065 τόνους αξίας 628,3 εκ. Ευρώ[20].  Με όλα τα επακόλουθα για την υγεία των καταναλωτών και για τη μόλυνση του θαλάσιου περιβάλλοντος[21], μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι η ιχθυοκαλλιέργεια-υδατοκαλλιέργεια στις θάλασσές μας είναι και αυτή αντιπαραγωγική!
Προτείνουμε λοιπόν κάποια βασικά σημεία ενός προγράμματος με στόχο την επίτευξη διατροφικής αυτοδυναμίας για την ελληνική κοινωνία ξεκινώντας από την τοπική κοινωνία  κάθε φορά
Όσον αφορά στους καταναλωτές:
  • Μποϋκοτάζ των ακριβών και των υποβαθμισμένων ποιοτικά προϊόντων των μεγάλων εταιρειών καθώς και των μεταλλαγμένων στα μεγάλα σουπερμάρκετς. Απαίτηση από τη Τ.Α. να οργανώσει ειδική υπηρεσία, που θα μας εξασφαλίζει όχι μόνο από την είσοδο των μεταλλαγμένων, αλλά και από την επιβάρυνση των λαχανικών και των άλλων ειδών διατροφής από τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα
  • Όχι στα πτηνοτροφικά προϊόντα από μεγάλες αποστειρωμένες πτηνοτροφικές μονάδες που με τα αντιβιοτικά που περιέχουν μας διαλύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα (στήριξη προϊόντων οικόσιτων πουλερικών) Προώθηση της αντίληψης ότι η ποιότητα της τροφής αφορά στην υγεία μας και στην ίδια την ποιότητα της ζωής μας και άρα αξίζει περισσότερης προσοχής. Όχι στην  ταχυφαγία, ναι στην αναζήτηση ποιοτικής τροφής και στην μεσογειακή δίαιτα με μείωση των ζωικών προϊόντων.
  • Στήριξη των τοπικών ποιοτικών προϊόντων και ιδιαίτερα βιολογικών.
  • Οργάνωση Καμπάνιας για στροφή προς ένα νέο μοντέλο ζωής, που δεν θα στηρίζεται στην κατανάλωση, αλλά στη δημιουργία, στην αυτοεκπαίδευση και αυτοβελτίωση, στην αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη με προτροπή των πολιτών να παράγουν (υλικά και πνευματικά) και να εξελιχθούν όσο γίνεται περισσότερο σε παραγωγοαναλωτές, δηλαδή να παράγουν για ιδίαν χρήση και για αχρήματες ανταλλαγές μεταξύ τους.
  • Ποιοτικά είδη διατροφής στα κυλικεία των σχολείων και των πανεπιστημίων με αυτοδιαχείρισή τους από τη σχολική κοινότητα και τους φοιτητές αντίστοιχα.
Όσον αφορά στους παραγωγούς:
• Η «Αγροτική» γεωργία, οικο-γεωργία που θα ικανοποιεί τις βιοτικές ανάγκες της αλυσίδας: αγρότης-κοινότητα-δήμος-περιοχή-χώρα.
• Ο «Πολυλειτουργικός» αγρότης με ολοκληρωμένα αγροκτήματα με πολλά διαφορετικά είδη ζωντανών-ζωϊκών,φυτικών, με βελτιωμένο έδαφος και περιβάλλον, με ντόπια βιοποικιλότητα, με μεταποίηση-διάθεση προϊόντων με κοινοτίστικη αντίληψη για αναζωογόνηση της υπαίθρου και όχι για τις επιδοτήσεις.
• Η μετατροπή της χώρας σε ζώνη οικο-καλλιέργειας, ελεύθερης από μεταλλαγμένα, με πέρασμα από το χημικό τρόπο παραγωγής σε βιολογικό, βιοδυναμικό ή φυσικό τρόπο παραγωγής καθώς και της αεικαλλιέργειας (permacalture). Τα με τέτοιο τρόπο παραγόμενα προϊόντα θα έχουν συγκριτικά πλεονεκτήματα και για τις εξαγωγές τους.
• Η λογική της υγιεινής τροφής και για τους αγρότες παραγωγούς(παραγωγή και για τους ίδιους και για την τοπική αγορά και όχι για την απρόσωπη αγορά).
• Αποφυγή των μεσαζόντων- σωστές και δίκαιες τιμές, με βιώσιμη παραγωγή της εγγύτητας για ικανοποίηση βιοτικών αναγκών μέσω της διανομής της εγγύτητας(μικρές διαδρομές από την παραγωγή στην κατανάλωση, τοπικές λαϊκές αγορές από τις ομάδες παραγωγών με αυτοδιαχείριση).
• Αναδιάρθρωση αναγκών- αντικαταναλωτισμός - μείωση εξωτερικών εισροών-ανθεκτικές ντόπιες ποικιλίες και ράτσες(ΠΟΠ, ΠΓΕ, κ.λ.π.).
• Μεταποίηση των γεωργικών σε προϊόντα διατροφής και ένδυσης(π.χ. ανασύσταση κλωστοϋφαντουργείων, που σήμερα έχουν μετακομίσει σε γειτονικές χώρες χαμηλού εργατικού κόστους,  ανασύσταση της βιομηχανίας ζάχαρης).
• Εξοικονόμιση και αυτοπαραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ εγκαθιστώντας στα αγροτικά υπόστεγα, στις αποθήκες, στα σπίτια κ.λπ. μικρά αποκεντρωμένα συστήματα.
• Αγροτουρισμός(ταυτόχρονα ξενοδόχοι, μάγειροι, ορειβάτες κ.λ.π).
  • Κατάργηση λεηλασίας θάλασσας από τα μεγάλα αλιευτικά, αναζωογόνηση με την παράκτια αλιεία.
• Αναβλάστηση δασών, σταμάτημα ερημοποίησης, αποκατατάσταση άγριας φύσης, ποταμών λιμνών παραλιών, αναζωογόνηση εδαφών αποκαθιστώντας την οργανική ύλη και τον εδαφολογικό άνθρακα
 • Ομάδες-συνεταιρισμοί νέας μορφής(με άμεση δημοκρατία στα πλαίσιά τους), κολεκτιβίστικες δομές αγροτικής παραγωγής, εναλλακτικά δίκτυα διανομής, συνεταιρισμοί παραγωγοκαταναλωτών, «καλάθια» και μικρά συνεταιριστικά μαγαζιά, συνεργασία με  κινήματα καταναλωτών για «κοινωνικά στηριζόμενη γεωργία».
• Δίκτυα διανομής και ανταλλαγής προϊόντων-υπηρεσιών με τοπικά νομίσματα ή αχρήματα.
• Διάθεση δημόσιας και δημοτικής γης σε νέους αγρότες και ομάδες ανέργων για μετεγκατάσταση. Καταλήψεις κρατικής και εκκλησιαστικής γης από κινήματα ανέργων-σε περίπτωση που δεν τους διατίθεται- για προσπάθεια αυτοαξιοποίησης της παραγωγικής τους δυνατότητας-εγκατάσταση σε παρατημένα χωριά.
• Καλλιέργεια αστικής και περιαστικής δημοτικής γης –δημοτικοί λαχανόκηποι από κινήματα γειτονιάς, από συνταξιούχους ή «καλλιεργητές του σαβατοκύριακου» και του «ελεύθερου χρόνου».
• Εσωτερική αντίστροφη μετανάστευση(όχι εξωτερική στην οποία στρέφονται πολλοί άνεργοι νέοι σήμερα) με συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει πολύ η Τ.Α.
• Το σημερινό 9-10% των ελλήνων αγροτών δεν μπορούν να θρέψουν το υπόλοιπο 90% με υγιεινά προϊόντα διατροφής. Για την αυτάρκεια θα χρειασθεί να ασχοληθούν περισσότεροι με τη γεωργία. Να πετύχουν την Κοινωνικοποίηση –Τοπικοποίηση του αγροτοδιατροφικού τομέα, και όχι εταιριοποίησή του(πράγμα που επιδιώκεται από την Ε.Ε σήμερα). Μόνο τότε ο τομέας θα αναδειχθεί σαν κινητήρας που θα βγάλει τη χώρα από το σημερινό αδιέξοδο.
Τα πολλά κοινοτικά εγχειρήματα της κοινωνικής, αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που έχουν καταγραφεί τελευταία στη χώρα, δείχνουν ότι κάτι άρχισε να κινείται. Αυτά πρέπει να στηριχθούν από όλους και ιδίως από τους νέους και άνεργους –που δεν θα πρέπει να επιλέγουν τη φυγή προς το εξωτερικό-και να επεκταθούν σε όλους τους τομείς και τα επίπεδα.


