Topikopoiisi
Σελίδες στα Social Media
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Θέσεις
  • Άρθρα
  • Οικο-γεωργία
  • Κοινωνική - αλληλέγγυα οικονομία
  • Εκδηλώσεις
  • Βίντεο
  • Ενδιαφέροντα Ιστολόγια
  • Εικόνες
  • Βιβλία
  • Επικοινωνία

Πoλιτικές Eυζωίας

5/12/2014

0 Comments

 
Πολιτικές ευζωίας[1].

Κατεύθυνση, διαμόρφωση και δυνατότητες υλοποίησης[2]

Εισαγωγή:

Ήλθε ο καιρός, που τα κοινωνικά κινήματα για την αποανάπτυξη-τοπικοποίηση, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της ριζοσπαστικής οικολογίας και προστασίας του κλίματος, της αυτοδιαχείρισης και της άμεσης δημοκρατίας, θα χρειασθεί να γίνουν και πολιτικά, και συνδεόμενα μεταξύ τους να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες . Σε ένα κίνημα δηλαδή που θα διεκδικήσει από τις πολιτικές εξουσίες σε κάθε χώρα την αλλαγή πορείας «εδώ και τώρα». Δεν υπάρχει χρόνος για μετάθεσή της στο απώτερο μέλλον.

Αυτή η στροφή μπορεί να ξεκινήσει από την Ελλάδα, όχι μόνο επειδή είναι ο «ναυαγός» του σημερινού μοντέλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γιατί βρίσκεται προ των πυλών της πολιτικής εξουσίας μια κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ[3].  


[1] Χρησιμοποιούμε τον όρο για να τον διακρίνουμε από τον όρο ευημερία, γιατί άλλο να περνάς τη μέρα σου καλά(ευ ημέρα), και άλλο να έχεις μια ποιότητα συνολικά σε όλη τη ζωή σου(ευ ζωή)

[2] Από μια επερχόμενη μελλοντική διακυβέρνηση της αριστεράς(;). Μόνο αν υπάρχει το αντίστοιχο «από τα κάτω» κίνημα, το οποίο θα το διεκδικήσει πολιτικά.

[3] Όπως υποστηρίζει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, που μάλλον θα είναι και η επόμενη κυβέρνηση

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο κάνοντας κλικ στο παρακάτω αρχείο:
politikes_eyzoias.doc
File Size: 203 kb
File Type: doc
Download File

0 Comments

Eπανανoηματoδoτώντας τη ζωή σήμερα

15/10/2014

0 Comments

 
Συνήθως οι άνθρωποι προσδιορίζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις κυρίαρχες σημασίες που δίνει ο τόπος τους, η θρησκεία τους, το πολιτικό σύστημα και γενικότερα οι εκάστοτε εξουσίες στην εξέλιξη του χρόνου. Η δυνατότητα των ανθρώπων και των κοινωνιών να αυτοθεσμίζονται συνήθως αποσιωπάται...
Για περισσότερα παρακάτω:
0 Comments

H πρόταση της Aπoανάπτυξης-Toπικοποίησης

15/10/2014

0 Comments

 
Η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία και πριν, αλλά και στην παρούσα κρίση της, ξέρει να βάζει μόνο 3 ταυτόσημους στόχους: μεγέθυνση! επέκταση! ανάπτυξη!
Η συνέχεια
0 Comments

Η Βιόσφαιρα είναι στην ουσία της αντικαπιταλιστική

11/10/2014

0 Comments

 
Δείτε επίσης την ανάρτηση
0 Comments

H Oικονoμία μετάβασης προς την Aμεση Δημοκρατία

11/10/2014

0 Comments

 
 
  1. Αντίο ανάπτυξη
Η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία και πριν, αλλά και στην παρούσα κρίση της, ξέρει να βάζει μόνο 3 ταυτόσημους στόχους: μεγέθυνση! επέκταση! ανάπτυξη!
Οι δε πολιτικοί της εκφραστές αναμασάνε συνέχεια τα ίδια λόγια: αν θέλουμε κοινωνική ευημερία θα την πετύχουμε μόνο μέσω της οικονομικής ανάπτυξης!  Από την Αριστερά μέχρι τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Νέο-φιλελεύθερους υπάρχει ταύτιση: όλοι αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ανάπτυξη, από την Ελλάδα και την Ευρώπη, μέχρι και τη πιο απομακρυσμένη περιοχή. Όση περισσότερη ανάπτυξη τόσο το καλύτερο. Καπιταλισμός χωρίς ανάπτυξη; Κάτι αδιανόητο!
Οικονομία με λιγότερη ανάπτυξη; Μια τέτοια πρόταση θα έβλαπτε την καριέρα κάθε πολιτικού που θα την έκανε, ανεξάρτητα του κόμματος που θα ανήκε. Η ιδεολογία της ανάπτυξης-μεγέθυνσης έχει κυριαρχήσει στην πλειοψηφία των συνειδήσεων των πολιτών. Ιδίως στις χώρες του «αναπτυγμένου κόσμου», αλλά όχι μόνο. Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός δε μπορούσε παρά να παγκοσμιοποιήσει και την ιδεολογία που τον συνοδεύει.
Άλλο όμως ιδεολογία και άλλο οικονομική πραγματικότητα! Γιατί όλες οι οικονομικές δραστηριότητες γίνονται στα πλαίσια ενός πλανήτη με περιορισμένους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, της εργασίας συμπεριλαμβανομένης. Η πραγματική οικονομία είναι ένα υποσύστημα αυτού του πεπερασμένου κόσμου. Υπάρχει μια λανθασμένη υπόθεση: σε ένα πεπερασμένο σύστημα όπως το δικό μας πλανητικό, δεν μπορεί ένα υποσύστημά του, όπως είναι η οικονομία, να αυξάνεται απείρως.  Η καμπύλη με την οποία παριστάνουν οι οικονομολόγοι την εξέλιξή της οικονομίας δεν μπορεί να είναι ανοδική-και μάλιστα εκθετική- χωρίς να τελειώνει ποτέ!
Αυτό φαίνεται να μη γίνεται αντιληπτό, γιατί η πραγματική οικονομία ηγεμονεύεται πια από την χρηματοπιστωτική. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί σε ένα βαθμό να παρουσιάζει την προοπτική της αέναης μεγέθυνσης. Αυξάνει τους όγκους χρήματος με διάφορους τρόπους, μέσω του τραπεζικού συστήματος, χωρίς μεγάλο κόστος. Στην πραγματική οικονομία όμως, για να παραχθούν αντικείμενα και αγαθά χρειάζονται μεγάλες ποσότητες υλικών και ενέργειας, τα οποία όλο λιγοστεύουν και ακριβαίνουν .
Αυτό που κάνει ο χρηματιστικός τομέας δεν είναι πραγματική μεγέθυνση, είναι «φούσκα». Δεν μεγαλώνει την πίτα, απλώς τη φουσκώνει: μέσω του δανεισμού προς την πραγματική καπιταλιστική οικονομία αυξάνει μεν τον  όγκο της παραγωγής της, αλλά θα πρέπει παράλληλα να αυξηθεί και η ζήτηση για κατανάλωση αυτού του όγκου των προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτή η αύξηση της κατανάλωσης υπερβαίνει το συνήθως το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα της πλειονότητας των πολιτών που καλούνται να το καταναλώσουν. Υπάρχει λοιπόν ανάγκη για πίστωση και δάνεια προς τα νοικοκυριά και τους καταναλωτές, καθώς και προς τις κυβερνήσεις και τα κράτη για χρηματοδότηση της επιπλέον –πέραν αυτής που επιτρέπουν τα τρέχοντα ετήσια εισοδήματα-ατομικής και κοινωνικής κατανάλωσης. Αλλά με αυτόν τον τρόπο αυτό που καταναλώνεται επιπλέον είναι το μέλλον μας σαν παραγωγών αγαθών. Δανειζόμενοι σαν καταναλωτές, καταναλώνουμε στην ουσία τη μελλοντική προσδοκώμενη παραγωγή μας, σαν παραγωγοί. Οι δανειζόμενοι ( νοικοκυριά, χώρες) είναι υποχρεωμένοι,  από τη μια να συντηρούν το επίπεδο κατανάλωσης που πέτυχαν μέσω του δανεισμού,  αφετέρου να αποπληρώνουν το δάνειο. Πιέζονται επομένως να αυξάνουν στο μέλλον τα εισοδήματά τους, άρα και την παραγωγικότητα/αποδοτικότητα τους. Αυτό οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξάντληση όχι μόνο των παραγωγικών πόρων των απαραίτητων για την αυξανόμενη παραγωγή, αλλά και των ίδιων σαν παραγωγών. Η μελλοντική εξάντληση-έλλειψη είναι και η βάση για τη σημερινή «φούσκα» που δημιουργεί το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.
 Είναι όμως φανερό ότι μειώνονται συνεχώς οι πραγματικές δυνατότητες να συντηρηθεί η διαδικασία αυτή, στο άμεσο μέλλον . Η πραγματική καπιταλιστική οικονομία, που ικανοποιεί την κατανάλωση δε μπορεί να μεγεθύνεται στο διηνεκές, άρα δε θα μπορεί να μεγεθύνεται αντίστοιχα και η κατανάλωση. Ακόμα και όταν την ονομάσει κανείς πράσινη ή αειφορική.
Εξαιτίας αυτής της αξεπέραστης πραγματικότητας έχουμε εξελίξεις και στο πολιτικό επίπεδο: ενώ μέχρι σήμερα οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού απεικονίζονταν ως παρεκκλίσεις από το μοντέλο της ευμάρειας και την κατανάλωσης ή ως σκληρές επιλογές «ακραίων» φιλελεύθερων, τώρα το τέλος των κοινωνιών της αφθονίας αντιμετωπίζεται με ένα κλίμα ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής. Σήμερα οι εξελίξεις δεν αφήνουν περιθώριο για διαιώνιση του κυρίαρχου παραδείγματος της ανάπτυξης-κατανάλωσης- αφθονίας, που επικρατούσε τα τελευταία τριάντα χρόνια( «χρυσή τριακονταετία»). Η νέα κατάσταση «εκτάκτου ανάγκης»( περίοδος συνεχούς κρίσης και διαρκών αναταράξεων και πιθανών κοινωνικών μετασχηματισμών), δε χρειάζεται να στηρίζεται στη συναίνεση της μεσαίας τάξης και στην ιδεολογική συμφωνία των «από κάτω». Δημιουργείται σε παγκόσμιο επίπεδο μια ατμόσφαιρα γενικευμένης κοινωνικής ανασφάλειας και παρατεταμένου φόβου, ξεκινώντας από τον αδύνατο κρίκο της Ν. Ευρώπης και ειδικότερα της Ελλάδας. «Σε αυτό το περιβάλλον απαξιώνεται πλήρως μια σειρά θεμελιωδών θεσμών του κοινοβουλευτικού συστήματος και του φαντασιακού της λαϊκής κυριαρχίας.»[1] Οι αστικοί θεσμοί μπαίνουν σε μια βαθειά κρίση. Αν στο μεταξύ δεν εμφανιστούν ισχυρά κοινωνικά-πολιτικά κινήματα, θα έχουμε μάλλον ως αποτέλεσμα την  επικράτηση αυταρχικών και σκληρών καθεστώτων.
2. Οι σημερινές απαντήσεις στη κρίση, στα πλαίσια του καπιταλισμού:
α) Καπιταλισμός "καζίνο" με: μεταφορά πόρων στους κινητήρες της αέναης "ανάπτυξης", "σοσιαλισμός πλουσίων"(μεταφορά πόρων από τους "απο κάτω" προς τις ελίτ), junkie οικονομία(απαραίτητη όλο και μεγαλύτερη "δόση" χρήματος), δημοσιονομικά χρέη-κρατική κρίση και  κατάσταση «έκτακτης ανάγκης»: το διακύβευμα θα είναι αν θα γίνονται αποδεκτές οι βίαιες αλλαγές ως ο «μονόδρομος» που θα μας βγάλει από την κρίση. Αν θα επικρατήσει πολιτικά η  διαδικασία ολιγαρχικοποίησης των δυτικών κοινωνιών. Αν η διαχείριση του φόβου σε συνδυασμό με την αύξηση της καταστολής και την αναβάθμιση του νομικού συστήματος θα συντελέσει αποφασιστικά στην επικράτηση της κουλτούρα «έκτακτης ανάγκης», όπου θα γίνεται αποδεκτή η άσκηση μιας πολιτικής όχι στο όνομα της βούλησης του λαού,  αλλά στο όνομα της προστασίας του από τους μεγάλους κινδύνους που τον περιτριγυρίζουν(π.χ. η κλιματική αλλαγή με τις επακόλουθες καταστροφές, οι λιμοί και διατροφική κρίση σε πολλές περιοχές του πλανήτη, τα οικονομικά-περιβαλλοντικά ρεύματα μετανάστευσης, οι επιδημίες-πανδημίες και η παγκοσμιοποίηση κάθε ασθένειας, η διάλυση των ασφαλιστικών δομών και των δομών πρόνοιας με την ιδιωτικοποίηση των φυσικών-κοινωνικών αγαθών). Σε συνθήκες οικονομικής φούσκας και οικολογικών ορίων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η φιλελεύθερη άποψη για αποφυγή ενός πολέμου όλων εναντίον όλων παίρνει σάρκα και οστά με την υιοθέτηση μιας αυταρχικότερης μορφής διακυβέρνησης στηριζόμενης στη διαχείριση μιας διαρκούς κατάστασης διάσωσης και επιβίωσης. Είναι πολύ πιθανή η κατάληξη αυτής της διαδικασίας να είναι μια τεχνοφασιστική κοινωνία.
Προς το παρόν αυτή η απάντηση στη κρίση φαίνεται να είναι η  επικρατέστερη, αλλά θα έχουμε στη συνέχεια όξυνση της οικολογικής κρίσης και εκτός από πτωχεύσεις κρατών και τη πτώχευση της "Α.Ε.Γη"
β) Σκανδιναβοποίηση(επιστροφή στη Σοσιαλδημοκρατία και το κράτος πρόνοιας). Μικρή πιθανότητα, γιατί είναι αδύνατη πια η ρύθμιση και ο έλεγχος της οικονομίας-περιβάλλοντος από τα κράτη. Οι κεϋνσιανικές πολιτικές του είδους «το κράτος να ρίξει λεφτά στην αγορά, για να τονωθεί η εγχώρια ζήτηση», πέρα από το ότι σκοντάφτει στις δυνατότητες της εγχώριας παραγωγής κάθε φορά, μετατρέπεται –μέσω της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας- σε πιθανές θέσεις εργασίας αλλού και όχι στο συγκεκριμένο κράτος. Γιατί έχει να κάνει με την ποιότητα της ζήτησης και την πιθανότητα να ικανοποιείται αυτή από προϊόντα που παράγονται αλλού(χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Ελλάδα, όπου η ζήτηση μέχρι τώρα είχε να κάνει με προϊόντα, που στη μεγάλη πλειοψηφία τους παράγονταν στη Β. Ευρώπη). Γενικότερα: αποσυντίθεται πια το πανανθρώπινο όνειρο της αφθονίας πάνω στο οποίο στηριζόταν η σοσιαλδημοκρατία[2].
Η σκέψη για την εξάντληση των πεπερασμένων οικονομικών πόρων είναι ανύπαρκτη στα παραπάνω συμβατικά οικονομικά μοντέλα και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, που δεν αντιμετωπίζουν. Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να αγνοεί μονίμως τους νόμους της φύσης. Αν συνεχίσει να το κάνει, θα καταστρέψει την ίδια τη βάση της ύπαρξης των μελλοντικών γενιών της. Αντίθετα τα παρακάτω μοντέλα παίρνουν σε ένα βαθμό υπόψη τους αυτό το γεγονός.
 