[1] Χαρά Τζαναβάρα, εφημερίδα ελευθεροτυπία 22/3/2010

[2]«Την πλήρη απαγόρευση των τριών πιο διαδεδομένων νεονικοτινοειδών φυτοφαρμάκων, αποφάσισε η Ευρώπη μετά από αίτημα 5 εκατ. πολιτών προς τους Ευρωπαίους υπουργούς και την Κομισιόν. Είναι το μεγαλύτερο ψήφισμα στον κόσμο για τη διάσωση των μελισσών.», βλέπε:https://tvxs.gr/news/kosmos/giati-i-apagoreysi-ton-entomoktonon-stin-eyropi-einai-megali-eidisi
 

[3]Οιλόγοι είναι αρκετοί: οι προδιαγραφές εμπορίας και συσκευασίας που στέλνουν στη χωματερή μεγάλους όγκους τροφής σαν ακατάλληλη-στη όψη και στο σχήμα- για διακίνηση από το εμπορευματικό σύστημα, η ημερομηνία λήξης στα σουπερμάρκετς που στέλνει στους κάδους σκουπιδιών τροφή που μπορεί ακόμα να φαγωθεί από τους ανθρώπους, αλλά όχι να καταναλωθεί από τους καταναλωτές, μεγάλα υπολείμματα τροφής από τα ψυγεία των νοικοκυριών-καταναλωτών κ.λπ. Αποτέλεσμα αυτού: 14 δισ. στρέμματα- δηλαδή το 28% των καλλιεργούμενων εδαφών- χρησιμοποιούνται για παραγωγή πεταμένης τροφής σε παγκόσμιο επίπεδο.
 

[4] Η πιο διάσημη και η πλέον μισητή επιχειρηματική εξαγορά των τελευταίων χρόνων – αν όχι δεκαετιών – παγκοσμίως, αυτή της Monsanto από τη Bayer, ολοκληρώθηκε το 2018 , με το δυσθεώρητο ποσό των 63 δισεκατομμυρίων δολαρίων. http://apokoinou.com/i-monsanto-pethane-zito-i-bayer/
 

[5]Ολοκληρωμένα αγροκτήματα: Είναι στην ουσία ένα αγρο-οικο-σύστημα, όπου κοινότητες φυτών και ζώων αλληλεπιδρούν με το φυσικό, βιολογικό και χημικό τους περιβάλλον, το οποίο ταυτόχρονα τροποποιείται από το ανθρώπινο δυναμικό του, για την παραγωγή τροφίμων, κλωστικών ινών, ενέργειας και άλλων προϊόντων για ανθρώπινη κατανάλωση και μεταποίηση.
Αυτό το αγροοικοσύστημα είναι ενταγμένο οργανικά στα πλαίσια του γενικότερου τοπικού οικοσυστήματος που το περιβάλει και λειτουργεί με στόχο την αειφορία, δηλαδή την κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων που συμμετέχουν στη διαχείρισή του, χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα της μελλοντικής γενιάς τους να καλύψει τις δικές της. Στα πλαίσιά του η διαχείριση των φυσικών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού είναι πρωταρχικής σημασίας. Περιλαμβάνει τη διατήρηση ή τον εμπλουτισμό αυτών των ζωτικών πόρων μακροπρόθεσμα, τη δημιουργία αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας και διαβίωσης των μελών, λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των διπλανών αγροτικών ή αστικών κοινοτήτων, την υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.
Η “ολοκληρωμένη προσέγγιση αγρού” λαμβάνει υπόψη τους πολιτιστικούς, τους κοινωνικούς και φυσικούς πόρους καθώς και το έδαφος, το νερό και τον αέρα. Από την ανακύκλωση και την ενεργειακή αποδοτικότητα, μέχρι τη διαχείριση των υδάτινων πόρων και τη χρήση των παρασκευασμάτων φυτο-ζωοπροστασίας και των άλλων εισροών. Περισσότερα στο : http://topikopoiisi.blogspot.de/2010/09/blog-post_09.html
 