γ) Η «πράσινη βιώσιμη- ανάπτυξη»: ένα μέρος του κεφαλαίου(το "έξυπνο") θα επενδύσει στη βιόσφαιρα και το περιβάλλον και θα μετατραπεί σε "πράσινο", επιδιώκοντας την "πράσινη" ανάπτυξη, σαν κύρια μορφή ανάπτυξης. Δεν είναι μακροπρόθεσμη λύση, αφού ακόμα και με "πράσινη" ανάπτυξη θα απαιτηθούν μεγενθύνσεις πέρα από τις δυνατότητες του πλανήτη(π.χ. μέχρι το 2050 με 9 δισ πληθυσμό, αποφυγή της κλιματικής καταστροφής θα σήμαινε 90% της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, πράγμα αδύνατο αν δεν υπάρξει μείωση της ζήτησής της και "αποανάπτυξη").
δ) Η απάντηση της "αποανάπτυξης" : η αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από 2 βαθμούς θα σημάνει ανεξέλεγκτη κλιματική αλλαγή η οποία θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή στη βιόσφαιρα, γιατί δε θα μπορεί να προσαρμοσθεί στις γρήγορες αλλαγές και στις ακραίες συνθήκες. Αυτό σημαίνει δύσκολη επιβίωση και για την ανθρωπότητα, γιατί πολλές οικονομικές δραστηριότητες δεν θα είναι πια δυνατές και για να μη γίνει αυτό θα πρέπει οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου να μην υπερβούν τους 750 γιγατόνους μέχρι το 2050, δηλαδή για τα επόμενα χρόνια αντιστοιχούν στον κάθε άνθρωπο εκπομπές περίπου 2,3 τόνων το χρόνο. Σήμερα εκπέμπει ενδεικτικά κάθε μέσος: Βορειαμερικάνος 20 τ, Γερμανός 10 τ, Έλληνας 8,7 τ, Κινέζος 4,6 τ, Μπαγκλαντέζος 0,3 τ, Μαλιέζος μόνο 50 κιλά. Τεράστιο πρόβλημα δικαιοσύνης. Πέρα από τη κοινωνική δικαιοσύνη θα πρέπει να υπάρχει και η δικαιοσύνη του οικολογικού αποτυπώματος. Στη δύση-βορά θα πρέπει να υπάρξει μεγάλη απο-ανάπτυξη σε όλους σχεδόν τους τομείς, εκτός από εκείνους όπου έχουμε μηδενικές ή αρνητικές(απορρόφηση) εκπομπές. "Αποανάπτυξη εδώ", "συντήρηση εκεί", "ανάπτυξη παραπέρα", αλλά σε καμιά περίπτωση "ανάπτυξη ή θάνατος". Η τελευταία πρόταση εμπεριέχει -κατά τη γνώμη μου- τη δυνατότητα επιβίωσης των μελλοντικών γενιών, χωρίς να ζήσουν αυτές το λυκόφως της ανθρωπότητας.
Ένα είναι σίγουρο: τη μεγαλύτερη ουτοπία τη προτείνουν τα καπιταλιστικά οικονομικά μοντέλα, είτε με την νεοφιλελεύθερη εκδοχή, είτε με τη σοσιαλδημοκρατική ατζέντα, είτε με τη κρατικοκαπιταλιστική εκδοχή του κεντρικού πλάνου. Γιατί όλα στηρίζονται στο πρόταγμα της συνεχούς «ανάπτυξης», η οποία δεν είναι δυνατή για πολύ ακόμα, όπως αναφέραμε πιο πάνω. Για αυτό και είναι ουτοπία , μεγαλύτερη από κάθε άλλη ουτοπία που έχει προταθεί μέχρι τώρα. Στα πλαίσιά της ο καπιταλισμός δεν έχει διέξοδο. Και αυτό φαίνεται με το πώς διαχειρίζεται τη σημερινή κρίση στην Ευρώπη, ένα από τα προπύργια του δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου, που είχε εποικίσει τη κοινωνική συνείδηση με την ιδεολογία της «ανάπτυξης» πετυχαίνοντας σε μεγάλο βαθμό τη κοινωνική συναίνεση(τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων βασικά). Εφαρμόζει με αρκετή επιτυχία τη λιτότητα για τους «από κάτω». Η Χριστιανοδημοκρατία έχει αντιληφθεί ότι δε μπορεί να διατηρήσει πλέον το υπερκαταναλωτικό μοντέλο και το υψηλό βιοτικό επίπεδο πολυπληθών μεσοστρωμάτων. Μέσω της «λιτότητας»-και ξεκινώντας από τη Ν. Ευρώπη με πειραματόζωο την Ελλάδα- έχει στόχο τη συρρίκνωση των μεσοστρωμάτων. Για να μπορεί τουλάχιστον η ανώτερη κυρίαρχη τάξη και μια μερίδα της «εργατικής αριστοκρατίας»-την οποία έχει ακόμα ανάγκη ιδίως στη β. Ευρώπη-να συνεχίζει στο προηγούμενο μοτίβο κατανάλωσης. Χρειάζεται να προβάλει την ελπίδα για συνέχιση αυτού του μοντέλου για ένα μικρό τουλάχιστον τμήμα του πληθυσμού, ώστε να μπορεί να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση και στη πλειοψηφία ότι «θα έρθουν καλύτερες μέρες» και για αυτήν και θα συμμετάσχει στο «πάρτυ», αρκεί προς το παρόν να κάνει υπομονή και θυσίες. Προφανώς δε θέλει να χάσει τη συναίνεση της μεσαίας τάξης καλλιεργώντας την ελπίδα ότι με την «λιτάκαμψη» θα υπάρξει η δυνατότητα να επανέλθει στις «παλιές καλές μέρες».
3. Η πιθανότητα μετάβασης σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνίαΤο αν η μεσαία τάξη θα συναινεί για μεγάλο ακόμα διάστημα στον καπιταλισμό, ή θα αντιληφθεί σύντομα ότι δεν υπάρχει ελπίδα να περάσει στους «από πάνω», παρά μάλλον στους «από κάτω», θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα διαμορφωθεί η εναλλακτική πρόταση προς τον καπιταλισμό. Το πόσο ελκυστική θα είναι αυτή η πρόταση για μια μετακαπιταλιστική κοινωνία. Δεν αρκεί μόνο να γίνει καθαρό στις μεσαίες τάξεις ότι είναι ουτοπία η γενίκευση του μοντέλου της ανάπτυξης. Θα χρειασθεί η σκιαγράφηση και της ρεαλιστικής εναλλακτικής δυνατότητας, για να αποφασίσει-πριν χρεοκοπήσει η «Α.Ε. Γη»- να πει στοπ στη μέχρι τώρα πορεία της. Και θα είναι αποφασιστικό για το τι θα κάνει η πολυπληθής μεσαία τάξη στις αναπτυγμένες χώρες, γιατί το κυρίαρχο μοντέλο εξουσίας σε αυτές στηριζόταν μέχρι τώρα στη συναίνεσή της. Η μεσαία τάξη έβγαζε εδώ τις μέχρι τώρα κυβερνήσεις, αποδεχόμενη το κοινοβουλευτικό παιγνίδι εξουσίας. Αν δεν πει αντίο στον καπιταλισμό αυτή η τάξη μαζί με τους υπόλοιπους «από κάτω», τότε θα ζήσουμε όλοι μαζί τη δυστοπία ενός τελευταίου μοντέλου κυριαρχίας του καπιταλισμού, που θα επιβληθεί με τη μορφή τεχνοφασιστικού καθεστώτος και θα μας οδηγήσει στα σίγουρα στο τέλος του ταξιδιού της ανθρώπινης ιστορίας.
Είναι λοιπόν επείγον-όσο ποτέ άλλοτε-ένα εναλλακτικό προς τον καπιταλισμό κοινωνικό κίνημα να σκιαγραφήσει ένα ρεαλιστικό εναλλακτικό πρόγραμμα μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία[3]. Από τώρα μπορούμε μόνο να περιγράψουμε καλά το πώς δεν θα είναι καθώς και κάποια γενικά χαρακτηριστικά της. Το πιο βασικά από τα χαρακτηριστικά της: α) η άμεση δημοκρατία( ή δημοκρατία με την κυριολεκτική της έννοια, χωρίς κάποιο επίθετο) όσον αφορά στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές πρακτικές της καθώς και στον τρόπο διακυβέρνησης. β) το μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα[4]
Δεν θα χρειασθεί να δημιουργήσουμε «πολλές Ελλάδες», δηλαδή χώρες των οποίων οι οικονομίες να συρρικνώνονται με τη διαδικασία του σοκ, αλλά μια ήπια μετάβαση προς μια οικονομία και κοινωνία της «αποανάπτυξης-τοπικοποίησης».  Η κρίση, με την απομυθοποίηση και την ιδεολογική κατάρρευση του καπιταλισμού που φέρνει μαζί της, αλλά και τη προώθηση της «φτωχοποίησης» των μεσαίων τάξεων, μπορεί να θέσει σε κίνηση σημαντικές μειοψηφίες-αν όχι πλειοψηφίες- πολιτών παντού(στην αρχή στους «αδύνατους κρίκους» της Ν. Ευρώπης). Αυτές, δημιουργώντας από τώρα -σε μικρογραφία έστω-τους θεσμούς αυτής της κοινωνίας, θα θέσουν τις βάσεις για αυτή την μετάβαση, ξεπερνώντας «στη στροφή» τον ίδιο τον καπιταλισμό(μένει βέβαια ανοιχτό το ζήτημα της πιθανής βίας από τη μεριά του, όταν θα τον «προσπερνάμε»).
Ειδικά για την Ελλάδα, του συγκυριακά πιο «αδύναμου κρίκου» του καπιταλισμού και του «ναυαγού της ανάπτυξης», θα είναι πιο εύκολη αυτή η μετάβαση. Υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος να κατηγορηθεί αυτή η πρόταση μετάβασης ότι με τη ρητορική του «λιγότερου», προτείνει την «πτώχευση της κοινωνίας». Ότι θέλει να «χρυσώσει το χάπι» για τους «νεόπτωχους» για να υπάρξει από τη μεριά τους συναίνεση. Να μετατρέψει τον σημερινό καταναγκασμό τους σε δική τους επιλογή. Αλλά αυτή η κατηγορία θα μπορεί να βρει ερείσματα στην κοινωνία μόνο, αν δεν διακηρυχθεί ρητά και αν δεν επιδιωχθεί πρακτικά, το ξεπέρασμα των καπιταλιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα. Και δεν προετοιμασθεί ταυτόχρονα για κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς.
Το πρώτο βήμα που είναι απαραίτητο να γίνει, ώστε αυτή η μετάβαση να είναι εθελοντική και να μη επιβληθεί από ένα τεχνοφασιστικό-σε εξέλιξη- σύστημα, είναι η «αποαποικιοποίηση» της κοινωνικής συνείδησης από την ιδεολογία της ανάπτυξης. Να αναπτυχθεί ένας  «αποαναπτυξιακός» τρόπος σκέψης που θα προωθήσει τη μείωση πάντα της μη οικολογικής κατανάλωσης και την  οργάνωση του «λιγότερου» με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο. Διότι μόνο αν τουλάχιστον οι αναπτυγμένες χώρες δαπανούν λιγότερο, θα μπορούσε να εξασφαλισθεί η συνέχιση της ζωής των επόμενων γενιών.
Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει: οι άνθρωποι στις πλούσιες χώρες-όπου συγκριτικά ανήκει και η δική μας- να αγοράζουν λιγότερα νέα πράγματα και να προτιμούν να χρησιμοποιούν τα παλιά για περισσότερο χρόνο, επισκευάζοντάς τα, μάλιστα θα ήταν καλύτερα αν το έκαναν και μόνοι τους. Με σφυρί και κατσαβίδι μπορούμε ευκολότερα να περάσουμε στο μέλλον και να αντιληφθούμε ότι το λιγότερο μπορεί να είναι καλύτερο. Ιδίως αν  ταυτόχρονα κάνουμε ανακατανομή πόρων και εξουσίας καθώς και οικολογικοποίηση του καταναλωτικού μοντέλου.
Αυτό θα είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο αν δημιουργηθεί ένα κίνημα των «από κάτω» της ελληνικής κοινωνίας, που θα αποφασίσει ότι «δεν θέλουμε να μας σώσουν οι αναπτυξιολάγνοι  δανειστές, τραπεζίτες, επενδυτές κ.λπ, με το πολιτικό προσωπικό τους. Δεν τους χρωστάμε, δεν τους πουλάμε, δεν τους πληρώνουμε! Έπαιξαν στο καζίνο τους και έχασαν!».
Θα σωθούμε μόνοι μας! Θα ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα, παράγοντάς τα με τις δυνάμεις μας και τους δικούς μας πόρους, στηριζόμενοι περισσότερο στα συλλογικά αγαθά, με καλύτερη ποιότητα και δίκαιες ανταλλαγές. Αρκεί να είναι επιλογή μας ο αντικαταναλωτισμός, η κοινωνική αλληλεγγύη, η ισοκατανομή και η κοινωνική και περιβαλλοντική μέριμνα. Τότε δεν θα χρειασθούμε τα λεφτά τους και τις «δόσεις» τους και δεν θα μας επιβάλουν οι «σωτήρες» την «φτωχοποίησή» μας. Γιατί θα επιλέξουμε-όχι ηττημένοι-τη μελλοντική μας ευζωία, μέσα από την εγκράτεια στην ατομική κατανάλωση και τη στήριξη στην αφθονία των συλλογικών αγαθών.
4) Το πλαίσιο της μετάβασης:
i. Υπάρχει ένα κίνημα "εξόδου"(Austeiger) τα τελευταία 20 χρόνια, σε παγκόσμιο επίπεδο: στην Αυστραλία π.χ. το 20-30% του πληθυσμού παρατά ό,τι έκανε μέχρι εκείνη τη στιγμή για χάρη μιας καλύτερης ποιότητας ζωής, έξω από το κυρίαρχο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης.
ii. Υπάρχει ένα κίνημα που δημιουργεί στη δύση-βορά δομές κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, η οποία διέπεται όχι από τον ανταγωνισμό, αλλά από τις αρχές της αμοιβαιότητας, συνεργατικότητας και εμπιστοσύνης.
iii. Υπάρχει το Κίνημα ενάντια στη "νεοφιλελεύθερη" παγκοσμιοποίηση, που σήμερα στρέφεται ενάντια στην αλλαγή του κλίματος("Να αλλάξουμε το σύστημα και όχι το κλίμα")
iv. Υπάρχει γενικότερα απομυθοποίηση του "τουρμποκαπιταλισμού", που στη σημερινή κρίση μετατρέπεται σε έντονη αμφισβητησή του. Από παγκόσμια δημοσκόπηση του BBC(2009): μόλις 11% θεωρεί ότι ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός λειτουργεί σωστά, ενώ διπλάσιο ποσοστό(23%) πιστεύει ότι είναι αδύνατη η βελτίωσή του και ότι είναι απαραίτητο ένα νέο κοινωνικοοικονομικό μοντέλο, πράγμα που αποτελεί σημαντική βάση(κρίσιμος αριθμός) για τη προσπάθεια δημιουργίας του.
5. Η στρατηγική της τοπικοποίησης:Από τον κύκλο του άνθρακα βλέπουμε ότι όχι μόνο θα πρέπει να σταματήσουμε να μεταφέρουμε άνθρακα από τη Λιθόσφαιρα στην Ατμόσφαιρα, όπου δημιουργείται η περίσσεια του διοξειδίου(άρα αποανάπτυξη στους περισσότερους σημερινούς τομείς), αλλά θα πρέπει να μεταφέρουμε αυτή τη περίσσεια, που δημιουργεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου, στο έδαφος μέσω της βλάστησης και των καλλιεργειών(φωτοσύνθεση: μετατρέπει το CO2 της ατμόσφαιρας σε υδατάνθρακες).
Ανάπτυξη λοιπόν θα πρέπει να πετύχουμε στους εξής τομείς: άγρια βλάστηση-επιστροφή εκτάσεων στην άγρια φύση-αποκατάσταση ερημοποιημένων εκτάσεων μέσω αναβλάστησης-σωστή διαχείριση δασών-αποκατάσταση ελών και βιοτόπων(απορροφούν διπλάσιο CO2 από τα δάση στα μεσαία πλάτη).
Αλλά το βασικότερο θα είναι η ανάπτυξη της αγροτο-οικογεωργίας: με αυτή, ενώ θα σταματούσαμε τις εκπομπές της μηχανοποιημένης χημικής γεωργίας(υπεύθυνες για το 1/3 του θερμοκηπίου), θα αποκαταστούσαμε και πάλι στα καλλιεργούμενα εδάφη την οργανική ύλη. Έτσι μέχρι το 2050 θα μπορούσαμε να απορροφήσουμε τα 2/3 της σημερινής περίσσειας του CO2 της ατμόσφαιρας, ενώ θα είχαμε και περισσότερα και ποιοτικά ανώτερα προϊόντα διατροφής.
Για να γίνει όμως αυτό δυνατό και να έχουμε σαν αποτέλεσμα ένα υγιέστερο πλανήτη με βελτίωση των εδαφών, του αέρα, των νερών, μια καλύτερη ποιοτικά ζωή και μια δικαιότερη κοινωνία θα πρέπει να στηριχθούμε στη δυναμική των κοινοτήτων, και ιδιαίτερα των αγροτικών, στους μικροαγρότες, μικροπαραγωγούς, στα τοπικά κοινοτικά-δημοτικά δίκτυα παραγωγής-διανομής-κατανάλωσης, στη μικρή ελεγχόμενη τοπική αγορά, σε αντιπαράθεση με τα μεγασυστήματα των εταιρειών και του κράτους. Θα χρειασθεί να δημιουργήσουμε την αποκεντρωμένη-τοπικοποιημένη κοινωνία της ισοκατανομής, με κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα. Που θα στηρίζεται στην άμεση δημοκρατία και στον συνομοσπονδιακό κοινοτισμό(ομοσπονδίες δήμων-συνομοσπονδίες περιφερειών-ομοσπονδίες εθνών). Με τη στρατηγική της τοπικοποίησης μπορούμε να περάσουμε σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία εφαρμόζοντας και θεσμοθετώντας την άμεση δημοκρατία και σαν μορφή αυτοδιακυβέρνησης.

6.Η άμεση δημοκρατία και η επανατοπικοποιημένη ελληνική κοινωνία
Σήμερα, το συγκεντρωτικό ελληνικό αστικό κράτος- στα πλαίσια της συγκεντρωτικής Ε.Ε. και της θέσης που έχει στον παγκοσμιοποιημένο μοντέλο ανάπτυξης(«ναυαγός» αυτής της ανάπτυξης) έχει συγκεντρώσει σχεδόν τα ¾  του πληθυσμού στην Αττική. Είναι ο «αδύνατος κρίκος» χτυπημένο από τη κρίση των χρεών του και έχει μπει σε ένα βαθύτατο και αξεπέραστο αδιέξοδο.
Χάνει κάθε δυνατότητα κοινωνικής προστασίας προς τους υπηκόους του, λόγω των αρπακτικών βλέψεων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και γιατί είναι στα χέρια μιας ντόπιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ, που έχει ταυτισθεί με τα συμφέροντα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ελίτ. Παρεμβαίνει κατασταλτικά υπέρ της. Χάνει έτσι κάθε πρόσχημα για συναίνεση των πολιτών που βρίσκονται «από κάτω». Με την αντισυνταγματική επιβολή των πολιτικών των «μνημονίων» από την τρόικα, που ήρθε για να μείνει επ` αόριστον, ανεξάρτητα από το τι κυβερνήσεις θα αναδεικνύονται τα επόμενα χρόνια από τις εκλογές[5], θα δώσει τη δυνατότητα σε μεγάλες κοινωνικές πλειοψηφίες της ελληνικής κοινωνίας(μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και τα μεσοστρώματά της που περνούν στους «απο κάτω») να στραφούν σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.
Η απομυθοποίηση του συγκεντρωτικού κεντρικού κράτους και του κομματικού αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης θα φέρει στο προσκήνιο την αναγκαιότητα για τη θέσμιση ενός καινούργιου «κοινωνικού συμβολαίου» για την ελληνική κοινωνία, αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει σαν τέτοια. Αυτό το «συμβόλαιο» θα αφορά και τη μορφή του κράτους και τον τρόπο διακυβέρνησής του. Δεν θα μπορεί να είναι και πάλι συγκεντρωτικό και κεντρικό το κράτος, ούτε και οι πολίτες του συγκεντρωμένοι στο Λεκανοπέδιο, αλλά και ούτε να κυβερνούνται μέσω του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος.
Θα χρειασθεί να θεσμισθεί ένα αποκεντρωμένο κράτος με βάση την αυτοδιοίκηση, μια «επανατοπικοποιημένη» κοινωνία με κύτταρο την κοινότητα - δήμο σε ισορροπία με το φυσικό περιβάλλον, ένας τρόπος διακυβέρνησης  με άμεση δημοκρατία.
Η στρατηγική για την αναζωογόνηση της ελληνικής κοινωνίας ξεκινώντας από το τοπικό επίπεδο με εγκαθίδρυση δομών άμεσης δημοκρατίας στην οικονομία, στις κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις, καθώς και στο πολιτικό επίπεδο, μπορεί να αποδειχθεί ίσως η μόνη στρατηγική που μπορεί να μας βγάλει από τα σημερινά αδιέξοδα, δίχως να αναγκαστούμε να θυσιάσουμε όσα στοιχεία ισότητας, δημοκρατίας και δικαιοσύνης έχουν απομείνει.
Τούτο όμως είναι εφικτό μόνον αν επικρατήσει μια συνθετική λογική, μιας λογική που αρνείται τους αποκλεισμούς και την απαξίωση οποιασδήποτε ταυτότητας και συλλογικού υποκειμένου. Μια λογική που συναινεί στην οικοδόμηση θεσμών σε όλα τα επίπεδα, δίνοντας προτεραιότητα σε αυτούς που είναι πιο «εδαφικοποιημένοι» και άρα επιτρέπουν περισσότερη δημοκρατία και περισσότερο έλεγχο της κοινωνίας. Που συμβάλει στη δημιουργία χώρων θετικής κοινωνικοποίησης, στη βάση τοπικών δραστηριοτήτων και των σχέσεων συνεύρεσης των κατοίκων των τοπικών κοινωνιών(π.χ. επανασύσταση των γειτονιών με τη μορφή συνελεύσεων, όχι μόνο σαν όργανα αγώνα, αλλά κυρίως σαν όργανα εξουσίας. Να αποτελέσουν μόνιμες δομές που προσπαθούν και σκοπεύουν στην άσκηση τοπικής εξουσίας και διαμόρφωσης της πολιτικής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση[6]). Μια λογική που «σκεφτόμενη παγκόσμια, επιδρά τοπικά» και θεωρεί ότι η τοπικοποίηση της παραγωγής, η μείωση των εμπορευματικών μεταφορών, η ανάσχεση της «ανάπτυξης», αποτελούν τη μόνη διέξοδο από την οικολογική κρίση που απειλεί την ίδια τη ζωή στον πλανήτη. Που θεωρεί ότι η αναστροφή των κυρίαρχων τάσεων της μεγέθυνσης καθίσταται όρος της επιβίωσής μας.
Κατά συνέπεια, η ελληνική κοινωνία για να συνεχίσει να υπάρχει στις παρούσες και μελλοντικές συνθήκες, είναι υποχρεωμένη να αλλάξει όχι απλώς μορφή, αλλά να εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση.
Αν στην αρχαιότητα η δομή της ήταν πολεοκεντρική και φυλετική, αν στη συνέχεια ήταν οικουμενική –από την εποχή του Αλεξάνδρου μέχρι το ύστερο Βυζάντιο– και στη συνέχεια, μετά την Επανάσταση του 1921 επικεντρώθηκε στο έθνος-κράτος, σήμερα μπαίνουμε σε μια νέα εποχή.
Σε αυτή την κατεύθυνση, ο κοινοτισμός και η τοπικοποίηση μπορούν να αποβούν το πιο σημαντικό εργαλείο στην προσπάθειά μας να επινοήσουμε μορφές εθνικής κυριαρχίας, οι οποίες θα υπερβαίνουν το κυριότερο πρόβλημα του έθνους-κράτους, τη συγκεντρωτική, γραφειοκρατική και κατασταλτική του φύση. Και από την άλλη, είναι εξίσου σίγουρο ότι θα χρειαστούν, όσο οτιδήποτε άλλο, μορφές προστασίας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Αυτό που καλούμαστε να κάνουμε είναι να αντιστρέψουμε τη σημερινή πυραμίδα της παγκοσμιοποίησης, να ξαναστήσουμε τις κοινωνίες στα πόδια τους και να στέκονται καλά στο «συγκεκριμένο έδαφος», με το κεφάλι όμως να βρίσκεται επάνω(να σκέφτεται παγκόσμια) και όχι στο έδαφος.
Μπορούμε να αρχίσουμε να αλλάζουμε τα πράγματα στις δομές του περιφερειακού κράτους-που είναι πιο εύκολο να παρέμβουμε από ότι στο κεντρικό κράτος-μετατρέποντας τις σημερινούς ΟΤΑ του «Καλλικράτη» σε όργανα προώθησης αυτής της αντιστροφής(από τη μέχρι τώρα δράση του κινήματος της αντίστασης και ανυπακοής φαίνεται ότι και η αποκεντρωμένη δράση βοηθάει περισσότερο από ότι η κεντρική δράση στη πλατεία Συντάγματος π.χ.-βλέπε καταλήψεις δήμων και περιφερειών).
Προτεραιότητα στο τοπικό(κοινότητα-δήμο), σύνδεση σε περιφερειακό(ομοσπονδία δήμων) και εθνικό(συνομοσπονδία περιφερειών), προστασία της επικράτειας από τη συνομοσπονδία, προοπτική στο υπερεθνικό και το παγκόσμιο(«κοινότητα προσώπων-έθνος κοινοτήτων-κοινότητα εθνών).
Κάπως έτσι υπάρχει και η προοπτική να ξεφύγουμε πιο εύκολα από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, που μας οδηγεί πια σε κοινωνικές και οικολογικές καταστοφές, αβίωτες ιδίως για τις νέες γενιές. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από τη χώρα μας, τη χώρα του «αδύναμου κρίκου» του και του «ναυαγού» της παγκόσμιας τρικυμίας. Σαν ναυαγοί της ανάπτυξης δε θα πρέπει να φοβόμαστε από την «αποανάπτυξη», αρκεί να στηριχθούμε στο κεφάλι και τα χέρια μας, ώστε να δημιουργήσουμε σε άλλη βάση τις συνθήκες της φυσικής και κοινωνικής μας ύπαρξης.
Και επειδή βρισκόμαστε σε μια ιστορική περίοδο, όπου όλο και θα πληθαίνουν οι «ναυαγοί», μπορούμε να δώσουμε και το παράδειγμα.
 
7. Η οικονομία της μετάβασης
Στη συνέχεια θα ασχοληθoύμε περισσότερο με την οικονομική βάση της μετάβασης σε μια τέτοια κοινωνία. Η κατεύθυνση της οικονομίας της μετάβασης θα χαρακτηρίζεται από την έννοια  της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης(την αντιθετική της «ανάπτυξης»-μεγέθυνσης). Αυτό θα σημαίνει ότι αντί να παράγει περισσότερα, θα χρειασθεί να παράγει καλύτερα. Θα χρησιμοποιεί κυρίως πόρους, τους οποίους μπορεί να τους αναπαραγάγει πάλι η ίδια ή η φύση. Αυτούς που λέμε ανανεώσιμους, ώστε να είναι μια οικονομία ενταγμένη αρμονικά στο γενικότερο πλανητικό σύστημα, σε αρμονία με τη φύση. Όπου η οικονομική δραστηριότητα είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά επιζήμια θα υπάρχει αποανάπτυξη, όπου είναι ουδέτερη θα έχουμε συντήρηση, και όπου κοινωνικά και περιβαλλοντικά επωφελής θα επιδιώκουμε την παραπέρα ανάπτυξη. Το βασικό κριτήριο για αυτό θα είναι το οικολογικό αποτύπωμα στο οποίο αναφερθήκαμε και πιο πάνω. Βασικός στόχος η ικανοποίηση των βιοτικών και κοινωνικών αναγκών με κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογική ασφάλεια
Μια τέτοια οικονομία δεν είναι σε καμιά περίπτωση βαρετή ή μη παραγωγική. Γιατί και στα πλαίσιά της θα αντικαθίσταται το παλιό με το καινούργιο, δηλαδή η παλιά βιομηχανία-τεχνολογία με νέες τέτοιες, πιο ήπιες και έξυπνες. Μόνο η οικονομία σαν σύνολο δεν θα αυξάνεται πλέον συνέχεια.


8.Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας
Μέχρι τώρα η καπιταλιστική οικονομία[7] στηρίζεται σε δύο βασικούς τομείς. 1) Στον κρατικό τομέα με τη μορφή του «κράτους επιχειρηματία»-που στη φάση της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού υποχωρεί υπέρ της ιδιωτικοποίησης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων-ή τη μορφή του «κράτους πρόνοιας»-που και αυτό υποχωρεί είτε αυτοκαταργώντας τον εαυτό του είτε ιδιωτικοποιώντας τις κοινωνικές υπηρεσίες. 2)Στον ιδιωτικό τομέα με τον εταιρικό τρόπο του «επιχειρείν». Αυτός ο τομέας έχει διογκωθεί τόσο που στη φάση της παγκοσμιοποίησης έχουμε σαν αποτέλεσμα  147 μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ οι 1318 (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι 147) το 80% (Μελέτη από το  Ελβετικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης)
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος τομέας- μεταξύ του κρατικού και του ιδιωτικού - που έχει αναπτυχθεί σήμερα, και τον συναντούμε με πολλά ονόματα: κοινωνική οικονομία, αλληλέγγυα οικονομία, ηθική οικονομία, τρίτος τομέας, λαϊκή οικονομία, κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία κ.α. Η φαινομενική σύγχυση γύρω από τον ορισμό, προκύπτει κυρίως γιατί αντανακλά μια έντονη εσωτερική διαμάχη για τη νοηματοδότηση και την εξέλιξη του φαινομένου. Σε αυτή την εξέλιξη συμμετέχει και δρα ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και πολιτικών υποκείμενων, από μικρές ομάδες γειτονιάς και κοινωνικά κινήματα μέχρι συνεταιρισμοί, πολυμετοχικές επιχειρήσεις και συνεταιριστικοί πιστωτικοί οργανισμοί[8]. Ως αποτέλεσμα, ενώ οι λόγοι που αρθρώνονται και οι πρακτικές που υιοθετούνται κάποιες φορές συγκλίνουν, συχνά αποδεικνύονται ασύμβατοι, ακόμη και αντιθετικοί, οδηγώντας σε αποκλίνοντα μονοπάτια.
Στον ελλαδικό χώρο, έχουν επικρατήσει δύο βασικά όροι: είτε ο θεσμικός όρος «κοινωνική οικονομία» (ήδη έχει ψηφισθεί και εφαρμόζεται διστακτικά ακόμα από τη Κυβέρνηση ο νόμος 4039), είτε ο όρος «αλληλέγγυα οικονομία» από μια πληθώρα πρωτοβουλιών βάσης. Το θέμα δεν είναι δεδομένο και αντικειμενικό. Πρόκειται για όρους και πρακτικές υπό διαμόρφωση και το σημαντικό είναι να περιγράψουμε ποια χαρακτηριστικά θέλουμε να πάρει αυτή η οικονομία, ώστε να γίνει και η οικονομία μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία.
Καταρχήν καλύτερα είναι να δεχθούμε τον συμπτυγμένο όρο «κοινωνική, συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία». Αυτός συνδυάζει και τα δύο κύρια ρεύματα πρακτικής που υπάρχουν: της συμπληρωματικότητας ως προς την καπιταλιστική οικονομία και της υπέρβασής της με τη δυναμική που εμπεριέχει ο όρος της ουσιαστικής κοινωνικής αλληλεγγύης(όχι με τα χαρακτηριστικά της «φιλανθρωπίας» βέβαια που προσπαθούν να της δώσουν καθεστωτικοί μηχανισμοί)
 Πεδίο οικονομικής δράσης:
  • «αποκατάσταση ζημιών» και υπηρεσίες πρόνοιας,
  • διατροφή - διακίνησή της,
  • εφοδιασμός σε νερό και ενέργεια,
  • διαχείριση δασών και θάλασσας,
  • διαχείριση σκουπιδιών-αποβλήτων ,
  • μετακίνηση-μεταφορές, 
  • ραδιο-τηλε-συχνότητες,
  • παραγωγή και μετάδοση γνώσης-ήπια τεχνολογία-εκπαίδευση, υγεία κ.λπ,
  • αλλά και το σύνολο της οικονομικής ζωής, χρηματικής ή μη(π.χ. πίστωση).
Χαρακτηριστικά της:
  • Αρχική διασύνδεση με  αγορά, αλλά προτεραιότητα στη σταδιακή αποσύνδεση - ανάπτυξη εναλλακτικών διασυνδέσεων με κατανάλωση.
  • Ποικίλη κλίμακα και εσωτερική οργάνωση. Επιθυμητό το μικρό έως μεσαίο μέγεθος μονάδων. Αποφεύγεται: η μεγάλη κλίμακα  καθώς και η κάθετη οργάνωση.
  • Μορφή επιχείρησης: κοινωνικής βάσης (πολυμετοχική) ή συνεταιριστική ή συνεργατική.
  •   Έμφαση στην τοπικότητα, στη συμμετοχική και δημοκρατική λειτουργία.
  • Απόρριψη «μεγιστοποίησης» κέρδους. Μέτρο επιτυχίας η συμβολή στη συλλογική-κοινωνική ευημερία-ευζωία
  • Συνέργειες -διασύνδεση μονάδων, φορέων, δικτύων και  κοινωνικών κινημάτων.
  • Διαφάνεια των στόχων- κοινωνικοπολιτική κριτική τους
  • Κοινωνική αναγκαιότητα οικονομικών δραστηριοτήτων (οικονομία αναγκών) με κοινωνική ασφάλεια και υπευθυνότητα
  • Πλεονάσματα για κοινωνικούς σκοπούς
  • «κοινωνική- κοινοτική-συλλογική» ιδιοκτησία -χρήση των μέσων παραγωγής
  • «Όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του».
  • Δημιουργική- ισότιμη εργασία με σύγκλιση χειρωνακτικής-πνευματικής και συνεργατικές σχέσεις, αυτοδιαχείριση και συν-απόφαση στους χώρους εργασίας, παιδαγωγική λειτουργία
  • Εισόδημα να δημιουργεί μόνο η εργασία! Σωστή κατανομή της αναγκαίας κοινωνικά εργασίας-χρονική μείωση της εργασίας που αντιστοιχεί στον καθένα. Εξίσωση μισθών εισοδημάτων.
  • Διαφοροποιήσεις στο εισόδημα: ηθελημένη επιπλέον εργασία. Όρια μεταξύ κατώτερης και ανώτερης αμοιβής-εισοδηματικό πλαφόν.
  • Αλληλεγγύη προς τις «επηρεαζόμενες» από την οικονομική δραστηριότητα κοινωνικές ομάδες και άλλα είδη ζωής.
  • Οικολογική βιωσιμότητα και μικρές αποστάσεις («οικονομία της εγγύτητας»).
  • Στήριξη στους τοπικούς φυσικούς παραγωγικούς πόρους και ενέργεια. Όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτοδυναμία των περιοχών. Δίκαιες ανταλλαγές μεταξύ περιοχών.
  • Σύνδεση με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της μετάβασης σε έναν μετακαπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό.
  • Το κοινωνικά αποδεκτό «συλλογικό- κοινωνικό όφελος», αποτέλεσμα  γενικότερης αμεσοδημοκρατικής συζήτησης και συμφωνίας(νέο κοινωνικό συμβόλαιο)
  • Ηθελημένη εξισωτική ατομική ολιγάρκεια στα πλαίσια της συλλογικής αφθονίας και της ελευθερίας, με  ανάπτυξη κουλτούρας αυτοπεριορισμού, υπευθυνότητας και συναίσθησης των ορίων.
  • Όλα τα εγχειρήματά της θα έχουν και το ρόλο του να  διαμορφώνουν και να εκπαιδεύουν τους συμμετέχοντες σε αυτά, ώστε και μέσα από αυτά να αναδεικνύεται και ο απαιτούμενος νέος ανθρωπολογικός τύπος, ο απαραίτητος για τη θέσπιση της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνίας της μετάβασης. Πραγματικά αυτός  ο νέος τύπος δε θα προέλθει «από το πουθενά» και ξαφνικά, αλλά θα είναι ταυτόχρονα δημιουργός και διαμορφωτής αυτών εγχειρημάτων
 
9. Ο  ανθρωπολογικός τύπος της μετάβασης Ο μετανεωτερικός άνθρωπος των καταναλωτικών κοινωνιών του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, έχει μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε ένα μονοδιάστατο οικονομικό άτομο με κυρίαρχη συνείδηση του ιδιώτη-καταναλωτή. Η ιδιότητα του πολίτη έχει εκχωρηθεί στους επαγγελματίες της πολιτικής, στα πλαίσια του κομματικού συστήματος και της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης. Με τον όρο «ιδιώτης» εννοούμε την επικράτηση του ιδιωτικού συμφέροντος, με τον όρο «πολίτης» την επιδίωξη του γενικού συμφέροντος της «πόλεως». Έτσι το ιδιωτικό συμφέρον υπερτερεί του γενικού, ενώ το γενικό μέσω της δύναμης των ΜΜΕ ταυτίζεται με το συμφέρον της κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Η μετατροπή του συμφέροντος του κυρίαρχου σε γενικό, στηρίχθηκε στην «εισβολή» των ΜΜΕ στον «ιδιωτικό» χώρο και δεν έχει γίνει αντιληπτό, ότι αυτό είναι μια αντίφαση σε σχέση με την κυρίαρχη αξία του «ιδιωτικού». Το κυρίαρχο πολιτικό πρόβλημα λοιπόν που υπάρχει είναι το πώς μπορούμε να συνθέσουμε τις δύο πλευρές του ατόμου-του «ιδιώτη» και του «πολίτη»-σε ένα ενιαίο «πρόσωπο». Πως μπορούμε να θέσουμε σε κίνηση την πλειοψηφία των πολιτών που παραμένει πολιτικά απαθής.
Ένας τρόπος που προτείνουμε: μικρός στην αρχή, αλλά κρίσιμος στη συνέχεια αριθμός σημερινών ανθρώπων, με τα χαρακτηριστικά των ολόπλευρων-προσώπων που έχουν απορρίψει τα επίκτητα χαρακτηριστικά του «μαζικού» ανθρώπου-καταναλωτή -ιδιώτη, να αποτελέσουν «σχολή» μέσα από το παράδειγμα και την επιλογή τους.  Να βάλουν τις βάσεις ενός κοινωνικού κινήματος που θα δημιουργεί ευνοϊκές για τον νέο ανθρωπολογικό τύπο οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικές δομές. Μέσα από αυτές τις δομές να συναντηθούν με τις ανάγκες μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων, ώστε να γενικεύονται τα επιθυμητά χαρακτηριστικά των προσώπων και της ομάδας.
Το ελάχιστο που θα χρειασθεί να γίνει: να σκιαγραφήσουμε αυτόν τον νέο τύπο(όχι φυσικά να τον προσχεδιάσουμε σαν μηχανικοί ή τεχνοκράτες), και να οργανώσουμε μια πλατειά συζήτηση πάνω σε αυτό στα πλαίσια του κινήματος.  Για παράδειγμα θα έχει απορρίψει τα χαρακτηριστικά του εγωιστή, του άπληστου, του μοναχικού, νευρωτικού, αγχώδη, ανεύθυνου, φοβικού και φοβισμένου, του ανταγωνιστικού, επιθετικού, ενεργοβόρου, καριερίστα,  αμοραλιστή κ.λπ καταρχήν. Στη συνέχεια θα αποκτά κάποια άλλα χαρακτηριστικά όπως π.χ. της συμμετοχικότητας –συνέργειας- αλληλεγγύης, της αγάπης, του  σεβασμού προς όλα τα είδη ζωής, της αλληλοεκτίμησης- ανεκτικότητας του διπλανού, της επιδίωξης της  ελευθερίας σκέψης και έκφρασης, της επιδίωξης της αυτοπραγμάτωσης  με ανάπτυξη όλων των εν δυνάμει δεξιοτήτων του, της επιδίωξης της οικουμενικότητας των ιδεών και της ευζωίας μέσα από τη λιτότητα και τη συλλογική αφθονία, καθώς και της ισονομίας- αυτοεκπροσώπησης, της επιδίωξης της κυριολεκτικής άμεσης δημοκρατίας  με απόκτηση της ιδιότητας του ενεργού πολίτη.
Ο ιδιαίτερος ανθρωπολογικός τύπος του «νεοέλληνα», δηλαδή της ιδιώτευσης-βολέματος, της απάθειας- «ωχαδερφισμού», της συναλλαγής-πελατιακών σχέσεων, της αλλοτρίωσης κ.λπ., θα είναι ένα επιπλέον μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε
 


[1] Βλέπε: το τέλος της αφθονίας, συλλογικό κείμενο της πολιτικής ομάδας για την αυτονομία…

[2] Χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα στην Ελλάδα, όπου το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε στη κυβέρνηση το 2009 με σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, αλλά εφάρμοσε υπερφιλελεύθερο πρόγραμμα υπέρ των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων(την κορωνίδα του καπιταλισμού "καζίνο"), ενώ το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου έχει αποδεχθεί πλήρως το πρόγραμμα της νεοφιλελεύθερης λιτότητας και συρρικνώνεται.
 

[3] Την αποκαλούμε μετακαπιταλιστική γιατί η ακριβής μορφή της θα πρέπει να δημιουργηθεί από τα κάτω, από τους ίδιους τους «από κάτω».

[4] Ο όρος «οικολογικό αποτύπωμα» είναι ένας δείκτης και συνδέεται με το βαθμό-ρυθμό που οι άνθρωποι καταναλώνουν τους πόρους της Γης και εκφράζεται σε έκταση παραγωγικής γης, η οποία χρειάζεται γι αυτό
 

[5] Ακόμα και μια «κυβέρνηση της αριστεράς», από τη στιγμή που δεν θα αποφασίσει να βγάλει μια και καλή τη χώρα από τον φαύλο κύκλο του δανεισμού και της κατανάλωσης, αποβλέποντας ακόμα σε μια κοινωνία της αφθονίας, έστω και αν θα προβάλει το επιχείρημα της δίκαιης κατανομής αυτής της αφθονίας, δεν θα ξεφύγει από την προοπτική της γενικότερης επιλογής του καπιταλισμού που περιγράψαμε πιο πάνω.

[6] Βλέπε: «Ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ως μοχλός κινητοποίησης των πολιτών», στο βιβλίο μας Τοπικοποίηση, σελ. 77-78

[7] Ακόμα και η οικονομία της Κίνας έχει ενταχθεί ομαλά στα πλαίσια της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, παρότι μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν «κρατικό καπιταλισμό».

[8] Ο τομέας αυτός από άποψη όγκου αποτελεί τη  10η οικονομία στον κόσμο (σύμφωνα με τον Παγκόσμιο  Οργανισμό εργασίας: έχει 1δισ μέλη, 100.000.000 θέσεις εργασίας, αντεπεξέρχεται καλύτερα στην κρίση: π.χ. οι 300 μεγαλύτεροι συνεταιρισμοί αύξησαν τον κύκλο εργασιών από 1,1 τρισ δολ. το 2008 σε 1,6 τρισ το 2011)
 
 
0 Comments

Κοινοτικοποίηση: Η οικονομία ως ιδιοκτησία των κοινοτήτων*

24/9/2014

1 Comment

 
Murray Bookchin

  Στο άρθρο μου «Θέσεις για τον ελευθεριακό κοινοτισμό" έκφρασα την άποψη ότι, μαζί με οποιαδήποτε αντικουλτούρα που υπάρχει παράλληλα με την κυρίαρχη κουλτούρα, θα πρέπει επίσης να αναπτυχθούν αντι-θεσμοί απέναντι των επικρατούντων υφιστάμενων θεσμών, έτσι ώστε να μπορεί να συσταθεί μία δύναμη εξουσίας, αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή και προερχόμενη από τους πολίτες του δήμου, η οποία θα αποκτήσει τον έλεγχο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τον  οποίο έλεγχο εξακολουθεί προς το παρόν να κρατά για τον εαυτό του το συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό εθνικό κράτος.

Για ένα μεγάλο μέρος του 19ου και σχεδόν το μισό του 20ου αιώνα, οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες είχαν βάση τα εργοστάσια, που ήταν επί μακρόν το κέντρο μιας προερχόμενης από το λαό εξουσίας. Εκεί έλαβαν χώρα οι αγώνες μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Η αντιμετώπιση του εργοστασίου σαν τόπου όπου έμπαινε το ζήτημα της εξουσίας, βασιζόταν  στην άποψη ότι η βιομηχανική εργατική τάξη ήταν η ηγεμονική εκπρόσωπος για μια ριζική κοινωνική αλλαγή και ότι ήταν αυτή που θα «ανέτρεπε» τον καπιταλισμό, "οδηγημένη" από τα δικά της ταξικά συμφέροντα- για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του ριζοσπαστισμού εκείνης της εποχής- ως επί το πλείστον μέσα από τις ένοπλες εξεγέρσεις και τις επαναστατικές γενικές απεργίες. Στη συνέχεια, θα δημιουργούσε το δικό της σύστημα κοινωνικής διοίκησης - είτε με τη μορφή ενός εργατικού κράτους (Μαρξισμός) ή με τη μορφή των ομοσπονδιακών εργοστασιακών συμβουλίων (αναρχο-συνδικαλισμός).

Κοιτάζοντας σήμερα προς τα πίσω στην ιστορία, μπορεί να καταλάβει ότι ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος του 1936-1939, ήταν η τελευταία ιστορική προσπάθεια μιας κατά τα φαινόμενα επαναστατικής ευρωπαϊκής εργατικής τάξης,  να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο. Στα 50 χρόνια που έχουν περάσει από τότε (σχεδόν μέχρι το μήνα που γράφεται αυτό το κείμενο)[1], έχει καταστεί προφανές ότι το μεγάλο επαναστατικό κύμα στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα, αποτελεί ταυτόχρονα τη κορύφωση και το τέλος της εποχής του προλεταριακού σοσιαλισμού και του αναρχισμού. Μια εποχή που εκτείνεται προς τα πίσω μέχρι τις πρώτες εξεγέρσεις των εργαζομένων της ιστορίας: για παράδειγμα, την εξέγερση των τεχνιτών και εργατών της Παρισινής Κομμούνας, τον Ιούνιο του 1848, όπου στήθηκαν οδοφράγματα στη γαλλική πρωτεύουσα κάτω από τις κόκκινες σημαίες. Στα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα μετά το 1930, απέτυχαν οι περιορισμένες προσπάθειες για να επαναληφθεί αυτό το μοντέλο της προλεταριακής επανάστασης (Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Ανατολική Γερμανία και Πολωνία). Στην πραγματικότητα εξαφανίσθηκαν οι τραγικοί ήχοι αυτών των εξαιρετικών κινήτρων για το Κίνημα , τα ιδανικά και οι προσπάθειες στα βιβλία της ιστορίας.

Εκτός από τα αντάρτικα κινήματα των αγροτών στον τρίτο κόσμο, κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά, εκτός από ορισμένες δογματικές σέχτες, τα μοντέλα του Ιουνίου του 1848, της Παρισινής Κομμούνας του 1871, της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 και της Ισπανικής Επανάστασης του 1936. Οι λόγοι γι 'αυτό βρίσκονται εν μέρει στο γεγονός, ότι ο τύπος της εργατικής τάξης, που διεξήγε αυτές τις επαναστάσεις, σχεδόν έχει εξαφανιστεί εντελώς από την τεχνολογική και κοινωνική αλλαγή, αλλά επίσης εν μέρει στο γεγονός ότι τα όπλα και τα οδοφράγματα που εξασφάλιζαν κάποια ελάχιστη δύναμη στις επαναστάσεις αυτές, σε σχέση με την τεράστια στρατιωτική μηχανή των σημερινών εθνών-κρατών, έχουν μόνο συμβολικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη παράδοση, που ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα μέρος του ευρωπαϊκού και του αμερικάνικου ριζοσπαστισμού: η διαμόρφωση μιας ελευθεριακής κοινοτικής-δημοτικής πολιτικής. Μιας νέας πολιτικής, η οποία συστάθηκε στις μικρές πόλεις, στις γειτονιές και τις μεγαλουπόλεις και συμπεριέλαβε δημοτικές –κοινοτικές συνελεύσεις. Μια ελεύθερη ομοσπονδία τοπικών, περιφερειακών και τελικά ηπειρωτικών δικτύων. Αυτό το μοντέλο, το οποίο αναπτύχθηκε περαιτέρω εδώ και έναν αιώνα, μεταξύ άλλων, από τον Προυντόν, Μπακούνιν και Κροπότκιν, εκφράζει κάτι περισσότερο από μια ιδεολογική παράδοση: εμφανίστηκε επανειλημμένα ως μια αξιόπιστη και συνηθισμένη πρακτική μεταξύ των κοινοτιστών στην Ισπανία τον 16ο αιώνα, στο κίνημα των συνελεύσεων στις  αμερικάνικες πόλεις, το  οποίο επεκτάθηκε στη δεκαετία του 1770 από τη Νέα Αγγλία μέχρι το Τσάρλεστον, στις συνελεύσεις των συνοικιώ ν του Παρισιού στις αρχές του 1790 και κατ 'επανάληψη στο διάστημα μεταξύ της  Παρισινής Κομμούνας του 1871 και του Κινήματος των πολιτών της Μαδρίτης  στη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Ο ελευθεριακός κοινοτισμός-κομμουναλισμός έρχεται, σχεδόν ακατανίκητος, ξανά και ξανά ως ένα κίνημα από τα κάτω, κάθε φορά που οι άνθρωποι θέλουν να αλλάξει κάτι – ανεξάρτητα από όλες τις ριζοσπαστικές θεωρίες  που βασίζονται στο προλεταριάτο - όπως για παράδειγμα με τον «κοινοτικό σοσιαλισμό», προς τον οποίο στρέφονται οι άνθρωποι στην Αγγλία σήμερα , τις ριζοσπαστικές κοινοτικές ή δημοτικές οργανώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στα εκτεταμένα αστικά κινήματα σε όλη τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική γενικότερα.

Αυτά τα κινήματα δεν βασίζονται πλέον στα συνήθη θεμελιώδη ταξικά θέματα, που προήλθαν από τα εργοστάσια, αλλά σε συνολικά, εξελιγμένα ζητήματα, τα οποία κυμαίνονται από τα περιβαλλοντικά προβλήματα, τα προβλήματα της ανάπτυξης, της στέγης και φθάνουν μέχρι και τα προβλήματα της μέριμνας - προβλήματα που κινητοποιούν όλες τις κοινότητες στον κόσμο. Υπερβαίνουν τα παραδοσιακά ταξικά όρια και να φέρνουν  -στα συμβούλια, στις συνελεύσεις και στις πρωτοβουλίες πολιτών- συνήθως ανθρώπους σε επαφή, ανεξάρτητα από το επάγγελμα και οικονομικά τους συμφέροντα.

Έχουν πετύχει κάτι που ο παραδοσιακός προλεταριακός σοσιαλισμός και αναρχισμός ποτέ δεν κατάφεραν: Φέρνουν μαζί ανθρώπους τόσο από τη μεσαία τάξη όσο και από την εργατική τάξη, από αγροτικούς όσο και από αστικούς πληθυσμούς, ειδικευμένα όσο και ανειδίκευτα άτομα, ακόμα συντηρητικούς και φιλελεύθερους ανθρώπους όσο και ριζοσπαστικές παραδόσεις στις κοινές κινήσεις μαζί, έτσι ώστε να μπορεί πραγματικά να μιλήσει κανείς για τη δυνατότητα ενός αληθινού λαϊκού κινήματος και όχι απλά για ένα ταξικά προσανατολισμένο κίνημα, στο οποίο οι βιομηχανικοί εργάτες εξακολουθούν να αποτελούν μόνο μια μειοψηφία του πληθυσμού. Σε αυτό το είδος κινήματος αποκαθίσταται εμμέσως η πραγματικότητα του «λαού», πάνω στην οποία βασίζονταν ιδεολογικά οι μεγάλες δημοκρατικές επαναστάσεις,  μέχρι που χωρίσθηκαν σε τάξεις και ομάδες συμφερόντων.
Η ιστορία δείχνει πραγματικά ότι στον κόσμο σήμερα αναβιώνει αυτό, που κάποτε ήταν ένα προσωρινό και εφήμερο ιδανικό του Διαφωτισμού και από το οποίο προήλθαν οι αμερικανικές και γαλλικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα. Για πρώτη φορά είναι εφικτή η ιδέα, να προχωρήσει σε μια σημαντική κοινωνική αλλαγή, η πλειοψηφία και όχι μόνο κινήματα των μειονοτήτων, τα οποία υπήρχαν κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του προλεταριακού σοσιαλισμού και του αναρχισμού.
Ριζοσπάστες ιδεολόγοι έχουν την τάση να εξετάζουν αυτά τα ασυνήθιστα κοινοτικά κινήματα με σκεπτικισμό και να προσπαθούν, όταν είναι δυνατόν, να τα αναλύσουν και να τα κατατάξουν με βάση τα παραδοσιακά ταξικά προγράμματα. Το κίνημα πολιτών της Μαδρίτης της δεκαετίας του 1960 σχεδόν καταστράφηκε από ριζοσπάστες όλων των τομέων του πολιτικού φάσματος, επειδή προσπάθησαν να επηρεάσουν ένα σωστό, πολύ διευρυμένο και διαδεδομένο κοινοτικό εγχείρημα, το οποίο επρόκειτο να εκδημοκρατίσει την Ισπανία και να δώσει μια νέα συνεργατική και ηθική σημασία στην ανθρώπινη τοπική κοινότητα. Το κίνημα πολιτών της Μαδρίτης έγινε ένα πεδίο παρέμβασης για την ενίσχυση των πολιτικών φιλοδοξιών των σοσιαλιστών, κομμουνιστών και άλλων μαρξιστικών-λενινιστικών ομάδων, μέχρι που υπονομεύθηκε σχεδόν εντελώς από τα συμφέροντα των κομμάτων τους.

Αυτά τα κινήματα του ελευθεριακού κοινοτισμού αντιπροσωπεύουν σήμερα τη μόνη δυνατή εναλλακτική λύση στο έθνος-κράτος και, επομένως, αποτελούν ένα σημαντικό τομέα για τη διαμόρφωση του ενεργού πολίτη και μιας νέας μορφής πολιτικής, η οποία είναι κοντά στους ανθρώπους και προσωπική και πραγματικά πηγάζει από τους πολίτες. Αυτή η νέα μορφή της πολιτική δεν θα πρέπει να εξεταστεί και πάλι σε αυτό το σημείο, επειδή υπάρχουν ήδη άλλα γραπτά του συγγραφέα σχετικά με το θέμα. Όσον αφορά στο παρόν ωστόσο, είναι απαραίτητο να μπει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: Είναι ο ελευθεριακός κοινοτισμός απλώς ένα πολιτικό "μοντέλο", με την γενικότερη έννοια του όρου «πολιτική», ή συμπεριλαμβάνει και την οικονομική ζωή;

Το γεγονός ότι η κατεύθυνση του ελευθεριακού  κοινοτισμού είναι ασυμβίβαστη με την «εθνικοποίηση της οικονομίας», η οποία ενισχύει μόνο την εξουσία του έθνους-κράτους στην οικονομική δύναμη, είναι πολύ προφανές για να αμφισβητηθεί. Ούτε μπορεί η λέξη «ελευθεριακός», όπως συμβαίνει με τους  υπερ-φιλελεύθερους υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς (για παράδειγμα, οι οπαδοί του Ayn Rand και άλλοι),  να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την ατομική ιδιοκτησία και μια "ελεύθερη αγορά". Ο Μαρξ από τη μεριά του έδειξε σαφώς ότι η ελεύθερη αγορά κατ 'ανάγκην προάγει την ολιγαρχική και μονοπωλιακή αγορά με τις  επιχειρηματικές μηχανορραφίες, η οποία από όλες τις απόψεις είναι συγκρίσιμη με τον έλεγχο του κράτους και τελικά το πλησιάζει.

Αλλά τι γίνεται με το συνδικαλιστικό ιδεώδες των «κολεκτιβίστικων" αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων, οι οποίες συντονίζονται μέσω επαγγελματικών συγχωνεύσεων σε εθνικό και μέσω «κολεκτίβων» σε τοπικό επίπεδο; Σε αυτό το σημείο ισχύει η παραδοσιακή σοσιαλιστική κριτική σε αυτής της μορφής τη συνδικαλιστική οικονομική δραστηριότητα: Ο βιομηχανικός ή ιδιώτης καπιταλιστής, είτε ελέγχεται από τους εργαζομένους είτε όχι, κατά ειρωνεία της τύχης ανήκει σε μια μέθοδο διαχείρισης, που σήμερα μέσω της «δημοκρατίας στους χώρους εργασίας" και της "συμμετοχής των εργαζομένων ", είναι πολύ στη μόδα και δεν αποτελεί απειλή για την ατομική ιδιοκτησία και τον καπιταλισμό.  Οι ισπανικές επίσης αναρχοσυνδικαλιστικές κολεκτίβες του 1936-1937 ήταν υπό τον έλεγχο των συνδικάτων και αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ επιρρεπή στον συγκεντρωτισμό και την γραφειοκρατικοποίηση, η οποία συνέβη σε πολλές καλοπροαίρετες επιχειρήσεις μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Στα μέσα του 1937 οι εργαζόμενοι είχαν ήδη χάσει τον έλεγχο της παραγωγής από τα συνδικάτα, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των υπέρμαχων της CNT. Υπό την πίεση των αναρχικών Υπουργών της καταλάνικης κυβέρνησης, όπως ο [Diego] Abad de Santillan, προσέγγισαν την εθνικοποιημένη οικονομία, η οποία υπερασπίστηκε από τα μαρξιστικά στοιχεία στην ισπανική αριστερά.