[6]Μια 10ετή μελέτη στο Ινστιτούτο Rodale της Πεννσυλβάνια των ΗΠΑ έδειξε ότι η χρήση κομπόστ σε συνδυασμό με εναλλαγή καλλιεργειών σε βιολογικά αγροσυστήματα μπορεί να οδηγήσει σε ενσωμάτωση του άνθρακα στο έδαφος σε αναλογία 910 κιλά / στρέμμα / έτος ( αντίθετα, σε αγροκτήματα που βασίζονται στο όργωμα και στα χημικά λιπάσματα, χάνονται σχεδόν 140 κιλά άνθρακα ανά εκτάριο ετησίως). Η ενσωμάτωση 910 κιλών άνθρακα σήμαινε επίσης λήψη 3185 κιλών διοξειδίου του άνθρακα από τον αέρα ανά στρέμμα το χρόνο(μεγάλη ικανότητα πρόσληψης και συγκράτησης λόγω της αυξημένης ποσότητας μικροοργανισμών) . Έχει υπολογισθεί ότι, αν θα μπορούσαμε να αποκαταστήσουμε και πάλι στα γεωργικά εδάφη του κόσμου την οργανική ύλη, που έχουμε ήδη χάσει, λόγω της βιομηχανικής γεωργίας, τότε τα εδάφη αυτά θα μπορούσαν να συλλάβουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του πλεονάζοντος CO2 στην ατμόσφαιρα . Συνεχίζοντας την ανοικοδόμηση των εδαφών, σε περίπου 50 χρόνια, αυτά θα είχαν προσλάβει περίπου τα δύο τρίτα του πλεονάζοντος CO2 από την ατμόσφαιρα. Κατά τη διαδικασία αυτή, ενώ θα είχαμε υγιέστερο και πιο παραγωγικό έδαφος, ταυτόχρονα θα είχαμε απαλλαγεί : 1) από τη χρήση χημικών λιπασμάτων, τα οποία αποτελούν ένα άλλο γνωστό μεγάλο παραγωγό αερίων του θερμοκηπίου και κατά τη παραγωγή τους και κατά τη χρήση τους . 2) από τα οργανικά απόβλητα των πόλεων τα οποία θα επέστρεφαν στα γεωργικά εδάφη και το μεθάνιο και οι εκπομπές CO2 από χώρους υγειονομικής ταφής και των λυμάτων (ισοδύναμο με 3,6% του συνόλου των σημερινών εκπομπών) θα μπορούσαν να μειωθούν σημαντικά. Η επιστροφή στην αγρο-οικολογική γεωργία σε μεγάλη κλίμακα θα μετρίαζε σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή κρίση. Η διεθνής οργάνωση των μικρών αγροτών Via Campesina πιστεύει ότι οι λύσεις για την τρέχουσα κρίση θα πρέπει να διαμορφωθούν από τις οργανωμένες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θα αναπτύξουν τρόπους παραγωγής, κατανάλωσης και εμπορίου που θα στηρίζονται στη δικαιοσύνη, στην αλληλεγγύη και στις υγιείς κοινότητες. Η σημερινή στάνταρ τεχνολογία δε θα μας σώσει από την τρέχουσα παγκόσμια περιβαλλοντική και κοινωνική καταστροφή. Η αειφόρος, μικρής κλίμακας οικογενειακή γεωργία, είναι εντάσεως εργασίας και απαιτεί λίγα καύσιμα. Aυτή θα συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό στην «ψύξη» της γης. Εκατομμύρια γεωργών - αγροτικών κοινοτήτων θα πρέπει να αποκτήσουν τη δυνατότητα να κάνουν τις απαραίτητες αμειψισπορές, να οργανώνουν την αγρανάπαυση και να δημιουργούν βοσκότοπους, ώστε να μπορούν να επιστρέφουν στο έδαφος πάνω από 7 δισεκατομμύρια τόνους οργανικής ουσίας κάθε χρόνο. Αυτό περιλαμβάνει και κατανάλωση λιγότερης ενέργειας, παραγωγή βιοαερίου και ηλιακής ενέργειας στα αγροκτήματα - και όχι σε μεγάλο βαθμό προώθηση της παραγωγής βιοντίζελ, όπως συμβαίνει σήμερα. Για αυτό θα χρειασθούν-στις σημερινές συνθήκες- εφαρμογές γεωργικών και εμπορικών πολιτικών σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο για την υποστήριξη της τοπικής παραγωγής- διανομής-αγοράς-κατανάλωσης τροφίμων με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτάρκεια που εκτός των παραπάνω θα περιλαμβάνουν την απαγόρευση των επιδοτήσεων που οδηγούν σε ντάμπινγκ των φτηνών τροφίμων στις αγορές.

[7]Οι κλιματικές αλλαγές  θα οδηγούν επίσης σε μείωση και καταστροφή παραγωγής(αλλού καύσωνες, αλλού ξηρασίες ή πλημμύρες πλημύρες  με αποτέλεσμα την άνοδο της τιμής π.χ. των σιτηρών κατά 70%, πάνω από 230 Ε/τόνο) 

[8] «Οι άνθρωποι πια δεν λένε “τρώω” ή “πίνω” αλλά λένε “καταναλώνω”. Όλες οι φυσικές πράξεις και λειτουργίες που κρατούν στη ζωή ένα φυσικό πλάσμα άνθρωπο, έχουν αντικατασταθεί από τον όρο κατανάλωση, λες και είναι ο άνθρωπος πλέον μηχάνημα... Αυτή είναι η μέγιστη ύβρις και ο μέγιστος εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της πλήρους μετάλλαξης του ανθρώπου σε γρανάζι του συστήματος που απομυζεί το οικοσύστημα καταναλώνοντας τους φυσικούς του πόρους αναίσχυντα. Αυτός είναι ο αναίσχυντος σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής, ο ταυτισμένος με την χυδαιότητα.» Γιάννης Μακριδάκης http://yiannismakridakis.gr/?p=4851

[9] Γιατί το λίπος είναι απαραίτητο όχι μόνο σαν πηγή ενέργειας, αλλά σαν σημαντικό δομικό συστατικό του σώματος, σημαντικότερο από τους υδατάνθρακες. Κυρίως είναι χρήσιμο για τη μεμβράνη των κυττάρων(με τη μορφή «λιπιδίων»), τα μέρη του εγκεφάλου και για τα νεύρα. Όμως σαν δομικό συστατικό των παραπάνω πρέπει να είναι με τη μορφή «βασικών» λιπών (κυρίως του τύπου των «πολυακόρεστων». Τέτοια είναι τα λίπη που προέρχονται από τα φύλλα και τους σπόρους των φυτών, καθώς και από τα ψάρια, ιδίως τα λιπαρά, όπως το σκουμπρί. Αλλά τα ψάρια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τροφή για τους λίγους και λόγω της υπεραλίευσης και της μόλυνσης τα αλιεύματα σπανίζουν πια. Πιο ρεαλιστικό είναι να εξασφαλίζουμε τα βασικά λίπη από τα φυτά.
 

[10] Και καλύτερα με φυτικές πρωτείνες που παίρνονται από τον συνδυασμό δημητριακών και οσπρίων.  Οι άνθρωποι που ακολουθούν παραδοσιακές δίαιτες μπορεί να μη ξέρουν από βιοχημεία, αλλά ξέρουν από τη μακροχρόνια εμπειρία τους ότι δημητριακό και όσπριο είναι ο καλύτερος συνδυασμός στη μαγειρική τους, ώστε να είναι υγιείς. Αποτέλεσμα της μέχρι τώρα κυρίαρχης άποψης για πολλές ζωικές πρωτεϊνες στη διατροφή μας, ήταν τα εντατικά συστήματα ζωοεκτροφής και πτηνοτροφίας με όσο γινόταν πιο πολλά ζώα –πτηνά. Παράλληλα τα δημητριακά, τα όσπρια και η σόγια θεωρούνταν «δεύτερης τάξης» τροφή και προορίζονταν κυρίως για ζωοτροφές. Το αγροδιατροφικό σύστημα χρησιμοποιούσε μέχρι τώρα το 50% της παγκόσμιας παραγωγής σιταριού και κριθαριού, το 80% του καλαμποκιού και το 90% της σόγιας σαν ζωοτροφές (οι ευρωπαίοι καταναλωτές π.χ. επιδοτούν με 2 ευρώ την ημέρα κάθε εκτρεφόμενη με δημητριακά αγελάδα τους, ενώ πάνω από 2 δις άνθρωποι στον τρίτο κόσμο ζούν με 2 ευρώ την ημέρα).
 

[11] Σήμερα υπάρχει αναγκαιότητα να καλλιεργηθούν τα «ντυμένα» σιτηρά επειδή αντέχουν σε δυσκολότερες εδαφοκλιματολογικές συνθήκες (ξηρασία, άγονα εδάφη), είναι πολύτιμο γενετικό υλικό για τη μελλοντική γεωργία σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, ενώ παράλληλα μπορούν να δώσουν προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας (χωρίς βέβαια να τα θεωρούμε και «υπερτροφές», όπως σκόπιμα διαδίδουν κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα εκμεταλλευόμενα τη σύγχυση  και τη μόδα των «προϊόντων χωρίς γλουτένη».
Η σύγχρονη διατροφή μας (τα τελευταία 50 χρόνια κυρίως στη Δύση) είναι «υπερφορτωμένη» με γλουτένη, λόγω της παρουσία της παντού σχεδόν(μπαίνει σαν πρόσθετο) και της υπερκατανάλωσης επεξεργασμένων τροφών που στηρίζονται στο ραφιναρισμένο αλεύρι.

[12]Λόγω των άθλιων και ανθυγιεινών συνθηκών εκτροφής των ζώων, καθώς και των ορμονών ανάπτυξης και πάχυνσης που τους χορηγούνται για την επιτάχυνση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος, ένα σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής αντιβιοτικών (περίπου το 50%) χορηγείται στα εκτρεφόμενα ζώα. Όμως παρά την τόσο απλόχερη ιατρική «φροντίδα», ασθένειες και επιδημίες όπως η νόσος των τρελών αγελάδων και των πτηνών, η γρίπη των χοίρων, ο μελιταίος πυρετός, κλπ. ξέσπασαν σκορπώντας τον πανικό. Η αφύσικη τροφή που τρώνε τα εκτρεφόμενα ζώα (ιχθυάλευρα, αλεσμένα κόκκαλα, νύχια, τρίχες κλπ), οι άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και η υπερβολική χορήγηση αντιβιοτικών και ορμονών, καθιστούν την κατανάλωση κρέατος εντελώς επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία, ενώ οι απάνθρωπες συνθήκες μεταφοράς τους, αλλά και η ίδια η φρικαλέα διαδικασία σφαγής των ζώων θέτουν ζητήματα βιοηθικής. Η σφαγή, η μεταφορά, η επεξεργασία και το μαγείρεμα θεωρούνται επίσης σημαντικό μέρος κατανάλωσης ενέργειας.

[13]Σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό τροφίμων και γεωργίας(FAO) το 70% των παγκόσμιων αποθεμάτων ψαριών υπεραλιεύεται ή έχει ήδη 100% αλιευθεί, καταστρέφοντας ή απειλώντας να καταστραφεί η ζωή εκατομμυρίων ψαράδων ανά τον κόσμο. Τον μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν σήμερα ο λευκός τόνος, ο ξιφίας και ο μπακαλιάρος του Ατλαντικού, ενώ ένα βήμα πριν την εξαφάνιση βρίσκονται είδη όπως τα χέλια, ο κόκκινος τόνος και ένα είδος μικρού καρχαρία.

[14]Το βιοντίζελ στην Ευρώπη προέρχεται μέχρι και 25% από φοινικέλαιο. Αμέτρητα στρέμματα τροπικών δασών έπρεπε να δώσουν τη θέση τους στις φυτείες φοινικέλαιου, ειδικά στην Ινδονησία και τη Μαλαισία. Αυτό καταστρέφει τη βάση διαβίωσης πολλών ζωικών και φυτικών ειδών και οδηγεί σε τεράστιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Για αυτό το ευρωπαϊκό κίνημα της αποανάπτυξης, προστασίας του κλίματος και του περιβάλλοντος καλεί τις κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προστατεύσουν τα τροπικά δάση και τους κατοίκους τους και τελικά να σταματήσουν τη πρόσμειξη φοινικέλαιου στα καύσιμα!
Στα βενζινάδικα οι ευρωπαίοι οδηγοί βγάζουν συχνά φοινικέλαιο χωρίς να το γνωρίζουν.
Το φοινικέλαιο περιέχεται σχεδόν σε κάθε δεύτερο προϊόν στα σούπερ μάρκετ και είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε την καθημερινότητά μας χωρίς αυτό. Αλλά σχεδόν κανείς δεν ξέρει ότι μεγάλο μέρος των εισαγωγών φοινικέλαιου στην Ευρώπη καταλήγει στο ντεπόζιτο των αυτοκινήτων. Ο λόγος για αυτό είναι η απαίτηση της ΕΕ να μειωθούν οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τα καύσιμα. Το ντίζελ υποτίθεται ότι γίνεται πιο φιλικό προς το περιβάλλον αν μέρος του συνίσταται από φυτικά έλαια. Ένα τεράστιο λάθος!
Γιατί η πρόσμειξη φοινικέλαιου στο καύσιμο βλάπτει το περιβάλλον, το κλίμα και τον άνθρωπο.
Το βιοντίζελ, μέσω των φυτειών φοινικέλαιου που προέρχονται από τη μετατροπή δασικών περιοχών σε καλλιέργειες, παράγει επίσης τεράστιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που βλάπτουν όχι μόνο το κλίμα αλλά και την υγεία μας. Με την αποψίλωση των τροπικών δασών όλο και περισσότερα είδη, όπως οι ουρακουτάγκοι, οι ασιατικοί ελέφαντες και οι ρινόκεροι, χάνουν το ζωτικό τους χώρο. Ειδικά στην Ινδονησία, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο απειλητική: οι φυτείες φοινικέλαιου έχουν καταλάβει συνολικά 14 εκατομμύρια εκτάρια! Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στη μισή έκταση της Γερμανίας! Και οι φυτείες αυξάνονται συνεχώς. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί!

[15]Υπάρχει μεγάλο κοινωνικό κόστος στην παραγωγή βιοκαυσίμων, το οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε από το γεγονός: για να γεμίσει το ρεζερβουάρ ενός μεγάλου τζίπ με 25 γαλόνια αιθανόλης, θα πρέπει να στερηθεί τροφή ισοδύναμη με 220 κιλά καλαμποκιού, που μπορεί να θρέψει έναν άνθρωπο για ένα χρόνο.