Όπως και να είναι, οικονομική δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο «δημοκρατία στο χώρο εργασίας" και "συμμετοχή των εργαζομένων". Πολλοί εργαζόμενοι, αν θα μπορούσαν, μάλλον θα γύριζαν τις πλάτες στις επιχειρήσεις τους και θα ακολουθούσαν μια πιο δημιουργική, χειρωνακτική εργασία, από το να συμμετέχουν μόνο στο "σχεδιασμό" της δικής τους δυστυχίας. Οικονομική δημοκρατία σημαίνει στην βαθύτερή της  έννοια την ελεύθερη, δημοκρατική πρόσβαση σε όλους τους ζωτικούς πόρους και ως εκ τούτου αποτελεί το αντιστάθμισμα της πολιτικής δημοκρατίας, η οποία εγγυάται την ελευθερία από τις υλικές ανάγκες. Το  να θεωρήσει κανείς εκ νέου την οικονομική δημοκρατία ως "κατοχή εργατικού δυναμικού» και «δημοκρατία στο χώρο εργασίας" είναι μια νέα πανουργία της αστικής τάξης, στην οποία συμμετέχουν ασυνείδητα πολλοί ριζοσπάστες. Αυτό οδηγεί τόσο μακριά, που η οικονομική δημοκρατία δεν σημαίνει πλέον  ελευθερία από την τυραννία των επιχειρήσεων, εξορθολογισμό της εργασίας και πλάνο παραγωγής , αλλά τη συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη και τη διαχείριση, η οποία είναι συνήθως εκμεταλλευτική παραγωγή με τη συμμετοχή των εργαζομένων.

Ο ελευθεριακός κοινοτισμός αντιπροσωπεύει μια σημαντική πρόοδο σε σχέση με όλα αυτά τα σχέδια, μιλώντας για κοινοτικοποίηση και για διαχείριση της οικονομίας από τους δήμους, σαν μέρος μιας πολιτικής της δημόσιας αυτοδιοίκησης των πολιτών. Ενώ οι συνδικαλιστικές εναλλακτικές επαναϊδιωτικοποιούν (reprivatise) την οικονομία σε αυτοδιοικούμενες κολεκτίβες και έτσι ανοίγουν το δρόμο για τη διάσπασή της σε παραδοσιακές μορφές ατομικής ιδιοκτησίας, είτε πρόκειται για  συλλογική κατοχή είτε όχι, ο ελευθεριακός κοινοτισμός πολιτικοποιεί την οικονομία και τη μετατρέπει σε κοινή δημοτική περιουσία. Ούτε οι επιχειρήσεις, ούτε η γεωργία θεωρούνται ως ξεχωριστά ζητήματα εντός της τοπικής κοινότητας. Ακόμα λιγότερο μπορούν να διαχωρίσουν την επαγγελματική τους ταυτότητα από τα γενικά συμφέροντα των πολιτών της  κοινότητας οι εργάτες, αγρότες, τεχνίτες, μηχανικοί, ειδικευμένοι εργάτες κ.λπ. Η ιδιοκτησία, σαν υλικό βασικό στοιχείο του ελευθεριακού θεσμικού πλαισίου, έχει ενσωματωθεί ως μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου στην κοινότητακαι ελέγχεται από την κοινωνία των πολιτών μέσω των συνελεύσεων, όπου οι άνθρωποι συμμετέχουν ως πολίτες και όχι ως εκπρόσωποι μιας επαγγελματικής ομάδας.
Η αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο είναι επίσης μεγάλης σημασίας και ένα ουσιαστικό μέρος της ριζοσπαστικής θεωρίας καθώς και της κοινωνικής ιστορίας. Η αντίθεση μεταξύ της πόλης και της υπαίθρου ακυρώνεται σε δήμους, σαν τις παραδοσιακές διοικητικές μονάδες στη Νέα Αγγλία("Townships"), στους οποίους μια πόλη λειτουργεί σαν πυρήνας της γεωργικής περιοχής και των χωριών που την περιβάλλουν, όταν αυτό δεν αποκλείεται. Ένας δήμος είναι στην πραγματικότητα μια μικρή περιοχή μέσα σε μεγαλύτερες περιοχές, όπως  η «Περιφέρεια» και η «βιο-περιφέρεια".

Η έννοια της κοινοτικοποίησης της οικονομίας που περιγράφεται, πρέπει να διακρίνεται από την εθνικοποίηση καθώς και την κοινωνικοποίηση - η πρώτη οδηγεί σε γραφειοκρατικό και ιεραρχικό έλεγχο και η τελευταία στην πιθανή εμφάνιση μιας ιδιωτικοποιημένης οικονομίας σε μια κολεκτιβιστική μορφή και την διατήρηση των τάξεων ή των καστών. Η κοινοτικοποίηση επιδρά έτσι, ώστε στην πραγματικότητα η οικονομία από μια ιδιωτική ή ατομική επιρροή να περνά στην επιρροή μιας δημόσιας σφαίρας,  όπου η οικονομική πολιτική διαμορφώνεται από την κοινωνία ως σύνολο - ιδίως, επειδή οι πολίτες εργάζονται πρόσωπο με πρόσωπο για την επίτευξη των γενικών ανθρωπίνων συμφερόντων και συνεπώς, ξεπερνιούνται τα ιδιαίτερα  επαγγελματικά συμφέροντα. Με αυτόν τον τρόπο η οικονομία παύει να είναι απλώς μια οικονομία με την κυριολεκτική έννοια του όρου -  είτε πρόκειται για εμπορικό κατάστημα, είτε για λαϊκή αγορά, καπιταλιστική ή ελεγχόμενη από εργαζόμενους επιχείρηση. Γίνεται μια πραγματική πολιτική οικονομία, μια οικονομία της Polis (πόλεως με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου,  του δήμου). Με αυτή την έννοια, η οικονομία γίνεται πραγματικά κοινοτικοποιημένη και πολιτικοποιημένη. Η Κομμούνα, πιο συγκεκριμένα, το σώμα των πολιτών στη δημοτική συνέλευση, την ενσωματώνει ως μια πτυχή των  δημόσιων υποθέσεων και έτσι αποτρέπει το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης της οικονομίας για ιδιοτελείς οικονομικές δραστηριότητες.

Αλλά τι μπορεί να προφυλάξει την κοινοτικοποίηση ενός δήμου, από το να γίνει μια κλειστή πόλη-κράτος του είδους, όπως συνέβη στα τέλη του Μεσαίωνα; Όποιος αναμένει σε αυτό το σημείο εγγυημένες λύσεις αυτού του προβλήματος, δεν θα βρει, εκτός από τον καθοδηγητικό ρόλο της συνείδησης και της ηθικής των διανθρώπινων σχέσεων. Αν όμως κάποιος υποπτεύεται αντιθετικές τάσεις, τότε υπάρχει μια πολύ θεωρητική απάντηση. Ο πιο σημαντικός παράγοντας που οδήγησε στην ύστερη μεσαιωνική πόλη-κράτος, ήταν η εσωτερική ιεραρχική υποδιαίρεσή της. Αυτή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των διαφορών στον πλούτο, αλλά και της κοινωνικής θέσης, που είχε την προέλευσή της εν μέρει στην καταγωγή, αλλά επίσης και των επαγγελματικών διαφορών. Έτσι, καθώς η πόλη έχασε τη συλλογική ενότητα, μοιράσθηκαν επίσης και οι υποθέσεις της σε ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις, ακόμη και η ίδια η δημόσια ζωή ως τέτοια ιδιωτικοποιήθηκε και χωρίσθηκαν σε "μπλε νύχια" ή πληβείους, που έβαφαν τα υφάσματα σε πόλεις όπως η Φλωρεντία και στο αλαζονικό στρώμα των  τεχνιτών , οι οποίοι κατασκεύαζαν τα υψηλής ποιότητας προϊόντα. Στην ιδιωτικοποιημένη οικονομία το επίπεδο της περιουσίας ήταν πολύ κρίσιμο, επειδή οι ​​υλικές διαφορές μπορούσαν να επεκτείνουν και να προωθήσουν το είδος των ιεραρχικών διαφορών.

Η κοινοτικοποίηση της οικονομίας εξουδετερώνει όχι μόνο τις επαγγελματικές διαφορές που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την από το δήμο ελεγχόμενη οικονομία, δημιουργεί επίσης τοπικά κοινοτικά δίκτυα διανομής των αναγκαίων για τη ζωή υλικών πόρων. Το «Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», θα έχει θεσμοθετηθεί ως μέρος της λεγόμενης δημόσιας σφαίρας και όχι μόνο ως δημοτικό ιδεολογικό πιστεύω. Δεν είναι μόνο ένας στόχος, αλλά ένα είδος πολιτικής δραστηριότητας - ένα είδος που υλοποιείται δομικά από τον δήμο με τις συνελεύσεις και τις εκπροσώπους τους.

Επιπλέον, καμία κοινότητα δε μπορεί να ελπίζει να επιτύχει οικονομική ανεξαρτησία, ή  να την επιδιώξει, αν ελπίζει να εγκλειστεί σε κάψουλα και να περιοριστεί, αν δεν είναι αυτάρκης. Ως εκ τούτου είναι σημαντικό ότι η Ομοσπονδία των δήμων - η κοινότητα των κοινοτήτων – θα μετατραπεί, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, σε μια κοινή σφαίρα δημόσιας διαχείρισης των πόρων. Ακριβώς επειδή η διαχείριση της οικονομίας είναι μια δημόσια πράξη, δεν θα μετατραπεί σε ένα ιδιωτικοποιημένο παιγνίδι αλληλεπίδρασης των επιχειρήσεων, αλλά θα εξελίσσεται σε μια ομοσπονδιακή συνεργασία των τοπικών κοινοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι τα πραγματικά στοιχεία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης από τα υπάρχοντα, τα εν δυνάμει ή τα ιδιωτικά συστατικά, θα επεκταθούν και σε θεσμικά πραγματικά, δημόσια συστατικά. Η Ομοσπονδία είναι εξ ορισμού ένα δημόσιο εγχείρημα και αυτό όχι μόνο εξαιτίας των κοινών αναγκών και πόρων. Αν υπάρχει ένας τρόπος για να αποτραπεί η δημιουργία μιας πόλης-κράτους, για να μην μιλήσουμε για ιδιοτελείς, αστικούς "συνεταιρισμούς", τότε αυτός είναι η κοινοτικοποίηση της πολιτικής ζωής, η οποία είναι τόσο πλήρης, που η πολιτική δεν καλύπτει μόνο τη δημόσια σφαίρα, αλλά και τα ζωτικής σημασίας υλικά μέσα.

Δεν είναι ουτοπικό να επιδιώξουμε την κοινοτικοποίηση της οικονομίας. Αντιθέτως, είναι κοντά στην πράξη και εφικτή, αρκεί μόνο να  χρησιμοποιήσουμε το μυαλό μας, τόσο ελεύθερα, όσο προσπαθούμε στη ζωή μας να επιτύχουμε την ελευθερία. Ο ζωτικός μας χώρος δεν είναι μόνο ο τόπος όπου ζούμε την καθημερινότητά μας, είναι επίσης ο πραγματικός οικονομικός χώρος όπου εργαζόμαστε, και το φυσικό του περιβάλλον είναι το πραγματικό οικολογικό περιβάλλον, που απαιτεί από μας να ζήσουμε σε αρμονία με τη φύση. Εκεί μπορούμε να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε όχι μόνο τους ηθικούς δεσμούς, που θα μας συνδέσουν με μια ειλικρινή οικολογική κοινωνία, αλλά και τους υλικούς δεσμούς που μπορεί να μας κάνουν ικανούς, αυτεξούσιους και αυτάρκεις - αν όχι ανεξάρτητους - ανθρώπους. Όσο και αν ένας δήμος ή μια τοπική ομοσπονδία δήμων είναι πολιτικά ενωμένη, εξακολουθεί να παραμένει μια πολύ εύθραυστη μορφή κοινότητας. Όσο όμως έχει τον έλεγχο της ίδιας της οικονομικής ζωής της-όχι βέβαια με την έννοια μιας κοινότητας που μετατρέπεται σε μια ιδιωτικοποιημένη πόλη κράτος- έχει και την οικονομική δύναμη και έτσι έχει επίσης μια αποφασιστική ενίσχυση της πολιτικής της εξουσίας.

[1] Το κείμενο έχει γραφεί το 1986

* Τμήματα αυτού του άρθρου επιλέχθηκαν από  τη νέα και συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου "The Limits of the City" («Τα Όρια της Πόλης») του Murray Bookchin (Montreal, Black Rose Books, 3981 Ste.-Laurent Blvd., Montreal H2W IY5, Quebec, Canada, 1986).

Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Κολέμπα, αλλά από το γερμανικό κείμενο, το
οποίο μπορεί να βρεθεί εδώ: http://www.freigeistmusic.org/Bookchin-deutsch.pdf

Σχόλιο:
Σαν Τοπικοποίηση μιλάμε και για κοινωνικοποίηση-δημοτικοποίηση της οικονομίας των αναγκών και της αλληλεγγύης, όχι με την έννοια της "συμμετοχής των εργαζομένων", που πιθανά να προωθούν και κάποια συνδικάτα, αλλά σαν μια μορφή οργάνωσης της εργασίας, μεταξύ των συμπληγάδων του εταιρικού-ιδιωτικού τρόπου οργάνωσής της και του κεντρικού γραφειοκρατικού κρατικού τρόπου. Σαν μια μορφή που μπορεί να εκπαιδεύσει τους εργαζόμενους στην αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής που έχουν στη διάθεσή τους, ακόμα και μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά κυρίως κατά τη περίοδο μετάβασης προς μια μετακαπιταλιστική κοινωνία της άμεσης δημοκρατίας και ισοκατανομής των πόρων και εξουσιών. Και αυτό για τον λόγο ότι στα συνεταιριστικά-συνεργατικά εγχειρήματα του σήμερα υπάρχει στον ένα ή στον άλλο βαθμό η αποκαπιταλιστικοποίηση των σχέσεων στα πλαίσιά τους.
Συμφωνώντας λοιπόν σε μεγάλο βαθμό με την κριτική του Μπούκτσιν για το τι είναι δημόσια-ιδιωτική σφαίρα και για τον κίνδυνο που υπάρχει πάντα ένας συναιτερισμός ή μια συνεργατική κολεκτίβα-ιδίως συμβατικής μορφής που λειτουργεί με διοικητικό συμβούλιο και όχι με συνέλευση μελών-να προωθεί επαγγελματικά και όχι συλλογικά συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας, προτείνουμε τη θεσμοποίηση κριτηρίων για το πότε  και πως εντάσσεται ένα τέτοιο εγχείρημα στα πλαίσια της κοινωνικοποιημένης συνεργατικής οικονομίας(βλέπε κείμενό μας στο: http://www.topikopoiisi.com/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/6

1 Comment

Κοινωνικοποίηση-δημοτικοποίηση της παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας

24/6/2014

0 Comments

 
  Τον τελευταίο καιρό, το πρόβλημα της παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας είναι στο προσκήνιο των συζητήσεων παντού. Στην ελληνική κοινωνία και ΜΜΕ και για έναν επιπλέον λόγο. Όλοι ασχολούνται με την απαίτηση της Τρόικας για την «απελευθέρωση» της ενέργειας και την πώληση εργοστασίων ή μέρους της ισχύος της ΔΕΗ ή και μέρους των δικτύων, σε ιδιώτες  επενδυτές. Το ΥΠΕΚΑ ετοιμάζει νομοσχέδιο για αυτό το σκοπό(δημιουργία και ιδιωτικοποίηση της «μικρής ΔΕΗ»), που όμως δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό στις λεπτομέρειές του.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η απελευθέρωση στον τομέα της ενέργειας είναι η λύση για να μην λειτουργεί η ΔΕΗ σαν μονοπώλιο. Η  δημιουργία όμως ιδιωτικών εταιρειών στο χώρο, όπου και αν έγινε αυτό σε άλλα κράτη, δεν απέβη υπέρ του «κοινωνικού συνόλου», αλλά σχεδόν πάντα υπέρ των εταιρειών. Για παράδειγμα στη Γερμανία. Με την απελευθέρωση στη δεκαετία του `90, πολλοί δήμοι προχώρησαν στην πώληση των δημοτικών τους επιχειρήσεων και ένα μεγάλο μέρος των τοπικών δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ( δίκτυα Μέσης Τάσης / Μ.Τ. και Χαμηλής Τάσης / Χ.Τ. ) και διανομής αερίου βρίσκεται στα χέρια των 4 μεγάλων εταιρειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ( E.ΟΝ, RWE, EnBW, Vattenfall ) και περιφερειακών θυγατρικών τους.

Αποτέλεσμα: ραγδαία αύξηση του κόστους παροχής των υπηρεσιών χωρίς απαραίτητα την ποιοτική αναβάθμισή τους. Απομάκρυνση από τον δημότη, αγνόηση της ανάγκης συμβολής στην αντιμετώπιση των οξυνόμενων περιβαλλοντικών προβλημάτων, έλλειψη από τα ταμεία των ΟΤΑ σημαντικών οικονομικών πόρων από τη λειτουργία των ενεργειακών δικτύων, οι οποίοι πόροι κατέληγαν στα ταμεία των ιδιωτικών ενεργειακών κολοσσών που τα διαχειρίζονταν.
Δέκα – δεκαπέντε χρόνια μετά, πολλοί ΟΤΑ στη Γερμανία το ξανασκέφθηκαν. Εξετάζουν σήμερα την επιστροφή τους στους τομείς παροχής ενεργειακών υπηρεσιών, με πρόταγμα τον ΄΄Πράσινο΄΄ και ΄΄Αποκεντρωμένο΄΄ χαρακτήρα παροχής τους. Η συζήτηση περί Επαναδημοτικοποίησης (Rekommunalisierung) παίρνει τα τελευταία χρόνια μία ώθηση. Οι ΟΤΑ δεν ανανεώνουν τις Συμβάσεις με τις εταιρείες και αναλαμβάνουν οι ίδιοι δράση στους τομείς του εφοδιασμού ( με ενέργεια και νερό ύδρευσης ) και της διαχείρισης των απορριμμάτων και των λυμάτων, και μάλιστα συχνά με ευνοїκότερες τιμές. Η πρόσφατη απόφαση του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία μία εταιρεία ενεργειακού εφοδιασμού πρέπει, με τη λήξη της Σύμβασης Παραχώρησης, να πωλεί και να μεταβιβάζει τα τοπικά δίκτυα στον οικείο ΟΤΑ, έρχεται να ενισχύσει αποφασιστικά τις διαθέσεις πολλών δήμων, ώστε να τολμήσουν την Επαναδημοτικοποίηση των ενεργειακών δικτύων στις περιοχές τους.
Το πρώτο βήμα λοιπόν για τη λύση του ενεργειακού προβλήματος και της χώρας μας θα ήταν-με την ευκαιρία της απελευθέρωσης- η μεταβίβαση της υποχρέωσης του ενεργειακού εφοδιασμού των πολιτών στους ΟΤΑ και η δημοτικοποίηση-κοινωνικοποίηση της παραγωγής της ενέργειας και των τοπικών ενεργειακών δικτύων.
Οι ΟΤΑ είναι η πλέον κατάλληλη σημερινή δομή για τον ενεργειακό σχεδιασμό στην περιοχής τους. Ο ενεργειακός εφοδιασμός μπορεί και αξίζει να γίνει το αποφασιστικό πεδίο επιχειρηματικής δράσης των δημοτικών-διαδημοτικών επιχειρήσεων. Με την προϋπόθεση φυσικά ότι η δημοτική-διαδημοτική επιχείρηση θα έχει ως στόχο την ικανοποιητική παροχή αντίστοιχων υπηρεσιών στους πολίτες της περιοχής και δεν θα μοιάζει στην επιχειρηματική της πολιτική με το ενεργειακό μονοπώλιο της ΔΕΗ ή των άλλων ιδιωτικών εταιρειών.
Η λειτουργία των τοπικών ενεργειακών δικτύων μπορεί να εξασφαλίσει ένα, χαμηλό μεν, αλλά καθαρό οικονομικό όφελος για τους δήμους. Αυτό μπορεί να είναι λίγο για μία μεγάλη εταιρεία, αρκετό όμως για έναν δήμο. Υψηλότερες αποδόσεις  προέρχονται από τη λειτουργία ιδίων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής. Επιπλέον, ένα μεγαλύτερο μερίδιο συναφών οικονομικών δραστηριοτήτων και προστιθέμενης αξίας παραμένουν στην ίδια την περιοχή.

Με την απελευθέρωση των αγορών, οι δήμοι και οι δημότες -χωρίς δικές τους μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας- είναι εκτεθειμένοι στη διαμόρφωση των τιμών απ΄ τα ενεργειακά μονοπώλια. Με την ανάληψη της λειτουργίας των δικτύων από μία δημοτική επιχείρηση αναμένονται πάντα φθηνότερες τιμές ρεύματος για τους δημότες. Επιπλέον, πόροι από τη λειτουργία των δικτύων μπορούν να καλύψουν τα έξοδα σε άλλους τομείς παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του δήμου, οι οποίοι θα είναι ελλειμματικοί, όπως συνήθως ο τομέας της πρόνοιας κ.ά.
Ένας ΟΤΑ, ο οποίος έχει στην κυριότητά του τα τοπικά ενεργειακά δίκτυα, έχει πλέον αυξημένες δυνατότητες να σχεδιάσει και να ξεκινήσει τον ενεργειακό αναπροσανατολισμό στην περιοχή του, ο οποίος θα στηρίζεται στην αξιοποίηση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ( ΑΠΕ: τεράστιο δυναμικό με τις καιρικές συνθήκες της χώρας ), καθώς και στην αποτελεσματική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας ( ΕΕ ), με την οικοδόμηση αποκεντρωμένων ενεργειακών υποδομών. Δήμοι οι οποίοι δημοτικοποιούν τα τοπικά ενεργειακά δίκτυα καθώς και τον ενεργειακό εφοδιασμό με δικές τους ενεργειακές μονάδες παραγωγής, με δικές τους δια-δημοτικές επιχειρήσεις, είναι η πλέον κατάλληλη βαθμίδα κοινωνικής οργάνωσης και δημόσιας διοίκησης, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνικοποίηση της ενέργειας .
Αν η Κυβέρνηση πιεζόταν να ακολουθήσει αυτό το δρόμο «απελευθέρωσης» της ενέργειας, τότε η ΔΕΗ αναγκαστικά θα προχωρούσε και αυτή σε αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής, καθώς και στο κλείσιμο των λιγνητικών εργοστασίων της[1].

Συνοπτικά η πρόταση[2] για την κοινωνικοποίηση της παραγωγής-διανομής ενέργειας είναι η εξής:

α) Προς τους πολίτες-δημότες:

Εγκατάσταση φ/β συστημάτων στις στέγες και ταράτσες των σπιτιών, στις στέγες των αγροτικών υπόστεγων και αποθηκών, σε μη παραγωγική γη. Εγκατάσταση μικρών ανεμογεννητριών σε ευνοϊκά σημεία μη παραγωγικής γης. Δημιουργία μη κερδοσκοπικών εταιρειών, εταιρειών λαϊκής βάσης, συνεταιρισμών κοινωνικής οικονομίας  για την παραγωγή ενέργειας από μικρές εγκαταστάσεις ΑΠΕ και διάθεσή της στα τοπικά δημοτικά δίκτυα.