[16]Singer Peter: Η απελευθέρωση των Ζώων, Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη, 2010.

[17] Αγουρέλιο: η μονοκαλλιέργεια της ελιάς είναι γεγονός στη χώρα, παράγεται πολύ λάδι. Τελευταία μάλιστα λόγω και της οικονομικής ανέχειας στις πόλεις, οι οικογένειες που είχαν κάποια παρατημένα ελαιοπερίβολα στα χωριά, έχουν αρχίσει να ξαναμαζεύουν τις ελιές για το λάδι τους. Έτσι οι κατ επάγγελμα ελαιοπαραγωγοί πουλάνε πολύ φθηνά το λάδι τους στους συσκευαστές, οι οποίοι-όσοι το εξάγουν-καρπώνονται το μεγαλύτερο μέρος της χρηματικής αξίας αυτού του προϊόντος, που η διατροφική του αξία είναι ανεκτίμητη. Έχει αποδειχθεί από το φαρμακευτικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι ειδικά το αγουρέλαιο έχει πολύ σημαντικές αντιοξειδωτικές αντιφλεγμονώδεις ουσίες και είναι φάρμακο, ιδίως αν είναι άθερμο (αν εξάγεται στα ελαιοτριβεία σε χαμηλή θερμοκρασία μέχρι και 27 βαθμών Κελσίου) και χωρίς χημικά πρόσθετα(http://www.topikopoiisi.com/omicroniotakappaomicron-gammaepsilonomegarho).

[18] Βλέπε και http://www.topikopoiisi.eu/omicroniotakappaomicron-gammaepsilonomegarhogamma943alpha/t

[19] «Η κάνναβη είναι πολυδύναμο φυτό, με Βιομηχανικά και Φαρμακευτικά προϊόντα, και ήταν σε χρήση στη χώρα μας από αρχαιοτάτων (προϊστορικών) χρόνων …Πολλές χώρες εφαρμόζουν πλέον τις δικές τους νομικές πρωτοβουλίες και υπάρχει μια αισιόδοξη κινητικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι πολιτικές που δίνουν έμφαση στην δημόσια υγεία, τα επιστημονικά δεδομένα, τη μείωση βλάβης και την πρόληψη, κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε μωσαϊκό, από ποινικοποιήσεις μέχρι νομιμοποιήσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες, χωρίς ενιαίο πλαίσιο για την Κάνναβη…Η Ελλάδα θεωρείται από πολλές ξένες επιχειρήσεις προνομιακή εδαφοκλιματικά για την καλλιέργεια φαρμακευτικής κάνναβης… »: Ν. Συγρίμης, Γεωργικό Πανεπιστήμιο.

[20]Βλέπε https://www.fgm.com.gr/uploads/file/FGM17_WEB_GR.pdf
 

[21]«Τόνοι φορμόλης στα ψάρια, την πάπια κάνει ο ΕΦΕΤ»(http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=340452)
 

0 Comments

Η κομβική έννοια του Κοινοτισμού

19/3/2019

0 Comments

 
Ο Κοινοτισμός είναι η έννοια που θα «διαπρέψει» στη φρασεολογία διαφορετικών πολιτικών τάσεων, ριζοσπάστικών και ολοκληρωτικών, στη δεκαετία του 2020[1].