β) Προς τους ΟΤΑ:

Επιδίωξη ενεργειακής αυτοδυναμίας μέσω ενεργειακού εφοδιασμού από δημοτικές-διαδημοτικές επιχειρήσεις, που παράγουν ηλεκ. ενέργεια από ΑΠΕ, αγοράζουν από τον διαχειριστή του Δικτύου Υψηλής Τάσης( ΥΤ) το ποσοστό της ενέργειας που ακόμα δεν παράγουν οι ίδιες, κατέχουν τα τοπικά δίκτυα ΜΤ-ΧΤ και διαχειρίζονται τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές της περιοχή τους.

γ) Προς τον διαχειριστή του δικτύου ΥΤ

Ένα αποκεντρωμένο, βασισμένο στα μικρής κλίμακας ενεργειακά συστήματα, κοινωνικά-κοινοτικά ελεγχόμενο μοντέλο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να είναι το επιδιωκόμενο μοντέλο. Ο ρόλος του κράτους θα ανάγεται στον συντονισμό των περιφερειακών, δημοτικών και των συνεταιριστικών μορφών παραγωγής και διαχείρισης της ενέργειας, στον εκσυγχρονισμό του δίκτυου μεταφοράς, διανομής και εξαγωγής ενέργειας και στην επίβλεψη της απο-εμπορευματικοποίησης της ενέργειας.

Ο ΑΔΜΗΕ να δεσμευτεί για σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων( να μη θεωρεί και να μην επιδοτεί το φυσικό αέριο σαν «πράσινη ενέργεια»), ώστε να είναι συνεπής σε σχέση με την κλιματική αλλαγή και τη προστασία του περιβάλλοντος,  να δεσμευτεί για την ανάπτυξη και την προώθηση της ηλιακής, αιολικής, και ίσως γεωθερμικής ενέργειας, τη στήριξη της ενεργειακής διαφοροποίησης και της εξοικονόμισης ενέργειας, την επίτευξη ενεργειακής αυτάρκειας.

Διαβάστε επίσης τα κείμενα των αναρτήσεών μας:

http://www.topikopoiisi.com/kappaomicroniotanuomeganuiotakappa942---alphalambdalambdaetalambda941gammagammaupsilonalpha-omicroniotakappaomicronnuomicronmu943alpha/8

και  http://www.topikopoiisi.com/902rhothetarhoalpha/471

http://www.topikopoiisi.com/902rhothetarhoalpha/469


[1] Την πιο «βρώμικη» κιλοβατώρα της Ευρώπης την παράγει η ΔΕΗ
[2] Η ολοκληρωμένη πρόταση στο βιβλίο μας: Κοινωνικοποίση, η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης, εκδόσεις των συναδέλφων 2012
0 Comments

Για μια "φωτισμένη" γεωργία και υγιεινή διατροφή χάριν της ευζωίας μας

14/6/2014

0 Comments

 
Α) Τα βασικά που θα χρειασθεί να επιδιώξουμε τα επόμενα χρόνια:

1.       Να εξασφαλίσουμε την ικανοποίηση των βιολογικών-βιοτικών αναγκών που απαιτεί η φυσιολογία μας.

2.       Να σεβαστούμε τις επιθυμίες μας, οι οποίες έχουν διαμορφώσει την ψυχολογία μας

3.       Να γνωρίζουμε τις δυνατότητες και τα όρια του κόσμου και των οικοσυστημάτων που ζούμε, ώστε να βάζουμε προτεραιότητες στην ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών μας.

4.       Να μη «λερώνουμε τη φωλιά μας», που είναι το πλανητικό και το τοπικό περιβάλλον και να αποκαθιστούμε τις μέχρι τώρα τυχόν μολύνσεις και ζημιές.

Β) Η γεωργία και η διατροφή είναι ο τομέας από τον οποίο θα ξεκινήσουμε για την απαραίτητη αλλαγή στο σημερινό κυρίαρχο αναπτυξιακό-καταναλωτικό μοντέλο, το οποίο με αφορμή τη σημερινή συνολική κρίση έδειξε τα όριά του. Μέσα από μια γεωργία «φωτισμένη»-σε αυτό συγκλίνει και ο δυτικός διαφωτισμός και η ανατολική φιλοσοφία της αυτογνωσίας- και καλλιέργειες-εκτροφές που θα μπορούν να εκτρέφουν τους ανθρώπους καλά και συνεχώς. Μια γεωργία που χωρίς να καταστρέφει τον υπόλοιπο κόσμο και χωρίς να μπαίνει στον ζουρλομανδύα της μεγιστοποίησης του κέρδους μέσω της αγοράς, θα μπορεί να εξασφαλίζει την «ευζωία» των νέων γενιών των ανθρώπων.

Όπως δεν είναι ηθικό και δίκαιο να τους κληρονομήσουμε τα οικονομικά μας χρέη, το ίδιο δεν πρέπει να τους αφήσουμε να αποκαταστήσουν οι νέες γενιές τα οικολογικά μας χρέη.

Γ) Σε κάθε δραστηριότητά μας- άρα και στη γεωργική μας πραχτική- θα χρειασθεί να αρχίσουμε πάλι από τα βασικά ερωτήματα:

1.       «Τι χρειαζόμαστε» σαν άνθρωποι και πολίτες μιας τοπικής κοινωνίας

2.       «Τι είναι δυνατό και υλοποιήσιμο» από αυτά που χρειαζόμαστε και επιθυμούμε

3.       «Τι είναι σωστό και δίκαιο» να κάνουμε, κάθε στιγμή που θα αποφασίζουμε

Την απάντηση στο ερώτημα 1 την καθορίζει η φυσιολογία μας, στο ερώτημα 2 οι δυνατότητες και τα χαρακτηριστικά των οικοσυστημάτων στα πλαίσια των οποίων ζούμε και στο 3 το αξιακό σύστημα και η ηθική που υιοθετούμε.

Δ) Οι κυρίαρχες σήμερα οικονομικές-πολιτικές ελίτ (τα «γεράκια» για να τους δώσουμε τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου είδους προς διευκόλυνση της κατανόησης)στηρίζονται στην ουτοπία ότι το «μαγικό ραβδί» της αγοράς και η περισσότερη επιστήμη-τεχνολογία θα μας λύσουν τα προβλήματα, μεγαλώνοντας την «πίτα» και το κομμάτι που αντιστοιχεί στον καθένα μας, μέσα από την καλλιέργεια και εκτροφή γενετικά τροποποιημένων ποικιλιών και ρατσών(μεταλλαγμένα). Μέσα από τον «σκυλοκαβγά», τον ανταγωνισμό και τον αγώνα όλων εναντίον όλων.

Η πλειοψηφία των «από κάτω»(με τη συμπεριφορά «περιστεριών»(για να τους δώσουμε τα χαρακτηριστικά του αντίστοιχου είδους , σε αντιδιαστολή με τα «γεράκια») δε μπορεί παρά να στηριχθεί στη συνεργασία των αγροτικών κοινοτήτων για την παραγωγή αρκετής και υγιεινής τροφής και την ειρηνική επίλυση των διαφορών, αν θέλει να επιδιώξει την ευζωία της σε ένα καλύτερο κόσμο. Μέσα από την αποανάπτυξη-τοπικοποίηση, όσον αφορά στη κατεύθυνση, τις κοινοτίστικες πραχτικές όσον αφορά τις κοινωνικές σχέσεις, τη στήριξη στα συλλογικά και κοινωνικά αγαθά(τα «κοινά») όσον αφορά στην ικανοποίηση των αναγκών και την ήπια μη καταστροφική τεχνολογία όσον αφορά τα μέσα παραγωγής. Όσον αφορά δε τη διαμόρφωση και τη λήψη αποφάσεων μέσω της δημοκρατίας της συμμετοχής και συνεύρεσης των πολιτών, με κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς αυτοκυβέρνησης  και άμεσης δημοκρατίας.

Στη διαδικασία αυτής της αλλαγής του κοινωνικού παραδείγματος, τα «περιστέρια» θα αντιμετωπίζουν συνεχώς το δίλημμα της ανάθεσης-στα γεράκια- ή της συμμετοχής και της ανάληψης ευθύνης από τη μεριά τους. Χωρίς να μετατρέπονται σε «γεράκια» τα ίδια, όταν αναλαμβάνουν «ιθύνουσες θέσεις». Αυτό μπορούν να το εξασφαλίζουν με τους θεσμούς των συνελεύσεων -των κοινοτήτων τους- και των κοινωνικών ελέγχων που θα χρειασθεί να δημιουργήσουν.

Ε) Η διατροφή και η ευζωία μας


Είναι σήμερα κατανοητό ότι τα σώματά μας χρειάζονται ενέργεια για την ανάπτυξη και συντήρησή τους. Αλλά όχι μόνο. Oι διατροφολόγοι, που αντιμετωπίζουν τα σώματά μας σε ένα βαθμό σαν βιολογικές μηχανές, λένε ότι εκτός από ενέργεια χρειάζονται και «λάδωμα» για τις διάφορες λειτουργίες τους(χρειάζονται π.χ. ουσίες που δρουν σαν μεσάζοντες σε διάφορους μεταβολικούς κύκλους και διαδρομές), καθώς και διάφορα «δομικά υλικά» για να «κτίζουν» ή να «ανακαινίζουν» τη σάρκα μας. Όλα αυτά τα εξασφαλίζουν από την κατανάλωση[1] της τροφής. Από τα συστατικά που την απαρτίζουν.

Μπορούμε να ταξινομήσουμε χοντρικά τα απαραίτητα αυτά συστατικά της τροφής σαν: υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες-τα λεγόμενα «μακροθρεπτικά» συστατικά- και επίσης σαν μέταλλα, βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία-τα λεγόμενα «μικροθρεπτικά» συστατικά.

Οι υδατάνθρακες-που αποτελούνται από 3 μόνο στοιχεία, άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο-εμφανίζονται είτε σαν απλά σάκχαρα, είτε σαν «πολυσακχαρίτες»-περισσότερα ενωμένα σάκχαρα. Στα περισσότερα από τα φυτά, στους σπόρους και τους βολβούς σχηματίζονται πολυσακχαρίτες, που τα λέμε άμυλα. Στα ζώα δημιουργείται το γλυκογόνο, που αποθηκεύεται κυρίως στους μυς.  Στα τοιχώματα των φυτών σχηματίζονται επίσης κυτταρίνη και ημικυτταρίνες.

Οι άνθρωποι-ανάλογα αν είναι ενήλικες ή παιδιά, άνδρες ή γυναίκες, εύσωμοι ή μικρόσωμοι, χειρώνακτες ή κάνουν καθιστική ζωή κ.λπ.-χρειάζονται κάθε μέρα στη διάθεσή τους μεταξύ 1500 και 4000 θερμίδων. Κατά Μ.Ο. περίπου 2700 θερμίδες, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων[2]. 

Οι υδατάνθρακες αποτελούν τη βασική πηγή ενέργειας στα περισσότερα ανθρώπινα σιτηρέσια. Δίνουν περίπου 420 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια. Ο «μέσος άνθρωπος» λοιπόν μπορεί να πάρει την ενέργεια που χρειάζεται καθημερινά από 500-700 γραμμάρια υδατάνθρακες. Στις παραδοσιακές δίαιτες και σιτηρέσια, τα φυτά οι σπόροι και οι βολβοί είναι η πρωταρχική πηγή ενέργειας. Σε αυτές τις τροφές όμως υπάρχει, όπως είπαμε και πιο πάνω, πολλή κυτταρίνη, την οποία δε μπορεί να χωνέψει εύκολα ο άνθρωπος- μπορεί να τη χωνέψει σε ένα βαθμό με τη βοήθεια μικροοργανισμών στο παχύ έντερο. Επειδή η κυτταρίνη δεν μας παρέχει ενέργεια, οδήγησε παλιότερα στην άποψη ότι δεν μας χρειάζονται τα «πίτουρα» και είναι πιο εύπεπτα τα «λευκά» αλεύρια. Στη συνέχεια όμως αποδείχθηκε ότι τα πίτουρα είναι πολύ σημαντικό συστατικό για την δίαιτα του ανθρώπου. Η παρουσία τους ή η απουσία τους έχει μεγάλη επίδραση στη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου, που παίζει σημαντικό βιοχημικό ρόλο για όλο το σώμα. τρώγοντας παραδοσιακά «ανεπεξέργαστους» υδατάνθρακες λοιπόν, έχουμε στη διάθεσή μας πιο υγιεινή τροφή.

Τα πίτουρα αποκαλούνται πλέον «διαιτητικές ίνες». Αυτές δεν χωνεύονται σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά αυξάνουν τον όγκο της τροφής χωρίς να αυξάνουν και τις θερμίδες, «αραιώνοντας» έτσι το περιεχόμενο σε ενέργεια. Με αυτή την έννοια είναι και η πιο «αδυνατιστική» τροφή για τους ευτραφείς ανθρώπους.  Για τους φτωχούς αντίθετα, που τρέφονται όπως π.χ. στην Αφρική κυρίως με χυλό καλαμποκιού ή σόργου, από τον οποίο είναι αδύνατο να πάρουν τις θερμίδες που χρειάζονται, υπάρχει πρόβλημα υπερβολικής αραίωσης. Οι φτωχοί του Νότου λοιπόν που τρέφονται βασικά με ανεπεξέργαστους υδατάνθρακες χρειάζονται περισσότερο «συμπυκνωμένη» τροφή, ενώ οι πλούσιοι του Βορρά-Δύσης έχοντας μια δίαιτα πλούσια σε σάκχαρα και λίπη χρειάζονται περισσότερο μια «αραιωμένη» διατροφή. Ανά 100γραμμάρια π.χ. η λευκή ζάχαρη παρέχει περίπου 390 θερμίδες, οι τηγανισμένες πατάτες 250-αντίθετα οι βρασμένες μόνο 80-τα αναψυκτικά 175.

 Από την άλλη στα λίπη υπάρχει ποικιλία, ανάλογα αν είναι φυτικά, ζωικά ή ψαριών. Γενικά τα ζωικά είναι «σκληρά»(του κοτόπουλου μαλακότερο) και σε μεγάλο βαθμό κορεσμένα(χημικά δεν τους λείπει υδρογόνο), ενώ των φυτών(σπόρων) και των ψαριών είναι όπως λέμε ακόρεστα(έχουν λιγότερο υδρογόνο από όσο θα μπορούσαν να έχουν θεωρητικά). Γενικά μιλώντας όλα τα λίπη «καίγονται» μέσα στο σώμα και εξασφαλίζουν περίπου 900 θερμίδες ανά 100γραμμάρια(διπλάσια από τους υδατάνθρακες, στο βούτυρο και τη μαργαρίνη υπάρχουν περίπου 740 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια). Γι αυτό οι άνθρωποι και τα ζώα αποθηκεύουν το περίσσευμα ενέργειας σε λίπος και όχι σε άμυλο.

Το διατροφικό μοντέλο των πλουσίων δυτικών περιέχει πολύ κρέας, άρα πολλά λίπη. Συνήθως εξασφαλίζουν το 40% των θερμίδων τους από το λίπος. Αντίθετα, οι Κινέζοι αγρότες π.χ. παίρνουν μόνο το 10% των θερμίδων τους από τα λίπη. Τα πολλά λίπη επιφυλάσσουν όχι μόνο μεγάλο βάρος, αλλά και πολλά είδη καρκίνων και καρδιακά νοσήματα(στεφανιαία κυρίως). Η ιδανική δίαιτα θα ήταν αν εξασφαλίζαμε γύρω στο 20% των θερμίδων από λίπη. Γιατί το λίπος είναι απαραίτητο όχι μόνο σαν πηγή ενέργειας, αλλά σαν σημαντικό δομικό συστατικό του σώματος, σημαντικότερο από τους υδατάνθρακες. Κυρίως είναι χρήσιμο για τη μεμβράνη των κυττάρων(με τη μορφή «λιπιδίων»), τα μέρη του εγκεφάλου και για τα νεύρα. Όμως σαν δομικό συστατικό των παραπάνω πρέπει να είναι με τη μορφή «βασικών» λιπών (κυρίως του τύπου των «πολυακόρεστων», δηλαδή των ιδιαιτέρως ακορέστων). Τα κορεσμένα λίπη και πολλά από τα ακόρεστα δεν είναι «βασικά». Τέτοια είναι τα λίπη που προέρχονται από τα φύλλα και τους σπόρους των φυτών, καθώς και από τα ψάρια, ιδίως τα λιπαρά, όπως το σκουμπρί. Αλλά τα ψάρια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τροφή για τους λίγους και λόγω της υπεραλίευσης και της μόλυνσης τα αλιεύματα σπανίζουν πια. Η συμβουλή των μοντέρνων διατροφολόγων να τρώμε περισσότερο ψάρι δεν είναι ρεαλιστική, ακόμα και αν αυξήσουμε τις ιχθυοκαλλιέργειες(τεράστια προβλήματα ρύπανσης). Πιο ρεαλιστικό είναι να εξασφαλίζουμε τα βασικά λίπη από τα φυτά.

Οι πρωτεΐνες είναι πιο σύνθετες από τους υδατάνθρακες και τα λίπη και περιέχουν εκτός από άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο και μικρές ποσότητες θείου. Είναι «μακρομόρια», όπως οι πολυσακχαρίτες, και αποτελούνται από μακρές αλυσίδες αμινοξέων. Κάποια αμινοξέα, όπως η λυσίνη, η μεθειονίνη και η τρυπτοφάνη θεωρούνται «βασικά» («πρώτης τάξεως»)και κάποια μη «βασικά»(δευτέρας τάξεως»). Το σώμα το ίδιο δεν μπορεί να συνθέσει τα βασικά αμινοξέα και έτσι τα εξασφαλίζει έτοιμα μέσα από τη τροφή. Γενικά οι ζωικές πρωτεΐνες περιέχουν όλα τα βασικά αμινοξέα, ενώ στις φυτικές λείπουν ένα- δύο αμινοξέα.

Οι πρωτεΐνες είναι –μαζί με το νερό-κύριο συστατικό του σώματος(στους μυς, στις μεμβράνες, ερυθρά αιμοσφαίρια, αντισώματα, ορμόνες, ένζυμα κ.λπ). Παλιότερα στη Δύση-Βορρά κυριαρχούσε η άποψη ότι χρειαζόμαστε καθημερινά μεγάλες ποσότητες ζωικών πρωτεϊνών για να είμαστε υγιείς(δίαιτα με 12-15% πρωτεϊνη). Σήμερα μελέτες δείχνουν ότι το καλύτερο είναι μια δίαιτα με λιγότερο από 5% πρωτεϊνη.  Και αυτή δεν χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε «πρώτης τάξεως», γιατί οι «δευτέρας τάξεως» συνήθως αλληλοσυμπληρώνονται. Αυτό συμβαίνει π.χ. με τα δημητριακά που έχουν χαμηλή λυσίνη και μπορούν να συνδυαστούν με τα όσπρια που έχουν υψηλό βαθμό λυσίνης. Οι άνθρωποι που ακολουθούν παραδοσιακές δίαιτες μπορεί να μη ξέρουν από βιοχημεία, αλλά ξέρουν από τη μακροχρόνια εμπειρία τους ότι δημητριακό και όσπριο είναι ο καλύτερος συνδυασμός στη μαγειρική τους, ώστε να είναι υγιείς (ρύζι με σόγια στην Κίνα, ρύζι ή σιτάρι με φακές, ξερά φασόλια και μπιζέλια στην Ινδία, ρύζι ή κουσκούς με φασόλια ή κουκιά στη Μέση Ανατολή, τορτίγια από καλαμπόκι με φασόλια στο Μεξικό κ.λπ).

Αποτέλεσμα της μέχρι τώρα κυρίαρχης άποψης για πολλές ζωικές πρωτεϊνες στη διατροφή μας, ήταν τα εντατικά συστήματα ζωοεκτροφής και πτηνοτροφίας με όσο γινόταν πιο πολλά ζώα –πτηνά. Παράλληλα τα δημητριακά, τα όσπρια και η σόγια θεωρούνταν «δεύτερης τάξης» τροφή και προορίζονταν κυρίως για ζωοτροφές. Το αγροδιατροφικό σύστημα χρησιμοποιούσε μέχρι τώρα το 50% της παγκόσμιας παραγωγής σιταριού και κριθαριού, το 80% του καλαμποκιού και το 90% της σόγιας σαν ζωοτροφές[3] (οι ευρωπαίοι καταναλωτές π.χ. επιδοτούν με 2 ευρώ την ημέρα κάθε εκτρεφόμενη με δημητριακά αγελάδα τους, ενώ πάνω από 2 δις άνθρωποι στον τρίτο κόσμο ζούν με 2 ευρώ την ημέρα). Σήμερα αντιλαμβανόμαστε ότι οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν την απαραίτητη για αυτούς πρωτεϊνη από τα δημητριακά και τα όσπρια, πράγμα που έκαναν μέχρι τώρα μόνο οι χορτοφάγοι(αποδεδειγμένα πιο υγιείς σε σχέση με τους ευτραφείς υπέρβαρους αυτού του κόσμου). Φυσικά τα ζωικά προϊόντα μας εξασφαλίζουν και κάποια απαραίτητα συστατικά όπως τα βασικά μέταλλα ασβέστιο και ψευδάργυρο, που δεν υπάρχουν σε ικανές ποσότητες στα φυτικά αντίστοιχα. Δεν θα πρέπει να τα διαγράψουμε εντελώς από τη καθημερινή μας δίαιτα, αλλά δεν χρειάζεται να στηρίζουμε τη δίαιτά μας κύρια στα ζωικά προϊόντα.

Αυτό θα έχει επιπτώσεις για τη μελλοντική «φωτισμένη» γεωργία: θα πρέπει να σταματήσει η σημερινή επιμονή στην εντατική κτηνοτροφία και η μεγάλη ζήτηση για τα προϊόντα της, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέφεται ο παγκόσμιος πληθυσμός πλουσιοπάροχα με σιτηρά και όσπρια. Τα ζώα να είναι ενταγμένα με ισορροπία σε ολοκληρωμένα αγροκτήματα και τα ζωικά προϊόντα να είναι συμπληρωματικά στην ανθρώπινη διατροφή.   Από την άλλη θα χρειασθεί να επανέλθει στην πραχτική των αγροτικών κοινοτήτων η καλλιέργεια των ντόπιων εγκλιματισμένων ποικιλιών, που δεν χρειάζονται πολλές εξωτερικές εισροές και αντέχουν καλύτερα στις ντόπιες συνθήκες κλίματος και εδάφους, καθώς αντίστοιχα  και η εκτροφή των ντόπιων ρατσών ζώων και πουλερικών. Όσον αφορά στα σιτηρά, να επανέλθουν στην καλλιέργεια των «ντυμένων» σιταριών(του μονόκοκκου, δίκοκκου, σπέλτα), που εγκαταλείφθηκαν λόγω της δυσκολίας αποφλοίωσης και των χαμηλότερων αποδόσεων σε σχέση με τα «γυμνά» σιτηρά της εντατικής χημικής γεωργίας.

Σήμερα υπάρχει αναγκαιότητα να καλλιεργηθούν τα «ντυμένα» σιτηρά επειδή αντέχουν σε δυσκολότερες εδαφοκλιματολογικές συνθήκες(ξηρασία, άγονα εδάφη), είναι πολύτιμο γενετικό υλικό για τη μελλοντική γεωργία σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, ενώ παράλληλα μπορούν να δώσουν προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας(χωρίς βέβαια να τα θεωρούμε και «υπερτροφές», όπως σκόπιμα διαδίδουν κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα εκμεταλλευόμενα τη σύγχυση  και τη μόδα των «προϊόντων χωρίς γλουτένη»[4])

Να αναφερθούμε και λίγο σε μια τελευταία κατηγορία βασικών συστατικών της τροφής: τα μέταλλα, τις βιταμίνες και τις «παραβιταμίνες»:

·         Τα μέταλλα όπως το νάτριο και κάλιο διατηρούν τη συνοχή των κυτταρικών μεμβρανών, ο σίδηρος είναι βασικό συστατικό της αιμογλοβίνης στο αίμα, το ασβέστιο έχει πολλές άλλες λειτουργίες εκτός από το ρόλο του στα οστά και τα δόντια. Είναι όμως ζωτικά στοιχεία για το σώμα σε μικρές ποσότητες, ενώ σε μεγάλες μπορεί να είναι τοξικά. Το νάτριο π.χ. σε μεγάλες ποσότητες οδηγεί σε υπέρταση(υψηλή πίεση), σε προδιάθεση εγκεφαλικής συμφόρησης και σε κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Αναφερόμαστε στο νάτριο γιατί έχουμε συνηθίσει στο δυτικό κόσμο να τρώμε πολύ αλάτι, μέσω των μοντέρνων επεξεργασμένων τροφών, όπου προστίθεται όχι μόνο σαν γευστικό, αλλά και σαν συντηρητικό.

·         Μετά τον 17ο αιώνα και τα μεγάλα ταξίδια των ναυτικών(υπόφεραν από σκορβούτο λόγω ελλιπούς διατροφής), έγινε αντιληπτό ότι έχουμε μεγάλη ανάγκη σε βιταμίνες. Η βιταμίνη C π.χ. είναι ένα από τα πολλά αντιοξειδωτικά του σώματος. Το οξυγόνο είναι απαραίτητο για το ανθρώπινο σώμα, όμως όταν είναι ελεύθερο από χημικές ενώσεις που το δεσμεύουν(όπως συμβαίνει όταν βρίσκεται με τη μορφή των «ελεύθερων ριζών»), τότε είναι πολύ δραστικό και μπορεί να οξειδώσει τους ιστούς στο σώμα μας και να προκαλέσει μεγάλη ζημιά. Οι διάφορες βιταμίνες-όπως και άλλα συστατικά-λειτουργούν σαν αντιοξειδωτικά δεσμεύοντας το ελεύθερο οξυγόνο. Αν δεν τις διαθέτουμε δε μπορούμε να αποφύγουμε την οξείδωση και τον εκφυλισμό του οργανισμού μας. Όταν μας λείπει π.χ. η βιταμίνη Α, μεταξύ άλλων θα έχουμε σαν αποτέλεσμα ξηροφθαλμία και στο τέλος  τύφλωση.

Βέβαια δεν πρέπει να το παρακάνουμε με τις βιταμίνες και τα αντιοξειδωτικά, τα οποία προωθούν τελευταία οι εταιρείες σαν «συμπληρώματα διατροφής», παρασκευάζοντάς τες με χημικό τρόπο στο εργαστήριο και πραγματοποιώντας μεγάλα κέρδη από τους «υγιεινιστές» καταναλωτές.  Τις βιταμίνες να τις εξασφαλίζουμε από τις κατάλληλες τροφές, ακολουθώντας τη «συμβολή της γιαγιάς»: «μην τρώμε τίποτα πάρα πολύ», «μια σταλιά από ότι τραβά η καρδιά μας,  μας κάνει καλό».

·         Σαν «παραβιταμίνες» θεωρούνται σήμερα τροφές που με κάποιο τρόπο λειτουργούν τονωτικά και σαν φάρμακα και όχι μόνο σαν πηγές ενέργειας ή δομικά υλικά για τον οργανισμό. Χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι: «λειτουργικές τροφές», «φαρμακοτρόφιμα» ή «φυτοθρεπτικά συστατικά», χωρίς να είναι εντελώς κατανοητό το περιεχόμενο αυτών των όρων, αλλά που έχουν γίνει μια μεγάλη οικονομική ατραξιόν για τις εταιρείες που τα προωθούν. Υποτίθεται ότι ενισχύουν την υγεία με διάφορους τρόπους, όταν είναι παρούσες αυτές οι τροφές. Όπως π.χ. οι φυτικές στερόλες, που φαίνεται ότι μειώνουν τη χοληστερίνη στο αίμα και θεωρητικά θα μπορούσαν να μειώσουν τον κίνδυνο της στεφανιαίας νόσου.

Η έλλειψη παραβιταμινών δεν φαίνεται να οδηγεί φανερά σε κάποιες ασθένειες, για αυτό και υπάρχει σκεπτικισμός σε σχέση με την εγκυρότητα της ανάγκης να τις εξασφαλίζουμε. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι χρειάζεται να τρώμε, όπως και οι προγονοί μας, μια μεγάλη ποικιλία από φυτά, ιδιαίτερα άγρια φυτά και μύκητες(μανιτάρια), καθώς και τροφές που έχουν υποστεί ζύμωση από ενεργούς μικροοργανισμούς(ΕΜ). Όταν τρώμε τη τροφή μας, τρώμε στην ουσία διάφορες υλικές δομές τις οποίες δημιουργούν οι διάφορες μορφές ζωής σε αυτόν τον πλανήτη. Και αυτές οι δομές είναι πολύ πιο πολύτιμες από τις δομές που παρασκευάζει τεχνικά η χημική βιομηχανία.

Η μελλοντική μας θεωρία για τη διατροφή θα πρέπει να στηριχθεί πάλι στην απλότητα, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το σφιχταγκάλιασμα των ειδικών και των ιθυνόντων κάθε είδους, που ευνοούνται από την πολυπλοκότητα της γνώσης και της κατοχής των αποτελεσμάτων της έρευνας. Έχουν γραφεί χιλιάδες εγχειρίδια για τη σωστή και υγιεινή διατροφή. Όλο το περιεχόμενό τους μπορεί να συμπυκνωθεί στην εξής απλή συμβουλή: «πολλά χορταρικά, όχι πολύ κρέας, μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία τροφών». Μετά από τόση έρευνα των ειδικών, μπορούμε να καταλήξουμε πάλι στην ίδια σωστή συμβουλή της γιαγιάς. Αυτό είναι το συμπέρασμα: η εμπειρία χιλιάδων χρόνων επιβεβαιώνεται και επιστημονικά. Και το ερώτημα και ζήτημα που μας μπαίνει είναι πως θα παράγουμε αυτή την μεγάλη ποικιλία των τροφών που μας χρειάζονται για την ευζωία μας.


[1] «Οι άνθρωποι πια δεν λένε “τρώω” ή “πίνω” αλλά λένε “καταναλώνω”. Όλες οι φυσικές πράξεις και λειτουργίες που κρατούν στη ζωή ένα φυσικό πλάσμα άνθρωπο, έχουν αντικατασταθεί από τον όρο κατανάλωση, λες και είναι ο άνθρωπος πλέον μηχάνημα... Αυτή είναι η μέγιστη ύβρις και ο μέγιστος εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της πλήρους μετάλλαξης του ανθρώπου σε γρανάζι του συστήματος που απομυζεί το οικοσύστημα καταναλώνοντας τους φυσικούς του πόρους αναίσχυντα. Αυτός είναι ο αναίσχυντος σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής, ο ταυτισμένος με την χυδαιότητα.» Γιάννης Μακριδάκης http://yiannismakridakis.gr/?p=4851

[2] Σύμφωνα με τον FAO, μπορεί να παραχθεί στον πλανήτη τροφή ικανή να θρέψει με 2700 θερμίδες την ημέρα γύρω στα 12 δις. ανθρώπους. Αν υπήρχε σωστή κατανομή της τροφής και δεν πήγαινε πάνω από το 30% στα σκουπίδια, δεν θα υπήρχε πείνα πουθενά. 

[3] Τελευταία τα δημητριακά τα διεκδικούν όχι μόνο η κτηνοτροφία, αλλά και η αυτοκινητοβιομηχανία, μέσω της μετατροπής τους σε «βιοκαύσιμα»(«αγώνας μεταξύ των πεινασμένων παιδιών του κόσμου και των οδηγών των 4χ4 οχημάτων»)

[4] Γλουτένη: είναι μια πρωτεϊνη των μαλακών κυρίως σιτηρών (υπάρχει και στα σκληρά).Στο νερό παίρνει τη μορφή κολλοειδούς ουσίας, στην οποία οφείλεται και το «φούσκωμα» του ζυμαριού για το ψωμί. Στη βρώμη και το κριθάρι υπάρχει μια χαμηλότερη αναλογία της γλουτένης, όπως και στο μονόκοκκο και στα δίκοκκα σιτάρια. Το κεχρί, καλαμπόκι, ρύζι, κινόα, αμάρανθος, φαγόπυρο δεν περιέχουν γλουτένη. Είναι πλεονέκτημα για την αρτοποιία, αλλά κάποιοι άνθρωποι(όχι όλοι) δεν μπορούν να τη χωνέψουν και τους προκαλεί αλλεργία, δυσανεξία ή «ευαισθησία στη γλουτένη»(πόνο στο στομάχι, καούρες, φούσκωμα και αέρια στα έντερα, πονοκέφαλο, κόπωση κ.λπ.). Στο 1% του πληθυσμού περίπου προκαλεί την επικίνδυνη χρόνια νόσο κοιλιοκάκη στο λεπτό έντερο. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του όριο στη ανοχή της γλουτένης και θα πρέπει να το διερευνήσει, ώστε να βρει τρόπους αντιμετώπισης της τυχόν ευαισθησίας του σε αυτήν.

Η σύγχρονη διατροφή μας (τα τελευταία 50 χρόνια κυρίως στη Δύση) είναι «υπερφορτωμένη» με γλουτένη, λόγω της παρουσία της παντού σχεδόν(μπαίνει σαν πρόσθετο) και της υπερκατανάλωσης επεξεργασμένων τροφών που στηρίζονται στο ραφιναρισμένο αλεύρι.   



0 Comments

Για τα Μεταλλαγμένα

6/6/2014

0 Comments

 
‘Όταν το 2003 η Ε.Ε. αποφάσιζε την άρση του «μορατόριουμ» ενάντια στη προώθηση των μεταλλαγμένων στην Ευρώπη, στη χώρα μας –ξεκινώντας από τη Θεσσαλία βασικά-δημιουργήθηκε ένα πραγματικό κίνημα ενάντιά τους. Στράφηκε ενάντια στην καλλιέργεια κυρίως, αλλά και στη διακίνησή τους στη χώρα. Καταφέραμε τότε να κηρυχθούν –μέσω αποφάσεων των Νομαρχιακών Συμβουλίων-όλες οι τότε Ελληνικές Νομαρχίες σαν «περιοχές ελεύθερες από μεταλλαγμένα», αφού το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών και των κοινωνικών-πολιτικών φορέων τους τάχθηκε ενάντια στη διασπορά τους στην τροφική αλυσίδα και τη φύση. Το γεγονός αυτό ανάγκασε την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση να απαγορεύει στη συνέχεια την καλλιέργεια οποιασδήποτε γενετικά τροποποιημένης (γ.τ.: μεταλλαγμένης) ποικιλίας στα ελληνικά εδάφη.

Δεν καταφέραμε τότε –παρόλο που είχαμε ετοιμάσει και αντίστοιχη πρόταση νόμου- να απαγορευθεί και η διακίνηση των γ.τ. οργανισμών στη χώρα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια να περνούν οι γ.τ.ο. στο πιάτο των ελλήνων καταναλωτών, είτε σαν συστατικά διάφορων επεξεργασμένων τροφών (με υποχρεωτική αναγραφή αυτών των συστατικών στην ετικέτα τους), είτε μέσω των ζωοτροφών στα ζωικά προϊόντα. Η αντίσταση των ευρωπαίων πολιτών στην «εισβολή» των μεταλλαγμένων είχε όμως σαν αποτέλεσμα να καθυστερούν οι αδειοδοτήσεις και οι επενδύσεις των εταιρειών στον τομέα της γενετικής μηχανικής σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Έτσι δέχονται σήμερα τη συμβιβαστική πρόταση της ελληνικής προεδρίας να τα προωθήσουν μεμονωμένα στις χώρες που τα αποδέχονται, ελπίζοντας ότι μελλοντικά θα το καταφέρουν και σε όσες τα αρνούνται. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα.

Γιατί όμως δε δεχόμαστε τα μεταλλαγμένα; Ας ανατρέξουμε στα επιχειρήματα που είχαμε διαμορφώσει σαν κίνημα την περίοδο μετά το 2003 (βλέπε αντίστοιχα αρχεία στο: http://www.gmostop.org/, και στο: http://www.biotechwatch.gr/).

 Τι είναι τα μεταλλαγμένα

Τα Μεταλλαγμένα, ή καλύτερα τα γενετικά τροποποιημένα (γ.τ.), είναι προϊόντα μιας πολύ χοντροκομμένης Τεχνολογίας, της Γενετικής Μηχανικής. Οι γενετιστές επιστήμονες των πολυεθνικών των Μεταλλαγμένων, έχοντας αποκτήσει τη δυνατότητα να ανα-συνδυάζουν το DΝΑ, δηλ. το γενετικό υλικό των διάφορων οργανισμών, χωρίς ακόμα να καταλαβαίνουν τι είναι τα γονίδια, «πυροβολούν» με μια σύριγγα γενετικό υλικό από οργανισμούς «δότες», τυχαία, στο γενετικό υλικό των οργανισμών «δεκτών». Έτσι, μπορούν να έχουν ένα νέο είδος με καινούργια μεν χαρακτηριστικά, αλλά σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτα, που στη φύση ποτέ δεν θα προέκυπτε (αφού μεταφέρονται π.χ. γονίδια από σκορπιό σε πατάτα ή από ψάρι σε ντομάτα). Ένα νέο είδος που, αφού πατενταριστεί, γίνεται ιδιοκτησία της αντίστοιχης πολυεθνικής. Μετά από πειράματα λίγων μηνών (ενώ με τις κλασικές μεθόδους χρειάζονται 10-15 χρόνια για να βγάλουν μια καινούργια ποικιλία), ζητάνε άδεια από τις αντίστοιχες αρχές για εμπορική τους χρήση (καλλιέργεια και διακίνηση). Τα πρώτα γνωστά γεωργικά φυτά, που έχουν καλλιεργηθεί κύρια στις Η.Π.Α. (80%), στην Αργεντινή και τον Καναδά (19%), είναι η σόγια, το καλαμπόκι, το βαμβάκι, η ελαιοκράμβη ενώ υπάρχουν και γ.τ. μικροοργανισμοί καθώς ζώα ή ψάρια.

Οι επικριτές επιστήμονες της Γενετικής Μηχανικής ισχυρίζονται και αποδεικνύουν και αυτοί στο εργαστήριο, ότι τα γονίδια  δεν  δουλεύουν μόνα τους ένα –ένα, αλλά σαν περιοχές γονιδίων, σαν δίκτυο. Οι συνδυασμοί, που γίνονται για να παραχθούν ή να μη παραχθούν οι πρωτεΐνες είναι πάρα πολλοί και δεν έχουν κατανοηθεί από κανένα ακόμα. Επίσης το εισαχθέν καινούργιο γονίδιο δεν σημαίνει ότι θα εκφρασθεί στον καινούργιο οργανισμό με τον ίδιο τρόπο που εκφραζόταν στον οργανισμό «δότη». Θα κάνει ό,τι του επιτρέψουν τα διπλανά γονίδια στο γένωμα του «δέκτη».

 Τι υπόσχονται και ποια η πραγματικότητα

Οι πολυεθνικές των γ.τ. υπόσχονται ότι οι αγρότες καλλιεργώντας (ή εκτρέφοντας) τέτοιους οργανισμούς θα έχουν αύξηση της παραγωγής, μειωμένη χρήση ζιζανιοκτόνων-εντομοκτόνων, μεγαλύτερη αντίσταση σε δύσκολες συνθήκες (ξηρασίας ,αλμυρότητας, θερμοκρασίας), ασφάλεια στην κατανάλωση και εξάλειψη της πείνας στον τρίτο κόσμο.

Όμως στα λίγα χρόνια της χρήσης τους (ξεκίνησαν στις ΗΠΑ το 1996), όλο και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι όλα αυτά που υπόσχονται, είναι μύθοι.

Η αύξηση της παραγωγής στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ήρθε (π.χ. το 1997 οι καλλιεργητές γ.τ. βαμβακιού στο Δέλτα του Μισισιπή αποζημιώθηκαν από την εταιρεία Μονσάντο, γιατί είχαν χαμηλή ποσοτική και ποιοτική παραγωγή), αντίθετα, το εισόδημα των αγροτών, που τα καλλιέργησαν, μειώθηκε λόγω του ότι οι καταναλωτές τα αποφεύγουν και οι τιμές τους πέφτουν (συνέβη και με τους Αμερικάνους αγρότες, που όμως δεν έχουν ακόμα καταρρεύσει, γιατί η κυβέρνηση τους χρηματοδοτεί με τεράστια ποσά και το κράτος εξαγοράζει τα αδιάθετα γ.τ. προϊόντα και τα στέλνει σαν “επισιτιστική βοήθεια” στις χώρες του τρίτου κόσμου, κύρια Αφρική. Συνέβη και με τους Αργεντινούς καλλιεργητές γ.τ. σόγιας, όπου καταρρεύσανε πάνω από 150.000).

Η μείωση των ζιζανιοκτόνων δεν επιτεύχθηκε επίσης για δύο βασικά λόγους:

1) Οι αγρότες έφθασαν να χρησιμοποιούν μέχρι και 2,5 φορές πάρα πάνω το ζιζανιοκτόνο Roundup της Μονσάντο, επειδή η αντίστοιχη Roundup Ready σόγια της δεν καταστρέφεται από το ζιζανιοκτόνο και έτσι με το παραμικρό ψέκαζαν.

2) Τα ζιζάνια ανέπτυξαν ανθεκτικότητα και μετατρέπονται σε «υπερζιζάνια».

Με τα εντομοκτόνα συνέβη το ίδιο, όπως π.χ. με τον Βάκιλο Θουριγγίας (Β.Τ.) όπου τα έντομα απέκτησαν γρήγορα ανθεκτικότητα, επειδή η τοξίνη του υπάρχει μέσα στα ίδια τα γ.τ. φυτά Β.Τ. και έτσι οι αγρότες αναγκάζονται να χρησιμοποιούν επιπλέον εντομοκτόνα.



Με την αντίσταση σε δύσκολες συνθήκες, όπως στην αλατότητα, υπάρχουν αμφιβολίες από αρκετούς άλλους ερευνητές, επειδή ο μεταβολισμός του άλατος εξαρτάται από την αλληλεπίδραση πολλών και διαφορετικών γονιδίων και όχι μόνο από ένα, όπως έγινε με τη χρήση του ανθεκτικού στην αλατότητα γονιδίου από μαγιά για την κατασκευή γ.τ. ρυζιού, πεπονιάς και ντομάτας.

Όσον αφορά στην ασφάλεια και τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον:

Η διεθνής Ένωση επιστημονικών οργανώσεων (Union of concerned Scientists) έχει εκφράσει τις επιφυλάξεις της για το ότι οι γ.τ.ο. είναι ακίνδυνοι. Ιατρικές επιθεωρήσεις (π.χ.Lancet) τονίζουν ότι οι γ.τ.ο. δεν θα έπρεπε να μπουν ποτέ στην τροφική αλυσίδα. Η Βρετανική Ιατρική Ένωση και η Γερμανική έχουν παρόμοια θέση. Πολλές εθνικές ακαδημίες (Βρετανίας, Βραζιλίας, Κίνας, Ινδίας, Μεξικού, κ.λ.π.) σε έκθεσή τους αναφέρουν ότι οι γ.τ.ο. εισάγουν αλλεργιογόνα, νέες τοξίνες και άγνωστους συνδυασμούς πρωτεϊνών στον οργανισμό καθώς και επιμόλυνση και γενετική ρύπανση στο έδαφος και στο περιβάλλον.

Ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης σε έκθεσή του αναφέρει: «Υπάρχουν έρευνες στους γ.τ.ο. που δεν αποκλείουν την πρόκληση αλλεργιών, την αύξηση της αντίστασης μικροβίων στα αντιβιοτικά ή της παραγωγής τοξικών ουσιών εξαιτίας τους…Ο ανταγωνισμός των φυσικών με τους γ.τ. οργανισμούς μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την εξαφάνιση των φυσικών ειδών… Σε περίπτωση λάθους δεν υπάρχει διαδικασία απόσυρσης ή ανάκλησής τους απ‘ το περιβάλλον».

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά, με σημαντικότερα τα αποτελέσματα των ερευνών στην Βρετανία (αφορούσε την επίπτωση στην βιοποικιλότητα όπου οι καλλιέργειες γ.τ. ειδών αποδείχθηκαν μέχρι και 5 φορές πιο καταστροφικές από τις συμβατικές με τα πιο ισχυρά ζιζανιοκτόνα), των ερευνών της NAFTA (αφορούσε την επιμόλυνση τεράστιων εκτάσεων του Μεξικού με γ.τ. καλαμπόκι) καθώς και μιας  διετούς έρευνας που έδειξε ότι το μεταλλαγμένο καλαμπόκι ΜΟΝ810 της Μονσάντο (που έχει πάρει έγκριση για κυκλοφορία και στην Ευρώπη) έχει επιβλαβείς επιπτώσεις στο είδος της πεταλούδας «Μονάρχης».

Σε μελέτη ανεξάρτητης ομάδας Γάλλων επιστημόνων (CRIIGEN), αποδείχνεται ότι το γ.τ. καλαμπόκι ΜΟΝ863 της εταιρείας Monsanto είναι εν δυνάμει επικίνδυνο: ποντίκια που τραφήκανε με αυτό είχαν συμπτώματα δηλητηρίασης και τοξικότητα στο συκώτι και τα νεφρά. Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζονται τοξικές επιπτώσεις σε εσωτερικά όργανα από κάποιο μεταλλαγμένο προϊόν που έχει ήδη πάρει έγκριση για κατανάλωση από ανθρώπους. Τελευταίες μελέτες (2009-2010) αναφέρουν πως ποντίκια-πειραματόζωα που τράφηκαν με μεταλλαγμένα είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις στη γονιμότητά τους και προβλήματα στη νεφρική και την ηπατική λειτουργία. Η Monsanto είχε αποκρύψει πολύ σημαντικά στοιχεία από τα πειράματά της και απέφυγε να κάνει έρευνα για την απώλεια βάρους των πειραματόζωων. Μάλιστα, αρνιόταν να δημοσιεύσει τη μελέτη της μέχρι τον Ιούνιο του 2005, που τελικά αναγκάσθηκε να το κάνει μετά από απόφαση γερμανικού δικαστηρίου. Το ΜΟΝ863 καλλιεργείται νόμιμα στις ΗΠΑ και Καναδά. Έχει πάρει έγκριση για ανθρώπινη κατανάλωση και για ζωοτροφή στην Ε.Ε, Αυστραλία, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, Μεξικό, Φιλιππίνες και Ταϊβάν.

 Επίσης μια έρευνα Αυστραλών επιστημόνων με γ.τ. μπιζέλι έδειξε ότι προκαλεί πολλά προβλήματα, μέχρι και φυματίωση, στα πειραματόζωα-ποντικούς.

Όσον αφορά στην εξάλειψη της πείνας (την είχαν υποσχεθεί και με την «πράσινη επανάσταση»της χημικής γεωργίας), το πρόβλημα δεν είναι ζήτημα παραγωγής αλλά κύρια κατανομής και φτώχειας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ζάμπια, που για να αρνηθεί την επισιτιστική βοήθεια των ΗΠΑ σε γ.τ. σπόρους, χρησιμοποίησε το επιχείρημα: θα τους δεχθούμε ,γιατί πεινάμε, αλλά μόνο αλεσμένους, επειδή οι αγρότες μας καλλιεργούν για εξαγωγή στην Ευρώπη και οι Ευρωπαίοι καταναλωτές δεν θέλουν μεταλλαγμένα. (Δεν παράγουν λοιπόν οι αγρότες της Ζάμπια για το λαό της που μπορεί να πεινάει, αλλά για την Ευρώπη στην οποία έχει πολλά χρέη).

 Οι γενικότερες επιπτώσεις

1) Η γενετική μηχανική αντιμετωπίζει τους έμβιους οργανισμούς όχι πλέον σαν ξεχωριστά όντα με μόνιμη μορφή αλλά σαν οργανισμούς υπό διαμόρφωση (in formation), χωρίς αυταξία, που η ζωή τους είναι ένα σύνολο κωδικοποιημένων πληροφοριών. Αν «αποκρυπτογραφηθούν» αυτές οι πληροφορίες μπορούν να μετατραπούν σε πνευματική ιδιοκτησία και να ανασυνδυασθούν, για την παραγωγή βιοτεχνολογικής ζωής προς εμπορική εκμετάλλευση. Έτσι έχουμε αποηθικοποίηση της ζωής. Με αυτή την έννοια, η γενετική μηχανική. θέτει προβλήματα Βιοηθικής.

2) Το παγκόσμιο γενετικό υλικό της Χλωρίδας και της Πανίδας, που στα χιλιάδες χρόνια της Γεωργίας υπήρξε αντικείμενο βελτίωσης των καλλιεργητών από γενιά σε γενιά, με τη γενετική τροποποίηση μετατρέπεται σε ιδιοκτησία των 3-4 Πολυεθνικών των Μεταλλαγμένων. Με αυτήν την έννοια έχουμε ένα σφετερισμό που πολύ πετυχημένα έχει ονομασθεί Βιοπειρατεία.