Ο κόσμος του αγώνα, συρρικνωμένος πάλι σήμερα σε σχέση με λίγα χρόνια πριν, αλλά υπαρκτός και επίμονα δραστήριος, στρέφεται καθημερινά όλο και περισσότερο στην έννοια της Κοινότητας μέσα από μια θολή προσέγγιση της εικόνας της. Η υιοθέτηση αυτής της έννοιας θα επιταχυνθεί στα επόμενα χρόνια, γιατί θα καλύπτει πολλές προσεγγίσεις και ανάγκες για συλλογική πραχτική και δράση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα προκύψει οπωσδήποτε ένας Κοινοτισμός με τη μορφή του «ελευθεριακού»[2]. Μπορεί να πάρει και την μορφή του «εργαλειακού» κοινοτισμού, ως μέσο αυτοοργάνωσης, όπως συχνά λειτούργησε η έννοια της λαϊκής συνέλευσης ή του συνεργατισμού σήμερα στη Ελλάδα της κρίσης.
Λόγω και επικαιρότητας του εορτασμού των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης(1821), το βασικό αφήγημα που όλοι θυμόμαστε από το σχολείο είναι ο ρόλος των κοινοτήτων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Η ιστορική διάσταση της κοινότητας θα παίξει και καθοριστικό ρόλο στο φαντασιακό των Ελλήνων «απο κάτω» στα επόμενα δύσκολα χρόνια για την επιβίωση. Υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος –στα πλαίσια του ενεργειακού πολιτικοστρατιωτικού παιχνιδιού στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και του μεταναστευτικού/προσφυγικού ζητήματος-να προκύψει και να προταθεί από νέους «σωτήρες»  ένα σχέδιο «σωτηρίας» που θα προσβλέπει στα φαντάσματα του παρελθόντος, στην εποχή της γέννησης των εθνών-κρατών. Αλλά ο σύγχρονος αναδυόμενος Κοινοτισμός δεν μπορεί να κοιτάζει μόνο προς τα πίσω.
Επιστροφή μεν στον Κοινοτισμό, αλλά...προς τα μπρος!
Αν κοιτάει κανείς μόνο προς τα πίσω, αυτό δεν τον κάνει να προχωρά σε κάτι νέο. Δεν τον βοηθά να επιλέξει μια πραγματικά νέα κοινωνική προοπτική. Δεν μπορεί να είναι επιλογή μας οι κοινότητες των προεστών και των κοτζαμπάσηδων της Τουρκοκρατίας, ούτε οι κοινότητες του προέδρου και του κοινοτικού συμβουλίου της νεοελληνικής πραγματικότητας μέχρι πριν καταργηθούν από τους νόμους « Καποδίστρια-Καλλικράτη».
 Επιστροφή προς τα...μπρος, σημαίνει να ρίχνουμε ματιές προς τα πίσω για να ξαναπιάσουμε κάποια θετικά νοήματα του παρελθόντος, να τα αναδείξουμε στο παρόν, να τα πλέξουμε με καινούργια νοήματα και αξίες, ώστε να έχουμε ξανά το νήμα που θα μας οδηγήσει στην ευζωία των σημερινών και των μελλοντικών γενιών. Το προς τα εμπρός έχει να κάνει επομένως με τη διαμόρφωση του ευτοπικού μας μέλλοντος υπό τις νέες συνθήκες που υπάρχουν και που απαιτούν αποκατάσταση των μέχρι τώρα καταστροφών.
Στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης λοιπόν δεν μπορεί η προοπτική να είναι πάλι το κεντρικό εθνικό κράτος, το οποίο έχει ξεπερασθεί από της συνθήκες της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού, αλλά η Κοινότητα των Κοινοτήτων με τη μορφή του ελευθεριακού ομοσπονδιακού Κοινοτισμού. Αυτού του είδους την κοινωνική οργάνωση προτείνουμε για τον 21ο αιώνα, ιδίως για τον κόσμο της Μεσογείου και των Βαλκανίων που μέχρι τώρα ήταν πάντα ένα «Ανατολικό Ζήτημα» για τους θεωρητικούς του κράτους και της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού-σοσιαλισμού.
Ο Κοινοτισμός που προτείνουμε μπορεί να είναι ταυτόχρονα και «τοπικοποιημένος»(ιθαγενικός) και «οικουμενικός»(διεθνιστικός-κοσμοπολιτικός), με την έννοια ότι θα απορρίπτει «κάθε θεωρία που αγνοεί το ζωοδόχο παρελθόν λατρεύοντας ένα νέο τεχνο-μέλλον αλλά και κάθε δοξασία που εμμένει σε ένα ωραιοποιημένο παρελθόν εξορκίζοντας ένα σκοτεινό μέλλον» . Αυτή η σύνδεση του ιθαγενισμού με τον κοσμοπολιτισμό μπορεί να συμβεί και το απέδειξαν πρόσφατα το Ζαπατίστικο Κίνημα στο Μεξικό[3] και το Κουρδικό Κίνημα στη Ροζάβα[4] της Συρίας. Ο κοινοτισμός και η άμεση δημοκρατία με την ομοσπονδιακή μορφή, αποτελεί σήμερα την ιδέα που μπορεί, όσο πιθανώς καμία άλλη, να εδαφικοποιήσει ταυτόχρονα σε τοπικό/γεωγραφικό αλλά και οικουμενικό/φαντασιακό επίπεδο την έννοια του κοινωνικού αυτοκαθορισμού.
Οι κοινοτικοί δεσμοί και σχέσεις σήμερα δεν στηρίζονται μόνο στην έννοια της χωρικής εγγύτητας-αν και αποτελεί βασική προϋπόθεση-αλλά διέπονται περισσότερο από τις κοινές πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Προς αυτή την κατεύθυνση ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν εκείνοι οι κοινοτικοί δεσμοί-θεσμοί που θα βρίσκουν έδαφος στο κοινωνικό πεδίο και θα διαμορφώνουν σταδιακά και τη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Τον σημαντικότερο ρόλο σε αυτή την καθημερινή ύφανση-διαμόρφωση του κοινοτικού σχεδίου θα τον έχουν τα πρόσωπα. Τα πολύπλευρα-και όχι μονοδιάστατα- εκείνα υποκείμενα που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για δημιουργία και συμμετοχή σε κοινοτικά εγχειρήματα, τα οποία στη συνέχεια θα συμβάλλουν και στην μετεξέλιξή τους σε πρόσωπα του νέου κοινοτικού ανθρωπολογικού τύπου[5].
Κύκλοι προσώπων-πρωτοβουλίες πολιτών με αρχικές γενικές συμφωνίες ως προς τους σκοπούς και τα μέσα υλοποίησης, σε ανοιχτούς χώρους συνάντησης-συζήτησης για διεύρυνσή τους αλλά και παραπέρα διερεύνησης δυνατοτήτων, θα είναι ο εφαλτήρας για την από τα κάτω διαμόρφωση ενός προγράμματος υπέρβασης του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και του κεντρικού αυταρχικού κράτους, προς την κατεύθυνση της Κοινότητας των Κοινοτήτων. Προς την κατεύθυνση θεσμοθέτησης συνελεύσεων και ανακλητών συμβουλίων σε επίπεδο υπαίθριας χωρικής κοινότητας, κοινότητας δρόμου ή τετραγώνου ή συνοικίας στις πόλεις, καθώς και δήμων ή περιφερειών.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (χωρικών ή θεματικών, στην αρχή με κύριο χαρακτηριστικό την αντίσταση στο υπάρχον και στη συνέχεια τη διαμόρφωση προγράμματος μετάβασης), καθώς θα αναπτύσσεται εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία της Κοινότητας των Κοινοτήτων και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Μια τέτοια δομή θα μπορούσε να εκφράσει την άμεση συμβουλιακή κοινωνική και οικολογική δημοκρατία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, έως ότου αυτή η δομή λειτουργώντας για μεγάλο διάστημα σαν δυαδική εξουσία προς το κεντρικό κράτος, μπορέσει να ολοκληρώσει τη διαμόρφωση ενός νέου Κοινωνικού Συμβολαίου και σε μια Συνταγματική Συνέλευση διακυρυχθεί η Δημοκρατική Συνομοσπονδιακή Κοινοπολιτεία σαν νέας μορφής κοινωνική οργάνωση σε επίπεδο ελληνικής επικράτειας.
 Η συνολική μας πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για τη μετάβαση σε μια κοινωνία μετακαπιταλιστική που θα στηριχθεί:
•       στην οικονομία των βιοτικών αναγκών με στήριξη στα Κοινά, όσον αφορά στο περιεχόμενο,
•       στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
•       στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
•       στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
•       στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης


[1] Απο το προλογικό σημείωμα του περιοδικού ΕΥΤΟΠΙΑ, τευχ.26

[2] Βλέπε Ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός(Κομμουναλισμός)
( http://www.topikopoiisi.eu/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/35)

[3] Το κίνημα των Ζαπατίστας, στην πολιτεία Τσιάπας του Μεξικού- η περιοχή αφορά σε πάνω από 1000 κοινότητες που συνενώνονται σε 30 περίπου δήμους, οι οποίοι σχηματίζουν 5 περιφέρειες (καρακόλ) με πάνω από 200.000 πληθυσμό- στηρίχθηκε στις πραγματικές ανάγκες του αυτόχθονου πληθυσμού της περιοχής και στον πολιτισμού του. Επινόησε ένα σύστημα αυτοδιακυβέρνησης στη βάση των συνελεύσεων των κοινοτήτων, των συμβουλίων τους, των δημοτικών συμβουλίων(με αιρετά, ανακλητά μέλη από όλες τις κοινότητες του δήμου) και των συμβουλίων «χρηστής διακυβέρνησης» σε επίπεδο Καρακόλ. Μαζί με την πρακτική της εναλλαγής, της ανακλητότητας και του ελέγχου εφαρμόζεται ένα πλήρες σύστημα άμεσης δημοκρατίας με βάση την ιδεολογία που συνδυάζει παραδοσιακές πρακτικές των Μάγια με τον ελευθεριακό κοινοτισμό.