3) Οι Πολυεθνικές των Μεταλλαγμένων προωθούν τα γ.τ. φυτά (και ζώα) προς τους αγρότες με ατομικά συμβόλαια. Μέσω αυτών των συμβολαίων ο αγρότης υποχρεώνεται να «νοικιάζει» τους σπόρους μαζί με την χημική υποστήριξη από την ίδια εταιρεία. Δεσμεύεται απ‘ αυτήν για το τι πρέπει να κάνει, για το τι διαδικασία καλλιέργειας θα ακολουθήσει, για το ποιες παρεμβάσεις και πότε θα κάνει κ.λ.π. Δεν θα μπορεί να κρατήσει ο ίδιος σπόρο για την επόμενη χρονιά, λόγω πατέντας. Από αγρότης-παραγωγός μετατρέπεται σε παραγωγό πρώτων υλών για τις εταιρείες διατροφής. Η εξάρτηση, λοιπόν, των αγροτών, καθώς και της τροφής, όπως και της υπαίθρου θα είναι πρωτόγνωρη.   

Ο στόχος των επικυρίαρχων είναι ο έλεγχος της παγκόσμιας διατροφής και της παγκόσμιας πολιτικής, μέσω και της Βιοτεχνολογίας. Με αυτή την έννοια η προώθηση των Μεταλλαγμένων είναι ένα βαθιά ταξικό φαινόμενο, που υλοποιεί την εξάρτηση στον υπέρτατο βαθμό από τις πολυεθνικές εταιρείες σποροπαραγωγής.

4) Λόγω της Επιμόλυνσης (τα «εισαγόμενα »γονίδια είναι πολύ επιθετικά και μεταδίδονται με την γύρη, που μεταφέρεται από τα έντομα και τον αέρα πολύ μακριά, στις γειτονικές καλλιέργειες και τα άγρια είδη), οι αγρότες που καλλιεργούν γ.τ. ποικιλίες κάνουν «αθέμιτο» ανταγωνισμό στους συναδέλφους τους, που είτε είναι Βιοκαλλιεργητές, είτε είναι καλλιεργητές ποιοτικών προϊόντων (Π.Ο.Π., Π.Γ.Ε., Ολοκληρωμένης Διαχείρισης), είτε συμβατικών απαλλαγμένων από γ.τ.ο. Οι τελευταίοι δεν θα μπορούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην αντίστοιχη αγορά και έτσι θα υφίστανται μεγάλη οικονομική ζημιά.  Η λεγόμενη «Συνύπαρξη», με όποια μέτρα και αν πάρουν («φράγματα γύρης», «ζώνες ασφάλειας» κ.λ.π.) ιδιαίτερα για τη χώρα μας με τους μικρούς αγροτικούς κλήρους, δεν είναι δυνατή επιστημονικά. Το μόνο που μπορεί να θεσπισθεί είναι οικονομικά μέτρα αποζημίωσης από τους ρυπαίνοντες. Αυτό όμως θα οδηγήσει σε μια ατέλειωτη σειρά δικών και θα μετατρέψει τους αγρότες σε ντέντεκτιβς και δικηγόρους για να αποδείξουν ποιος είναι ο αίτιος. Οι τοπικές κοινωνίες θα χωρίζονται στα δύο και ο ένας θα υποψιάζεται τον άλλο. Θα έχουμε λοιπόν εκτός από οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Κάθε ίχνος ποιότητας και κοινοτικής ζωής στην επαρχία θα εξαφανισθεί και θα υπάρξει ακόμα παραπέρα συρρίκνωσή της.

5) Τα Μεταλλαγμένα είναι άλλη μια κατεξοχήν περίπτωση που μας εισάγει στην κοινωνία της διακινδύνευσης. Οι γενετιστές επιστήμονες, που παίζουν και «τολμούν» στο εργαστήριο, οι εταιρείες, που παίρνουν τις αποφάσεις για να κερδίσουν από την αβεβαιότητα, οι πολιτικοί που θέλουν να εξουσιάζουν αυτή την αβεβαιότητα είναι η μια πλευρά. Όσοι υφίστανται αμέτοχοι την αβεβαιότητα ή όσοι αντιδρούν σε αυτήν, είναι η άλλη πλευρά. Αυτοί οι τελευταίοι αναλαμβάνουν και το βάρος της εκ των υστέρων απόδειξης του κινδύνου.

 Εγκεκριμένα τρόφιμα και ζωοτροφές στην Ευρώπη

Μέχρι τον Απρίλιο του 2004 τα γ.τ. είδη περιλαμβάνονταν στην κατηγορία των λεγόμενων «νεοφανών» τροφίμων και εγκρίνονταν σύμφωνα με την αντίστοιχή τους νομοθεσία. Με τη νομοθεσία αυτή είχε δοθεί έγκριση για χρήση σαν συστατικά προϊόντων σε 16 γ.τ.ο. (ουσιαστικά σε παράγωγα γ.τ. καλαμποκιού, σόγιας και σε σπορέλαια από γ.τ. ελαιοκράμβη και βαμβάκι). Σε 8 από αυτά είχε δοθεί ταυτόχρονα και έγκριση για χρήση τους σαν ζωοτροφές ή σαν συστατικά ζωοτροφών.

Mε βάση τον Κανονισμό 1829 και με αποφάσεις της ίδιας της Κομμισιόν (όταν δεν επιτυγχάνεται η απαιτούμενη πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Υπουργών, αποφασίζει η ίδια η επιτροπή) χορηγήθηκε άδεια για 32 ποικιλίες γλυκού καλαμποκιού με γενετική τροποποίηση ΒΤ11 (της Syngenta, πρώην Novartis) και ΝΚ603, καθώς και ΜΟΝ863 της Μονσάντο, που έχουν μπει στους εθνικούς καταλόγους της Ισπανίας, Γαλλίας και Ολλανδίας και σε 17 ποικιλίες του καλαμποκιού ΜΟΝ810 της Μονσάντο, που μπήκαν στον κοινό ευρωπαϊκό κατάλογο. Η Syngenta έχει δηλώσει ότι προς το παρόν δεν προτίθεται να προωθήσει το γ.τ. καλαμπόκι της. Η Μπάγερ έχει αποσύρει τη γ.τ. πατάτα της(amflora). Το λόμπυ όμως της Μονσάντο κάνει τα πάντα για τη προώθηση των ποικιλιών της και η Κομμισιόν έχει εξελιχθεί σε εργολάβο της.

Η χώρα μας, κάτω από την πίεση του κινήματος κατά των μεταλλαγμένων, που ξεκίνησε βασικά μετά το 2003 και την άρση του «μορατόριουμ» (ακόμα και όλα τα κόμματα, τουλάχιστον στα λόγια, είναι ενάντια στα μεταλλαγμένα) έχει απαγορεύσει την καλλιέργεια της γ.τ. ελαιοκράμβης και 31 υβριδίων καλαμποκιού, μεταξύ των οποίων και 17 της Μονσάντο. Η Κομισιόν με τελεσίγραφό της είχε ζητήσει το 2009 την άρση αυτών των απαγορεύσεων. Όμως το ΥΠΑΑΤ τότε αποφάσισε να συνεχισθεί, μέχρι να ξεκαθαρισθεί το ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ΜΟΝ 810 το είχε απαγορεύσει και η Πολωνία με την Ουγγαρία, ενώ 14 κράτη ζητούσαν από την ΕΕ τη συνολική απαγόρευση του ΜΟΝ810. Γενικά αρνητική στάση στα μεταλλαγμένα, μέχρι τώρα, κρατούσαν άλλες 5 χώρες: η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ιταλία και το Λουξεμβούργο, με ουσιαστικότερες αντιδράσεις από την Αυστρία. Έτσι δεν αποφασιζόταν εύκολα η έγκριση νέων γ.τ. ποικιλιών για καλλιέργεια, γιατί δεν επιτυγχάνονταν οι απαραίτητες πλειοψηφίες στο συμβούλιο των υπουργών γεωργίας.

Στη χώρα μας λοιπόν μπορούν να κυκλοφορούν τροφές που περιέχουν γ.τ. σογιάλευρο, σογιέλαιο, λεκιθίνη ποπ-κορν, καλαμποκάλευρο, καλαμποκέλαιο, σιρόπι καλαμποκιού, Βαμβακέλαιο, Βιταμίνη Β2 κ.λ.π. (έχουν πάρει έγκριση με την νομοθεσία για τα «νεοφανή» προϊόντα). Είναι όμως υποχρεωτικό να αναγράφεται αυτό στην ετικέτα τους. Ακόμα όμως δεν υπάρχει ο υπεύθυνος μηχανισμός που θα ελέγχει αυτή τη διαδικασία, έτσι οι καταναλωτές δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ουσιαστικά αν τα συστατικά των προϊόντων που αγοράζουν είναι και γ.τ. Αυτό αποδείχθηκε και με την περίπτωση του γ.τ. ρυζιού που είχε εισαχθεί από ΗΠΑ και Κίνα και που κυκλοφόρησε «παράνομα» και στα ελληνικά ράφια και που βρέθηκε μετά από έλεγχο των παραστατικών χαρτιών από τον ΕΦΕΤ, αλλά μετά από παραγγελία της Κομμισιόν.

 Ιδιαίτερα για τα ζωικά προϊόντα, ο καταναλωτής δεν μπορεί να ξέρει τίποτε. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα μας, προς το παρόν, είναι οι ζωοτροφές. Εισάγονται πολλές ποσότητες γ.τ. σόγιας και  καλαμποκιού για ζωοτροφές και από κει και πέρα χάνονται τα ίχνη τους.

Το Κίνημα ενάντια στα Μεταλλαγμένα εκτός από το γενικότερο στόχο για κήρυξη της χώρας ελεύθερης από μεταλλαγμένα, θα χρειασθεί  να στρέψει ιδιαίτερα την προσοχή του στις πύλες εισόδου των ζωοτροφών.

 Η «Συνύπαρξη»

Από τη στιγμή που η ΕΕ αποφάσισε να προωθήσει τα μεταλλαγμένα, έμπαινε ζήτημα της συνύπαρξης των καλλιεργειών, με την έννοια του πώς μπορούν να καλλιεργηθούν ταυτόχρονα σε μια περιοχή γ.τ. ποικιλίες και μη, με συμβατικό ή βιολογικό τρόπο, δεδομένου ότι έχει αποδεχθεί το αναπόφευκτο της επιμόλυνσης. Καταρχήν έθεσε το όριο του 0,9%, δηλ. ότι ένα προϊόν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μη μεταλλαγμένο αν περιέχει γ.τ.ο. κάτω από αυτό το όριο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι κάτω του 0,9% το προϊόν δεν έχει επιπτώσεις. Για την Επιτροπή σημαίνει απλά ότι κάτω από αυτό το όριο δεν θα έχει οικονομικές επιπτώσεις, π.χ. δεν θα απορριφθεί ένα βιολογικό προϊόν σαν τέτοιο και άρα δεν θα έχει οικονομική ζημιά ο Βιοκαλλιεργητής αν περιέχει λιγότερο από 0,9% γ.τ. Γενικότερα, η ΕΕ αντιμετωπίζει το θέμα της «συνύπαρξης» μόνο από οικονομικής πλευράς. Έτσι προέτρεψε τα κράτη μέλη να κάνουν νόμο για την «συνύπαρξη», που να αντιμετωπίζουν μόνο τις οικονομικές επιπτώσεις από την επιμόλυνση.

 Μέχρι τώρα νομοθετικές ρυθμίσεις για τη «συνύπαρξη» έχουν κάνει μόνο η Γερμανία, η Δανία, η Πορτογαλία και 6 κρατίδια της Αυστρίας. Η ΕΕ έχει απορρίψει πάνω από τις μισές προτάσεις νόμου Κρατών μελών ή περιφερειών και απειλεί με ένδικα μέσα όταν απαγορεύουν την καλλιέργεια γ.τ.ο.. Η Αυστρία έχει πάει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για αυτό. Η ΕΕ έδωσε στην δημοσιότητα Έκθεση με θέμα τη «συνύπαρξη», όπου έλεγε ότι απαγορευτικές νομοθεσίες αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο και δήλωνε ότι «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας». Ταυτόχρονα ανέφερε ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν πολύ λίγες εμπειρίες από τη συνύπαρξη και για αυτό όλες οι χώρες πρέπει να δρομολογήσουν αντίστοιχες ρυθμίσεις και θα περίμενε, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα και να υιοθετηθούν κοινά μέτρα. Πράγμα όμως που δεν έγινε το επόμενο διάστημα μετά το 2009.

Η πρόσφατη απόφαση

Σε αυτό το διάστημα όμως δεν είχαμε θετικές εξελίξεις για τις εταιρείες των μεταλλαγμένων ούτε στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, όπου η αντίσταση ενάντια στα μεταλλαγμένα είχε μεγαλύτερη πρόσβαση. Οι εταιρείες έβλεπαν να καθυστερούν οι εγκρίσεις, να μην αυξάνεται ο τζίρος τους και να μην αποδίδουν κέρδη οι επενδύσεις τους, παρόλο που η ίδια η Κομμισιόν ήταν θετική. Άρχισαν να ανυπομονούν. Δήλωναν στα ΜΜΕ κατά καιρούς ότι θα συμβιβαζόταν με μια απόφαση κάποιων χωρών να μην επιτρέπουν την καλλιέργεια των μεταλλαγμένων τους, αρκεί να ξέρουν ποιες χώρες τα αποδέχονται, ώστε να επενδύσουν μόνο σε αυτές και έτσι να μην έχουν ζημιές από την καθυστέρηση των αδειοδοτήσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

 Σε αυτή την αλλαγή θέσης των εταιρειών έρχεται να απαντήσει η πρόσφατη απόφαση για καλλιέργεια των μεταλλαγμένων ειδών,  στη σύνοδο των μόνιμων αντιπροσώπων των 28 κρατών μελών της ΕΕ. Στη συμφωνία προβλέπεται πως κάθε χώρα που διαφωνεί θα μπορεί να απαγορεύει την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στα δικά της εδάφη, για λόγους όμως που δεν θα σχετίζονται με την υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος. Αυτή η νέα συμφωνία, που προωθήθηκε μάλιστα από την Ελληνική Προεδρία, αναμένεται να επικυρωθεί στις 12 Ιουνίου στη σύνοδο των υπουργών Περιβάλλοντος στο Λουξεμβούργο. Μετά την έγκριση από τους υπουργούς η συμφωνία θα πρέπει να πάρει και το «πράσινο φως» από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο μέχρι το τέλος του έτους (βλέπε: http://tvxs.gr/news/diatrofi/egkrithike-i-kalliergeia-metallagmenon-stin-eyropi)

Το δικαίωμα απαγόρευσης στο εσωτερικό των χωρών αποτελεί το «καρότο» στην «εκστρατεία εισβολής» των εταιρειών των μεταλλαγμένων στην Ευρώπη. Από τη στιγμή που θα πετύχουν την καλλιέργεια σε κάποιες χώρες, οι εταιρείες θα μπορούν στη συνέχεια να προσφύγουν στο δικαστήριο υποχρεώνοντας τελικά και όποια άλλη χώρα να τα αποδεχτεί. Παράλληλα, οι χώρες, βάσει της συμφωνίας, δεν έχουν το δικαίωμα να απαγορεύσουν τη διακίνηση στο έδαφός τους των εγκεκριμένων γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Οι εταιρείες ξέρουν καλά ότι αν προωθηθούν σε κάποιες χώρες στο βαθμό που επιθυμούν αυτές, στη συνέχεια θα μπορέσουν να τα περάσουν και στις άλλες και με διάφορους τρόπους να κάμψουν την αντίστασή τους. Αποφασιστική για την τελευταία απόφαση ήταν η αλλαγή στάσης της Γερμανίας, που ενώ μέχρι τώρα ήταν επιφυλακτική και είτε ψήφιζε κατά είτε απείχε από τις ψηφοφορίες, τώρα πήρε θετική στάση απέναντι στις εταιρείες.

Είναι φανερό ότι θα χρειασθεί να αναγεννηθεί το κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα και στη χώρα μας, γιατί τα τελευταία χρόνια είχε επαναπαυθεί στις «επιτυχίες» των τελευταίων απαγορεύσεων από την ελληνική κυβέρνηση και δεν επαγρυπνούσε. Να επιδιώξει την απαγόρευση και στη χώρα μας, αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, συνεργαζόμενο με το ευρωπαϊκό αντίστοιχο κίνημα (http://topikopoiisi.blogspot.gr/2014/06/blog-post.html και http://biotechwatch.gr/EnvironMinisterGRGMO)

0 Comments

Η βιολογία των "κοινών" και η "τέχνη του να μην είσαι εγωιστής"[1]

12/3/2014

0 Comments

 
  Το ερώτημα αν ο άνθρωπος γενικά γεννιέται εγωιστής ή διαμορφώνεται κοινωνικά σαν τέτοιος, απασχολεί σε μεγάλο βαθμό το σύγχρονο κίνημα του κοινοτισμού.  

Όπως το έχει διατυπώσει ο Χάρης Ναξάκης[2]:  Τι είμαστε τελικά; Εγωιστές ή αλτρουιστές; Μέρος της φύσης και έρμαια των ενστίκτων μας ή εξωφυσικοί;  Ατομιστές ή κοινωνιοκεντρικοί; Είμαστε μια άγραφη πλάκα που τη διαμορφώνει η ταξική κοινωνία;

Το 1976, ο Αυστριακός δημοσιογράφος και συγγραφέας τηλεοπτικών σεναρίων Josef Kirschner, έγραψε ένα εγχειρίδιο με τίτλο: «Η τέχνη του να είσαι εγωιστής»[3]. Είχε μεγάλη επιτυχία. Ισχυριζόταν τότε ότι η κοινωνία ήταν άρρωστη γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν συμβιβασμένοι και είχαν χάσει τη δυνατότητα να χαράζει ο καθένας  τον δικό του δρόμο. Και πρότεινε: αντί να επιδιώκουμε την αγάπη των άλλων, τον έπαινό τους ή την αναγνώρισή τους, θα ήταν καλύτερα να απελευθερωθούμε και να μη δίνουμε σημασία στη γνώμη των άλλων ανθρώπων. «Καλύτερα ένας επιτυχημένος εγωιστής, παρά ένας μειλίχιος προσαρμοσμένος». Και πραγματικά η συμβουλή του έγινε κυρίαρχη για τα επόμενα 30-35 χρόνια.

Το αποτέλεσμα; Με την αξίωση του μέσου ατόμου «να είναι διαφορετικός από τους άλλους», κατέληξε στην ουσία να είναι ίδιος με την πλειοψηφία. Κατάφερε να ομογενοποιηθεί με τους άλλους, αλλά σαν καταναλωτής. Σαν ατομικός καταναλωτής μεν, αλλά  που καταναλώνει μαζικά τα ίδια προϊόντα με τους άλλους-υποταγμένος στη κάθε πρόσκαιρη μόδα- χωρίς να είναι ικανοποιημένος. Και με μεγάλο κόστος μάλιστα: να νοιώθει μοναξιά, να αγνοείται από τους άλλους, να πονάει από την έλλειψη συμπόνιας, συμπάθειας, εξυπηρέτησης, ντροπής, μετριοφροσύνης, κ.λπ. Του λείπουν όλα αυτά που  Kirschner τα θεωρούσε ως αδυναμίες του ατόμου και έπρεπε να τα αποβάλει για να «πετύχει» και να γίνει «κάποιος».

Ο εγωισμός όμως και η αποδοχή του τα τελευταία χρόνια, σαν κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ανθρώπου και μέθοδο διάκρισης, λειτούργησε μόνο για κάποιους λίγους . Για τους «από πάνω»! Η κρίση μετά το 2007-08 έκανε καθαρό και ορατό στη πλειοψηφία των «από κάτω» ότι ο εγωισμός, το ίδιο-συμφέρον και η βουλιμία αυτών των λίγων στάθηκε η αιτία για την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και οικολογική κατάρρευση των κοινωνιών και του πλανήτη. Και αυτό το παραδέχονται και πολλοί εκφραστές του υπάρχοντος συστήματος αξιών, είτε οικονομολόγοι, είτε πολιτικοί.

Αρχίζουν και μιλούν πια για την ανάγκη μιας «νέας ηθικής» για το ξεπέρασμα της συνολικής κρίσης του καπιταλισμού. Στα ΜΜΕ, στις συζητήσεις που γίνονται στην τηλεόραση κ.λπ. Έχουν αντιληφθεί ότι η μέχρι τώρα συνταγή του νεοφιλελεύθερου συστήματος προς το άτομο: «να είσαι εγωιστής», «να μην ενδιαφέρεσαι για τους άλλους», «να είσαι πετυχημένος», «να εκμεταλλεύεσαι τις αδυναμίες του άλλου, για να είσαι ο καλύτερος», «κατανάλωνε, και αν δεν έχεις δεν πειράζει, μπορείς να δανειστείς» κ.λπ., έχει γίνει μπούμερανκ για το ίδιο το σύστημα. Είναι μια παγίδα που έστησε ο καπιταλισμός στον εαυτό του και κινδυνεύει τώρα να πέσει μέσα, γιατί οι κατεξοχήν «πετυχημένοι» της προηγούμενης 35ετίας-οι τραπεζίτες, χρηματιστές, επενδυτές κ.λπ., γενικά η χρηματοπιστωτική ελίτ, που εκμεταλλεύθηκε καλύτερα την ηθική που είχε επικρατήσει αυτό το διάστημα-ξεπέρασαν τα όρια και έγιναν οι καθοριστικοί «παίκτες» των συστημικών εξελίξεων.

Δεν τους κοστίζει τίποτε βέβαια να μιλάνε τώρα για την ανάγκη «να μην είσαι εγωιστής», γιατί έχει απομυθοποιηθεί η δυνατότητα του μέσου ατόμου να γίνει «κάποιος», π.χ. «ένας πετυχημένος επιχειρηματίας», αφού όχι μόνο δεν είναι δυνατή πια η μικροεπιχειρηματικότητα, αλλά πτωχεύουν ακόμα και οι «επιτυχημένοι» επιχειρηματίες της πραγματικής οικονομίας. Στην περίοδο που έρχεται, είναι φανερό ότι κάποιοι «πεφωτισμένοι» του σημερινού κυρίαρχου συστήματος αξιών, «ψάχνονται» για αλλαγή της κρατούσας συνταγής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουν το ίδιο και οι νέοι «από κάτω», δηλαδή τα στρώματα της μεσαίας τάξης, που μέχρι τώρα διατηρούσαν την ελπίδα της επιτυχίας και της κοινωνικής ανέλιξης προς τη κορυφή της κοινωνικής και οικονομικής πυραμίδας.

Στην περίοδο όπου «ανάπτυξη» του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 2-3%-που υπήρχε στην προηγούμενη περίοδο-δεν είναι πια δυνατή, δηλαδή δεν είναι πια δυνατή η «αύξηση της πίτας» ώστε να αντιστοιχεί μεγαλύτερο κομμάτι για τον καθένα, στην περίοδο κοινωνικών συγκρούσεων και περιφερειακών πολέμων, κλιματικής αλλαγής, επακόλουθης διατροφικής κρίσης και οικολογικής καταστροφής, είναι πραγματικά αναγκαίο να αναπτύξουμε –όλοι οι «από κάτω» αυτού του κόσμου-ένα νέο αξιακό σύστημα, μια νέα ηθική, ένα νέο πολιτιστικό πρότυπο. Ένα πρότυπο με βάση το οποίο θα αλλάξει ο κυρίαρχος μέχρι τώρα ανθρωπολογικός τύπος του καπιταλισμού. Βασικά να αναπτύξουμε την «τέχνη του να μην είμαστε εγωιστές».

Αυτή μας η επιδίωξη στηρίζεται μήπως στην άποψη ότι βασικά διαμορφωνόμαστε σαν όντα εγωιστικά από την κοινωνία και όχι από τη βιολογία μας; Θα χρειασθεί να δώσουμε πειστική απάντηση σε  αυτό το δίλημμα.