[4] Οι Κούρδοι της Συρίας –σε συνθήκες πολέμου και εμπάργκο από όλες τις πλευρές-ανέλαβαν τον έλεγχο των εδαφών τους και ανακήρυξαν μια δημοκρατική, πολυεθνική, πολυθρησκευτική και συμβουλιακή Αυτονομία στη βάση του ομοσπονδιακού κοινοτισμού, ως πρότυπο προς μίμηση για όλη τη Συρία και τη Μέση Ανατολή.

[5] Βλέπε βιβλίο μας: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης, εκδόσεις ων συναδέλφων  
0 Comments

Η επικυριαρχία στον άνθρωπο και τη φύση

7/3/2019

0 Comments

 
Τα ανθρώπινα όντα ξεκινώντας τη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους σε μικρές φυλετικές κοινότητες, κατανοούσαν τη φύση μέσα από μια πολύ κοντινή σχέση με αυτήν.Θεωρούσαν τη φύση ως κάτι ζωντανό και επικράτησε η ιδέα ότι κάθε φυσική οντότητα είχε ψυχή. Η ίδια η δύναμη της φύσης βιώθηκε σαν έκφραση φυσικών πνευμάτων, με τα οποία η ανθρωπότητα έπρεπε να συνυπάρξει. Τα ανθρώπινα όντα έπρεπε να ζουν σε αρμονία με τις φυσικές δυνάμεις, διότι αυτές καθόριζαν την ίδια τη ζωή και τους ρυθμούς της.
Οι άνθρωποι τότε δεν επιχειρούσαν να κατακτήσουν τη φύση, αλλά να την επηρεάσουν μέσω μαγικών ιεροτελεστιών, καλώντας τα πνεύματα της φύσης. Η μαγεία αυτή ήταν η αρχική μορφή της επιστήμης. Βασιζόταν στην παρατήρηση των διαδικασιών της ζωής και του θανάτου στην ίδια τη φύση, αλλά και των ανθρώπων. Η ζωή των ανθρώπων στις τότε φυλετικές κοινότητες- κυριαρχούμενη από την ιδέα μιας ζωντανής φύσης-καθοριζόταν στην πραγματικότητα από τις βασικές αρχές της σημερινής οικολογίας, δηλαδή από την αρμονία με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους.
Αυτή η αρμονία διαταράχθηκε στη συνέχεια.Η ζωή των ανθρώπων στις πρώτες κοινότητες βασίστηκε στη συλλογή φυτικών και άλλων πόρων από τη μάνα φύση. Το κυνήγι ζώων συμπλήρωσε στη συνέχεια τις φυτικές τους τροφές και ανέπτυξαν μια κουλτούρα συνυφασμένη με το ομαδικό και οργανωμένο κυνήγι. Αυτή η κουλτούρα συνδυασμένη και με τις πρώτες συγκρούσεις για τον ζωτικό χώρο των φυλετικών κοινοτήτων, οδήγησε και στη δημιουργία της πρωταρχικής πολεμικής κουλτούρας, είτε για αυτοάμυνα είτε για επικυριαρχία των ζωτικών περιοχών. Έτσι θεμελιώθηκαν και οι πρώτοι θεσμοί και εξουσιαστικές ιεραρχίες στα πλαίσια των κοινοτήτων, που είχαν καθοριστικές συνέπειες για τη βαθμιαία ανάπτυξη συνθετότερων κοινωνιών.
Η εμφάνιση των πρώτων κοινωνικών ιεραρχιών που βασίσθηκαν στη διαφοροποίηση της φυσικής δύναμης και των δεξιοτήτων των ανθρώπων και η κατανομή τους σε κατηγορίες με βάση τη δραστηριότητα, την ηλικεία και το φύλο, άλλαξε και την αρχική σχέση των κοινοτήτων με τη φύση γύρω τους.
Οι γυναίκες, όντας πιο κοντά στις διαδικασίες της γέννας, της ενηλικίωσης των παιδιών, καθώς και στη φροντίδα των υπερήλικων και της εναπόθεσης των νεκρών, κατανόησαν πρώτες τις φυσικές βιολογικές διαδικασίες της ζωής και την σκόπιμη χρήση κατάλληλων φυτών και ζώων, βάζοντας έτσι και τις βάσεις για την πρωταρχική γεωργία.
Οι άνθρωποι άρχισαν να διαμορφώνου το περιβάλλον γύρω τους σύμφωνα με τις ανάγκες τους, αναπτύσσοντας κατάλληλα εργαλεία και επηρεάζοντας τη βιολογική ανάπτυξη των φυτών και των ζώων. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τη γονιμότητα της γης, άρχισαν να δημιουργούνται και πλεονάσματα- σε σχέση με την άμεση κατανάλωση-από τις σοδιές του καλιεργητικού-εκτροφικού κύκλου, πράγμα που δημιούργησε και την ανάγκη για τη διαχείρισή τους.
Η απαιτούμενη διαχείριση αυτού του συλλογικού πλούτου συνδέθηκε με την ήδη υπάρχουσα σε ένα βαθμό κοινωνική ιεραρχία που έπαιρνε στην αρχή τη μορφή της επικυριαρχίας των γεροντότερων επί των νεότερων,  των ανδρών επί των γυναικών και κάποιων ανδρών επί των άλλων.
Στην πορεία της πολιτιστικής εξέλιξης, οι ιεραρχίες αυτές πήραν την μορφή ενός συνθετότερου κοινωνικού συστήματος με τον ιδιαίτερο ρόλο των μάγων-γιατρών και στη συνέχεια των ιερέων των θρησκειών που επικρατούσαν στις διάφορες περιοχές. Έχουμε πια τη δημιουργία κρατικών δομών εξουσίας, που νομιμοποιήθηκαν όχι μόνο με τη βια των πολέμων, αλλά και από αντίστοιχα μυθολογικά θρησκευτικά συστήματα, που αντιατέστησαν τα –«καλά» ή «κακά»- πνεύματα της φύσης τοποθετώντας πάνω από αυτά –και έξω από τη φύση-τους αντίστοιχους «παντοδύναμους» πατέρες θεούς. Οι θεοί αυτοί –που τοποθετήθηκαν εκτός της ζώσας φύσης μετατρέποντάς την σε νεκρά- ενθρονίσθηκαν στην ανθρώπινη ατομική και συλλογική συνείδηση «κατ` εικόνα και ομοίωσιν», όχι των «δράκων» και των «νεράιδων» της παντοδύναμης μέχρι τότε φύσης, αλλά των επίγειων δεσποτών-αρχόντων που είχαν ήδη διαμορφωθεί, ώστε οι επίγειοι πατριαρχικοί φορείς της εξουσίας να είναι «εκπρόσωποι-κληρονόμοι» της εξουσίας των θεών, και έτσι να νομοποιηθούν σαν «δίκαιοι» ποιμένες-τιμωροί κάθε παραβατικότητας από τα «ποίμνια» και τους υπηκόους.
Αυτή η σταδιακά εξελεκτική κοινωνική διαδικασία ύφανε και έπλεκε την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο με την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση. Η δε επιστήμη ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία συνύφανσης, συνέβαλε διατυπώνοντας θεωρίες και ανακαλύπτοντας φυσικούς νόμους που ταίριαζαν, περισσότερο ή λιγότερο, με τις κυρίαρχες κάθε φορά κοινωνικές συνθήκες.
Η ανθρωπότητα ενηλικιώθηκε περνώντας από τη φυσική κοινωνία της οικολογικής συνύπαρξης στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού, της αλληλεγγύης, της φροντίδας και της ελευθερίας, σε κοινωνίες βασισμένες στον ανταγωνισμό, στην ιδιοκτησία, στην ιεραρχία, στις κοινωνικές τάξεις και κυρίως στην κυριαρχία , όπου οι άνθρωποι αποξενώθηκαν όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και από τη φύση[1]. Και έτσι ξεκίνησε και η διαδικασία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, της εκμετάλλευσης-καταστροφής της φύσης και των άλλων ειδών ζωής, της τραγωδίας των «Κοινών», δηλαδή των συλλογικών αγαθών κ.λπ.
Η ταξικές κοινωνίες μέχρι και σήμερα βρίσκονται σε καθαρή αντίθεση με τις δύο «μάνες» της ανθρωπότητας: της πρωταρχικής μητέρας Γαίας και της δεύτερης μάνας της Κοινότητας. Και σήμερα η ιδέα μιας καταπιεστικής και χωρίς έλεος φύσης είναι κυρίαρχη, για αυτό και είναι κυρίαρχο το νεωτερικό φαντασιακό της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», σαν το μοναδικό εχέγγυο για την «απολευθέρωση» του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς της φύσης, χάριν του οποίου θα πρέπει να υπομένει τους κοινωνικούς καταναγκασμούς που του επιβάλει –του ανθρώπου-η κυρίαρχη οικονομική και πολιτική ελίτ του σήμερα. Μόνο έτσι-αυτό ισχυρίζεται η νέα θρησκεία της «ανάπτυξης»-το μικρό, γυμνό και εύθραστο πλάσμα που είνα ο άνθρωπος, θα μπορέσει δια της αδιάληπτης εργασίας και παραγωγικότητάς του, να κατακτήσει τη φύση και να γίνει ο αφέντης της. Μόνο αν υποταχθεί στους αφέντες της σημερινής κοινωνίας, θα μπορέσει να διαφεντέψει τη «λάμια» φύση. Τι είναι η δυστυχία και ο πόνος των καταναγκασμένων στη δουλεία-δουλειά ανθρώπων(των σημερινών «απο κάτω» δηλαδή), μπροστά στον «θρίαμβο» της καταδυνάστευσης της μεγάλου αντιπάλου φύσης; Η μοντέρνα δουλεία και υποδούλωση είναι η «παράπλευρη απώλεια» την οποία θα πρέπει να αποδεχθούμε εμείς οι «απο κάτω» υπέρ της «απελευθέρωσης» του είδους από την κυριαρχία της φύσης[2] και της επιδίωξης της χίμαιρας της αθανασίας.
Θα το αποδεχθούμε; Ιδίως οι νέες γενιές των ανθρώπων;