Σύμφωνα με τον Ναξάκη, που αναφερθήκαμε στην αρχή του κεφαλαίου: « Δυο είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά και από τις οποίες προκύπτουν το φιλελεύθερο και το εξισωτικό πρόταγμα. Το πρώτο προϋποθέτει ένα ον που δεν είναι από τη φύση του ικανό να πράττει το καλό και γι’αυτό η φυσική του ιδιοτέλεια πρέπει να δαμαστεί από μια εξωτερική δύναμη (τύραννος ή πεφωτισμένος ηγεμόνας) ή να εξισορροπηθούν τα πάθη μέσω ενός συστήματος αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης ή να αυτορυθμιστούν μέσω της οικονομίας της αγοράς. Το δεύτερο στηρίζεται στην παραδοχή μιας φύσης καλοσυνάτης ή άγραφης πλάκας. Γιατί βέβαια αν οι άνθρωποι είναι έμφυτα μόνο καλοί ή ένα άδειο χαρτί, τότε το κακό, η ιδιοτέλεια, είναι εξωτερικά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης, πολιτισμικά διαμορφωμένα και άρα θα εξαλειφθούν όταν σε μια άλλη κοινωνία αρθούν οι αιτίες που τα δημιούργησαν…Αν η ανθρώπινη ιδιοτέλεια οφείλεται μόνο στην κοινωνική δομή τότε γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο επιρρεπείς σ’ αυτήν;
Αν η ζωή είναι μόνο μια ανταγωνιστική πάλη, η προσπάθεια ενός όντος για επιβίωση, τότε γιατί υπάρχουν γύρω μας τόσες εκδηλώσεις συνεργασίας και αλληλοβοήθειας;»

Πραγματικά μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε και πολλά μέσα από ποιους βιολογικούς μηχανισμούς εκδηλώνεται η βιολογική ανάγκη για συνεργασία, αλληλεγγύη, κοινοτική καθημερινή ζωή. Δεν ξέρουμε αρκετά –σαν «κοινός νους»- για την «ηθική φύση» του ανθρώπου. Ποια είναι η σχέση της ατομικής μας ηθικής με την αυτοκατανόηση του εαυτού μας, σαν πρόσωπο; Πότε συμπεριφερόμαστε ηθικά και πότε όχι; Γιατί δεν είμαστε τόσο «καλοί», όσο θα θέλαμε; Τι θα μπορούσαμε να αλλάξουμε στην κοινωνία μας, ώστε να γίνουμε όλοι «καλύτεροι»[4];
Επειδή δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να συμφωνήσουν στο ίδιο περιεχόμενο της έννοιας του καλού, θα πρέπει να αναζητήσουμε τα στοιχεία εκείνα στα οποία συμφωνούν οι περισσότεροι. Και είναι εκπληκτικό για το πόσο πολλοί άνθρωποι συμφωνούν ότι είναι καλό πράγμα π.χ.: η ειλικρίνεια, η αναζήτηση της αλήθειας, η φιλία, η εμπιστοσύνη, η αλληλοεκτίμηση, η αλληλοφροντίδα, η συμπόνια και αλληλοσυμπάθεια, η ανάγκη για συγνώμη και συγχώρηση, η ευγένεια, ο αλληλοσεβασμός, το θάρρος και το κουράγιο. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Πολλές φορές αυτά τα στοιχεία μπορούν να αποδειχθούν σαν «κακό» για τον εαυτό κάποιου. Για παράδειγμα η ειλικρίνεια κάποιου μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική για αυτόν, κάτω από κάποιες επικρατούσες συνθήκες. 

Για να αναλύσουμε και να καταλάβουμε καλύτερα τι είναι καλό για όλους, θα χρειασθεί να κατανοήσουμε καλύτερα τι είναι καλό για τη ζωή γενικά και στη συνέχεια για την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής, για την «ευζωία», όπως την αποκαλούμε. Αυτό περιλαμβάνει και την καλύτερη κατανόηση της βιολογίας μας και από ποια σκοπιά θα τη δούμε: από τη πλευρά ενός ανατόμου ή από την πλευρά ενός καλλιτέχνη. Τι εννοούμε: με την πρώτη οπτική αντιμετωπίζουν σήμερα τη φύση μας οι νευρολόγοι ερευνητές του εγκεφάλου, οι  εξελικτικοί βιολόγοι, οι οικονομολόγοι της συμπεριφοράς και οι κοινωνικοί ψυχολόγοι. Με τη δεύτερη την αντιμετωπίζει π.χ. ένας ζωγράφος που αποτυπώνει στον καμβά του την «ομορφιά της φτώχειας» ή την «ουσία της ανθρώπινης ή της μάνας φύσης». Και οι δύο ματιές-στην πραγματικότητα υπάρχουν και περισσότερες-εξαρτάται από τον «παρατηρητή», όπως λέει η σύγχρονη φυσική, αλλά και οι ηθικοφιλόσοφοι. Διαφορετικά αντιμετωπίζανε την ανθρώπινη φύση κατά την περίοδο π.χ. της φεουδαρχίας(όπου η ανθρώπινη «συνείδηση» ήταν έργο του θεού και το τι ήταν καλό και κακό καθοριζόταν από τη θρησκεία), διαφορετικά κατά την περίοδο του διαφωτισμού(όπου το καλό και το κακό καθοριζόταν από την ανθρώπινη λογική και τον πραγματισμό) και διαφορετικά σήμερα(όπου η «συνείδηση» σύμφωνα με τις «θετικές επιστήμες» δεν είναι αποτέλεσμα ούτε του θεού, ούτε της λογικής, αλλά ενός συνόλου πρωταρχικών βιολογικών και κοινωνικών ενστίκτων).

Σήμερα, από ότι φαίνεται, οι πιο κατάλληλοι για την έρευνα της ανθρώπινης συνείδησης και της πραγματικότητας της ηθικής του ανθρώπου είναι οι βιολόγοι της εξέλιξης. Από το 1975 ήδη ο εξελικτικός βιολόγος  E. O. Wilson απαίτησε η μελέτη της ηθικής να φύγει από τα χέρια των φιλοσόφων και να περάσει στους βιολόγους. Να γίνει δηλαδή «βιολογικοποίηση» της ηθικής. Αυτοί μας λένε σήμερα –μαζί με τους αρχαιοανθρωπολόγους- ότι πολιτισμός υπήρχε και πριν από τη Βαβυλώνα, κοινότητες, οικισμοί και πόλεις με αυτοδιοίκηση και πριν την αρχαία Ελλάδα, εμπόριο και πριν το κράτος, ανταλλαγές πριν το χρήμα, ηθική υπήρχε και πριν την εκκλησία, κοινωνικά συμβόλαια πριν τον Χόμπ και τον Ρουσώ, ευτυχία και ευημερία πριν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως επίσης ιδιωτικό συμφέρον και απληστία πριν τον Άνταμ Σμίθ και τον καπιταλισμό.

Όλα αυτά που αναφέραμε και πολλά άλλα αποτελούν εκφράσεις της ανθρώπινης φύσης από τα βάθη της  πλειστοκαίνου και των κυνηγών-συλλεκτών εποχής. Υπάρχει σίγουρα βιολογική καταβολή από το ζωικό βασίλειο που καταγόμαστε ότι «αξίζει να είμαστε καλοί». Αλλά όπως υπάρχει στην ίδια τη φύση μας η επιδίωξη της συνεργασίας με τους άλλους, το ίδιο συνυπάρχει -την ίδια στιγμή-  η προκατατάληψη ή η δυσπιστία προς τους άλλους. Όσο λαχταρούμε την αγάπη, την αρμονική σχέση και ειρήνη μεταξύ μας, άλλο τόσο καταλαμβανόμαστε συχνά από αισθήματα μίσους και επιθετικότητας.

Δεν υπάρχει σήμερα αμφιβολία ότι όσο η ηθική του ανθρώπου κατάγεται από τη ζωική μας φύση, άλλο τόσο εξελίχθηκε στην πορεία των κοινωνιών που διαμορφωνόταν οι νέες γενιές του. Το λάθος που είχε ξεκινήσει ήδη από την εποχή του Δαρβίνου με την Καταγωγή των Ειδών(1859) και τους όρους που χρησιμοποίησε αγώνας για την ύπαρξη και επιβίωση του ισχυρότερου. Τους ασαφείς αυτούς όρους χρησιμοποίησαν μετέπειτα κάποιοι κοινωνιολόγοι για να διατυπώσουν τη θεωρία του κοινωνικού Δαρβινισμού και ότι όπως στη φύση έτσι και στην κοινωνία είναι φυσικό φαινόμενο να επικρατεί ο ισχυτότερος, ο εξυπνότερος κ.λπ. Την ίδια εποχή όμως ο Κροπότκιν π.χ., ο οποίος αποδεχόταν την ανάλυση της καταγωγής των ειδών του Δαρβίνου, κατάγγειλε την εκμετάλλευση αυτών των «σκοτεινών» όρων του από την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής που τους μετέφραζε «στον αγώνα όλων εναντίον όλων», όπως το έκανε ο Χομπς. Αναρωτιόταν ο Κροπότκιν: γιατί να μεταφράζεται ο αγώνας για την ύπαρξη σε αγώνα όλων εναντίον όλων και όχι στο αναντίρρητο γεγονός ότι  ο αγώνας για επιβίωση του ατόμου έχει καλύτερα αποτελέσματα και αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης όταν υπάρχει αλληλοβοήθεια μεταξύ των ατόμων στην οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα; Οι παρατηρήσεις του στα χωριά της Σιβηρίας όπου έζησε κάποια χρόνια, αποδείχνανε ότι στις δύσκολες συνθήκες του σιβηρικού χειμώνα οι κάτοικοι μπορούσαν και επιβίωναν συνεργαζόμενοι στενά και έξυπνα μεταξύ τους. Κατ` αυτόν λοιπόν αγώνας για επιβίωση σήμαινε αγώνας στα πλαίσια δυσμενών φυσικών συνθηκών επιβίωσης. Και αυτός ο αγώνας κερδιζόταν όχι στρεφόμενος ο ένας εναντίον του άλλου, αλλά αντίθετα συνεργαζόμενος με τους άλλους. 

Σήμερα κάποιοι βιολόγοι και ιδίως οι γενετιστές κάνουν το ίδιο λάθος(;), χωρίς να ερευνήσουν σε βάθος όλα αυτά, καταλήγουν γρήγορα στο αξίωμα της «ιδιοτέλειας». Ότι δηλαδή ο κινητήρας της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου που είναι η επιδίωξη από τον καθένα να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των άλλων, είναι κληρονομημένο από πάντα στο ανθρώπινο DNA. Αυτό το αξίωμα που θέλει να διαθέτει επιστημονοφάνεια, είχε τις κοινωνικές επιπτώσεις που αναφέραμε με τη συνταγή «της τέχνης του να είσαι εγωιστής». Με αυτήν την έννοια η επιστημονική διατύπωση του αξιώματος αυτού δεν ήταν «ουδέτερη» κοινωνικά. Ευνόησε την επικρατούσα κοινωνική τάξη η οποία ήταν στην υπηρεσία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ.

Και σήμερα υπάρχουν βιολόγοι που κριτικάρουν το αξίωμα της ιδιοτέλειας ως κινητήρα της ανθρώπινης δραστηριότητας, με νέες μελέτες.  Είτε με τους πιθήκους, είτε με μικρά παιδιά. Για παράδειγμα στα πειράματα με παιδιά 18 μηνών στο Max-Planck-Institut της Λειψίας, αποδείχθηκε ότι τα παιδιά βοηθούν ανιδιοτελώς, ανεξάρτητα ανταμοιβής, ακόμα και όταν υπάρχουν δυσκολίες[5]. Επίσης σημαντικές μελέτες στις ΗΠΑ, στο εργαστήριο του Πορτογάλου νευροεπιστήμονα Antonio Damasio, κατάφεραν να αποσαφηνίσουν τις νευροβιολογικές προϋποθέσεις της συναισθηματικής συμπεριφοράς μας. Μελετώντας κλινικές περιπτώσεις ατόμων με βλάβη στον προσθιομετωπιαίο φλοιό, που βρίσκεται στο πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου, το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν: πώς γίνεται τα ίδια άτομα, τα οποία πριν υποστούν κάποια βλάβη σε αυτή την περιοχή ήταν αξιαγάπητα και κοινωνικότατα, να μεταμορφώνονται σε βίαια και αντικοινωνικά «τέρατα», παντελώς ανίκανα να βιώσουν ενδιαφέρον, αγάπη και στοργή ή να σχεδιάσουν ή να πράξουν οτιδήποτε στο άμεσο μέλλον; Η έρευνα οδήγησε στον εντοπισμό ενός σημαντικού εγκεφαλικού κυκλώματος, μιας νευρικής οδού επικοινωνίας που συνδέει την έλλογη σκέψη με το συναίσθημα μέσω της σύνδεσης των ανώτερων κέντρων του μετωπιαίου φλοιού με την αμυγδαλή, μια αρχέγονη δομή που ρυθμίζει τις απαντήσεις του εγκεφάλου στις συναισθηματικές καταστάσεις. Η αναβάθμισης της σημασίας των συναισθημάτων δεν προέκυψε  μόνο από τη μελέτη νευρολογικών παθήσεων αλλά και από ψυχολογικές έρευνες σε φυσιολογικά άτομα. Το 1990 οι Αμερικανοί ψυχολόγοι Ρ. Salovey και J. Mayer χρησιμοποιούν τον όρο «συναισθηματική νοημοσύνη», για την ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε και να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματα των άλλων ή τα δικά μας για να καθοδηγούμε τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Ο Daniel Goleman για να συνοψίσει τις γνώσεις μας σχετικά με τις νευροβιολογικές, τις ψυχολογικές και τις κοινωνικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης νοημοσύνης, κυκλοφόρησε το 2006 το βιβλίο του με τίτλο «Social Intelligence: The New Science of Social Relationships» («Κοινωνική νοημοσύνη: Η νέα επιστήμη των ανθρώπινων σχέσεων»). Η ανθρώπινη νοημοσύνη γίνεται πια αντιληπτή όχι σαν ατομικό-υποκειμενικό φαινόμενο αλλά και ως συλλογικό-κοινωνικό φαινόμενο. Στο τελευταίο του βιβλίο «Οικολογική Νοημοσύνη: πώς η ριζική διαφάνεια μεταμορφώνει την αγορά», ο D. Goleman προσπαθεί να αναδείξει μια νέα διάσταση του ανθρώπινου νου, την οικολογική[6]. Αλλά οι έρευνες για τις νευρολογικές και βιολογικές διεργασίες σε σχέση με τη κοινωνική συμπεριφορά μας βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Υπάρχει επίσης κατά μερικούς επιστήμονες και η «σωματική νοημοσύνη». «Η σωματική νοημοσύνη αποτελεί συνισταμένη τριών σημαντικών στοιχείων:

  • των ενστίκτων και των αυτόματων αντιδράσεων που ενυπάρχουν σε όλα τα όντα και έχουν πάντα ως στόχο την επιβεβαίωση,
  • των συναισθημάτων, που- όπως πιστεύουν οι βιολόγοι- έχουν αναπτυχθεί στο πέρασμα των χιλιετιών και μεταδίδονται με τη μορφή της γενετικής πληροφορίας από μία γενιά στην άλλη,
  • και τέλος, των αποθηκευμένων γνώσεων και εμπειριών, που έχουμε αποκτήσει καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Η συνδρομή αυτών των στοιχείων του σώματος και του πνεύματος, την οποία συχνά νιώθουμε να έρχεται ανεπαίσθητα στο συνειδητό βαθιά από μέσα μας, είναι ένας ιδιαίτερα βαρυσήμαντος κριτής, που μας συμπαραστέκεται αμέριστα σε πολλές καταστάσεις της ζωής μας. Αυτή η σύμπραξη σώματος και πνεύματος αποτελεί ένα είδος “ολοκληρωμένης νοημοσύνης” του ανθρώπου, την οποία όμως χρησιμοποιούμε ελάχιστα, επειδή βασιζόμαστε, κατά προτίμηση στη λογική. Επομένως η σωματική νοημοσύνη πρέπει να έρχεται ως αρωγός της λογικής, για να μπορεί κανείς να έχει μακροπρόθεσμα μια πιο ισορροπημένη και υγιή ζωή»[7]
 
Με όλα τα παραπάνω θέλουμε να πούμε ότι υπάρχουν σήμερα επιστήμονες που ισχυρίζονται ότι η τάση για συνεργασία είναι βαθειά ριζωμένη μέσα μας. Το συναίσθημα του «συμπάσχειν» με τον άλλον π.χ. έχει βιολογικές ρίζες, όπως ακριβώς και το συναίσθημα που μας καταλαμβάνει όταν δεν αντιμετωπιζόμαστε δίκαια από τους άλλους. Ο άνθρωπος είναι ένα ον ξεχωριστό από τα άλλα, γιατί νοιώθει την ανάγκη βαθειά μέσα του να δικαιολογεί τις πράξεις του στον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος από τον εαυτό του να ψάχνει για τις αιτίες των πράξεών του. Στην ουσία η κληρονομημένη ηθική του καθορίζεται όχι μόνο από τα γονίδια ή το αξίωμα της ιδιοτέλειας, αλλά και από τον «λόγο» με την έννοια ότι κάνει χρήση της νόησής του ψάχνοντας για τις αιτίες και δίνοντας λόγο («λόγο διδόναι») στον εαυτό του.  Παρόλα αυτά πολλά έχουν πάρει αρνητική εξέλιξη σε αυτόν τον κόσμο, που όλοι υποτίθεται ότι θέλουμε να τον κάνουμε καλύτερο. Και αυτό συμβαίνει γιατί η έρευνα που κάνουμε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για τις αιτίες των πράξεών μας, δεν σημαίνει ότι από μόνη της μας κάνει καλύτερους. Έχουμε ταυτόχρονα την τάση να βρίσκουμε αιτίες που δικαιολογούν τις πράξεις μας[8] και σπάνια αποδεχόμαστε το γεγονός να μην έχουμε εμείς δίκιο. Μπορεί λοιπόν να υπάρχει και αντίφαση μεταξύ του προγραμματισμού μας να επιδιώκουμε το «καλό» και της υλοποίησης του ηθικού μας προγράμματος.   Σε κάθε περίπτωση το γεγονός είναι ότι μέχρι τώρα δεν έχει ξεκαθαρισθεί πλήρως το δίλημμα αν ο άνθρωπος γεννιέται ή φτιάχνεται εγωιστής. Η κληρονομημένη μας τάση για ηθική συμπεριφορά και επιδίωξη της συλλογικότητας συχνά μας οδηγεί στον σωστό δρόμο, αλλά μερικές φορές μπορεί να μας οδηγεί και σε λάθος. Από την άλλη η νόησή μας δεν μας βγάζει απαραίτητα και πάντα στον δρόμο της «αρετής»( και όχι της «κακίας»). Υπάρχει απόσταση μεταξύ της βιολογικής έκφρασης του ενστίκτου για συλλογικότητα και του τρόπου σκέψης του καθένα πάνω στην ανάγκη για συλλογικότητα. Μπορεί πολλοί να θέλουν να εκμεταλλευθούν τις μεγαλύτερες δυνατότητες της συλλογικότητας για «ιδίους σκοπούς». Για αυτό είναι απαραίτητη και η δράση της συλλογικότητας και της κοινότητας στη διαμόρφωση της ατομικής ηθικής μας. Αυτή θα πρέπει να συνίσταται στη προσπάθεια να μικρύνει η απόσταση μεταξύ του «κοινού θέλω» και του «κοινού πράττειν», ώστε ταυτόχρονα να επιτυγχάνεται το ίδιο και με το «προσωπικό θέλω» και το «προσωπικό πράττειν» των συμμετεχόντων στη συλλογικότητα. Μέσα από τη δημιουργία κατάλληλων συλλογικών θεσμών και δομών. Θεσμών τέτοιων που θα ευνοούν την έκφραση της «καλής» πλευράς των συμμετεχόντων και θα δυσκολεύουν ταυτόχρονα την έκφραση της «κακής» τους πλευράς. Θα ευνοούν την συνεργατικότητα και αλληλεγγύη και θα δυσκολεύουν την ιδιοτέλεια και τον εγωισμό. Θα αναπτύσσουν το κοινοτικό πνεύμα και θα κάνουν να υποχωρεί το ωφελιμιστικό. Γιατί σήμερα με τον εγωισμό και την ιδιοτέλεια κυρίαρχη αξία, δεν μπορούμε να επανέλθουμε στο κοινοτικό πνεύμα χωρίς να αρχίσουμε με την ανάπτυξη της τέχνης μας να διαπαιδαγωγούμαστε ώστε να μην γινόμαστε εγωιστές.


[1] Ο τίτλος βιβλίου του Richard David Precht (Die Kunst kein Egoist zu sein), εκδόσεις Goldman,2012.

[2] Στο «Ο άνθρωπος αρπαχτικό: το δίλημμα του φυλακισμένου», στο: http://www.topikopoiisi.com/1/post/2014/01/00846.html

[3] Josef KirschnerQ Die Kunst ein Egoist zu sein, Droemer-Knaur, 1976

[4] Τα εισαγωγικά στην έννοια του Καλού, γιατί δεν έχουμε έναν αντικειμενικό ορισμό του Καλού

[5] Στο http://www.eva.mpg.de/psycho/study-videos_de.php : Warneken, Hare, Melis, Hanus, & Tomasello (2007) PLoS Biology).  Ή στο βιβλίο του φιλοσόφου Richard David Precht : Η τέχνη να μην είσαι εγωιστής(Die Kunst kein Egoist zu sein). Ή στο http://die-erfinder.3mdeutschland.de/innovationskultur/der-gummibarchen-effekt-monetare-anreize-sind-fuer-mitarbeiter-nicht-alles , όπου αναφέρεται στο σύνδρομο της καραμέλας. [6] Βασιζόμενος σε νευροψυχολογικά εξηγητικά σχήματα και ερευνώντας τη στάση ζωής των κατοίκων κάποιων απομονωμένων θιβετιανών οικισμών, προτείνει την ανάπτυξη της «οικολογικής νοημοσύνης», που όλοι διαθέτουμε από τη φύση μας

[7] Απόσπασμα από το βιβλίο "Η νοημοσύνη του σώματος" του dr Med. Gabi Müller

[8] Αν δικαιολογούμε π.χ. τις πράξεις μας με το επιχείρημα του Μπρεχτ «πρώτα το φαϊ και μετά η ηθική», δεν σημαίνει ότι έχουμε δίκιο. Γιατί τότε πως θα δικαιολογήσουμε το γεγονός ότι σήμερα στη χώρα του τη Γερμανία με την μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών-όπου δεν πεινά σχεδόν κανένας- δεν βλέπουμε κάποια αξιόλογη ηθική βελτίωση; Αντίθετα έχει γίνει κυρίαρχος για πολλά χρόνια τώρα ο νεοφιλελευθερισμός της ανταγωνιστικότητας και της επιβολής της λιτότητας στους άλλους, αλλά όχι της εγκράτειας του εαυτού. Αν κάποιος «εξωγήινος» ουδέτερος π.χ. παρακολουθούσε τα γερμανικά ΜΜΕ, θα διαπίστωνε ότι υπάρχει μια καθημερινή προπαγάνδα δισεκατομμυρίων που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προωθεί και να δικαιολογεί την ατομική κατανάλωση, τον εγωισμό και την ιδιοτέλεια.
0 Comments
<<Previous
Forward>>

    Αρχείο

    November 2020
    October 2020
    July 2020
    March 2020
    February 2020
    October 2019
    September 2019
    August 2019
    May 2019
    March 2019
    February 2019
    December 2018
    November 2018
    July 2018
    April 2018
    October 2017
    September 2017
    July 2017
    June 2017
    May 2017
    April 2017
    March 2017
    February 2017
    December 2016
    November 2016
    July 2016
    June 2016
    March 2016
    October 2015
    July 2015
    May 2015
    April 2015
    March 2015
    January 2015
    December 2014
    October 2014
    September 2014
    June 2014
    March 2014
    February 2014
    September 2013
    July 2013
    April 2013
    February 2013
    December 2012
    November 2012
    October 2012
    September 2012
    August 2012
    July 2012

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΕΜΠΑΣ 

    Πρώην εκπαιδευτικός ΜΕ(Μαθηματικός)και οικο-γεωργός στο Πήλιο. Από το 1990, που "επανατοπικοποιήθηκε", προσπαθεί δια του "παραδείγματος" να συμβάλει στη διαμόρφωση της κατεύθυνσης της τοπικοποίησης 

    Επικοινωνία: gkolempas@yahoo.gr 

    Κατηγορίες

    All
    Διατροφική Κυριαρχία
    Η διευρυμένη οικογένεια
    Η κατεύθυνση της τοπικοποίησης
    Μια ανάλυση που οδηγεί σε άλλα μονοπάτια.
    Οι δομές της κοινωνίας της αποανάπτυξης
    Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης
    Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα
    Το κίνημα του Κοινοτισμού σήμερα
    Το νέο είδος πολιτικής και οργάνωσης
    Το πλαίσιο της Τοπικοποίησης

    RSS Feed

© Copyright 2018 Topikopoiisi all rights preserved.                                                                                            Webpage designed by PowerGraph