[1] Ξεκινώντας από την κοινωνία των Σουμέριων και μεταδιδόμενη σταδιακά στη Μέση Ανατολή και στον χώρο της Μεσογείου πριν γενικευθεί και επικρατήσει παντού, υπήρξε ριζική αλλαγή στην νοοτροπία των ανθρώπων, όπου η ιδέα μιας ζωντανής, πολυδιάστατης, πολυποίκιλης και γόνιμης Φύσης-Γαίας, αντικαταστάθηκε από μια εχθρική, εκδικητική, διαβολική φύση.

[2] Η σημερινή τάση για μετατροπή των ανθρώπων σε cyborg , αν φυσικά εμείς οι «από κάτω» αφήσουμε τον καπιταλισμό να εφαρμόσει πάνω μας τέτοιες πολιτικές του βίου, θα μας μετατρέψει σε «μετάνθρωπο» εύκολα και ολοκληρωτικά ελεγχόμενο από τις σημερινές πολιτικοοικονομικές ελίτ.  Τα goldenboys Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν, συνιδρυτές της Google και ζηλωτές της τεχνολογικής προόδου, επενδύουν απίστευτα ποσά στην έρευνα με σκοπό, π.χ., να «σκοτώσουν τον θάνατο»: «Tokillthedeath» είναι το κεντρικό σύνθημα της εταιρείας βιοτεχνολογίας Calico (CaliforniaLifeCompany), που ιδρύθηκε το 2013 και έχει σκοπό ο θάνατος «να μην είναι μια μοιραία εξέλιξη εγγεγραμμένη στον πυρήνα των κυττάρων μας, ούτε συγκροτητικό στοιχείο του είναι μας [...] αλλά θα υφίσταται μόνο υπό τη σκανδαλώδη εκδοχή του φόνου ή του ατυχήματος».

0 Comments
<<Previous
Forward>>

    Αρχείο

    November 2020
    October 2020
    July 2020
    March 2020
    February 2020
    October 2019
    September 2019
    August 2019
    May 2019
    March 2019
    February 2019
    December 2018
    November 2018
    July 2018
    April 2018
    October 2017
    September 2017
    July 2017
    June 2017
    May 2017
    April 2017
    March 2017
    February 2017
    December 2016
    November 2016
    July 2016
    June 2016
    March 2016
    October 2015
    July 2015
    May 2015
    April 2015
    March 2015
    January 2015
    December 2014
    October 2014
    September 2014
    June 2014
    March 2014
    February 2014
    September 2013
    July 2013
    April 2013
    February 2013
    December 2012
    November 2012
    October 2012
    September 2012
    August 2012
    July 2012

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΕΜΠΑΣ 

    Πρώην εκπαιδευτικός ΜΕ(Μαθηματικός)και οικο-γεωργός στο Πήλιο. Από το 1990, που "επανατοπικοποιήθηκε", προσπαθεί δια του "παραδείγματος" να συμβάλει στη διαμόρφωση της κατεύθυνσης της τοπικοποίησης 

    Επικοινωνία: gkolempas@yahoo.gr 

    Κατηγορίες

    All
    Διατροφική Κυριαρχία
    Η διευρυμένη οικογένεια
    Η κατεύθυνση της τοπικοποίησης
    Μια ανάλυση που οδηγεί σε άλλα μονοπάτια.
    Οι δομές της κοινωνίας της αποανάπτυξης
    Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης
    Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα
    Το κίνημα του Κοινοτισμού σήμερα
    Το νέο είδος πολιτικής και οργάνωσης
    Το πλαίσιο της Τοπικοποίησης

    RSS Feed

© Copyright 2018 Topikopoiisi all rights preserved.                                                                                            Webpage designed by PowerGraph