Topikopoiisi
Σελίδες στα Social Media
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Θέσεις
  • Άρθρα
  • Οικο-γεωργία
  • Κοινωνική - αλληλέγγυα οικονομία
  • Εκδηλώσεις
  • Βίντεο
  • Ενδιαφέροντα Ιστολόγια
  • Εικόνες
  • Βιβλία
  • Επικοινωνία

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΑΣ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑ

22/2/2014

0 Comments

 
Bild
  Η αναπόφευκτη γενική συνέπεια του ανοίγματος και της απελευθέρωσης των αγορών, που δρομολογήθηκε από την παγκοσμιοποίηση, είναι η κατάρρευση των τοπικών αγορών. Αυτό συνέβη και με την αγορά των γεωργικών προϊόντων. Είχαμε σαν συνέπεια της ενσωμάτωσης της γεωργίας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς –στο επίπεδο της παραγωγής-τη συγκέντρωση σε ολοένα και μεγαλύτερες αγροτικές επιχειρήσεις της καλλιεργήσιμης έκτασης, πράγμα που οδηγεί και σε συμπίεση των εξόδων παραγωγής και σε παραπέρα μεγέθυνση. Διότι η παραπάνω διαδικασία αναγκάζει π.χ. τους παραγωγούς της Ελλάδας και του Νότου σε άνισο ανταγωνισμό με τα αγροτικά συστήματα εντάσεως κεφαλαίου. Και τέτοια υπάρχουν στο Βορρά-Δύση, αλλά και στις φάρμες (συνήθως πολυεθνικών) στον Νότο (Λατινική Αμερική, Αφρική κλπ.). Το αποτέλεσμα είναι η εξόντωση παντού των μικροαγροτών και η απώλεια της αυτοδυναμίας σε τρόφιμα στο Νότο.

Για την Ελλάδα η μαζική συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού, ο μαρασμός και η ερήμωση της υπαίθρου-που συνέβη τα προηγούμενα της κρίσης χρόνια- δεν οφείλεται, στον δήθεν «εκσυγχρονισμό της οικονομίας» και τη στροφή των αγροτών μας σε άλλες ωφελιμότερες γι’ αυτούς απασχολήσεις, όπως ισχυρίζονται οι κρατούντες μέχρι τώρα. Γιατί «εκσυγχρονισμός» θα σήμαινε, παράλληλη επέκταση είτε του βιομηχανικού τομέα, είτε του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών (έτσι συνέβη στις καπιταλιστικές οικονομίες του Βορά-Δύσης). Άρα θα είχαμε και βελτίωση της αγροτικής παραγωγικότητας, ώστε ο αγροτικός τομέας να καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσμού, στο πλαίσιο μιας σχετικά αυτοδύναμης οικονομίας, που θα έπρεπε να επιδιώκουν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Στην Ελλάδα όμως, που εξ αρχής εξαρτήθηκε από τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά(το 1833 π.χ. καταργήθηκε το κοινοτικό σύστημα που υπήρχε επί αιώνες),τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Γιατί;

Η πορεία της Ελληνικής γεωργίας σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο είναι μία συνεχής φθίνουσα διαδικασία. Αυτό φαίνεται από τη ραγδαία μείωση της αναλογίας του αγροτικού στο εθνικό προϊόν, που από 29% το 1951 έπεσε στο 7% μετά μισό αιώνα. Ειδικά την εποχή του «ελληνικού εκσυγχρονισμού» 1991-2000: Μείωση κατά 5,5% των φυτ. εκμεταλλεύσεων, των εκμεταλλεύσεων βοοειδών κατά 46,6%, των προβατοειδών κατά 20,1%, των αιγών κατά 32,2% κλπ). Αλλά και από την αντίστοιχη μείωση της αγροτιάς, από 47% το 1951, στο 31% το 1981, στο16% το 2000 και στο 9,5% το 2009 (Λόγω της κρίσης το 2009-2010 αυξήθηκαν οι νέοι αγρότες κατά 40.000). Ειδικά το 1991-2000 είχαμε μείωση αγροτικών νοικοκυριών κατά 9%, εμφάνιση του επιχειρηματία του αγροτικού τομέα: αύξηση μόνιμων απασχολούμενων κατά 71,4% και εποχιακών κατά 17,7%. Το 2000-2008 είχαμε μείωση του αγροτικού εισοδήματος κατά 19,9%, ενώ στην ΕΕ αύξηση 15,9%.

Βλέπουμε δηλαδή ότι στην περίοδο μετά την ένταξη στην Ε.Ε. έχουμε γενική καθίζηση  της αγροτικής παραγωγής, παρά τις πολυδιαφημισμένες επιδοτήσεις από την ΚΑΠ, ενώ την ίδια περίοδο η μείωση του αγροτικού πληθυσμού στις χώρες του Βορρά της ΕΕ, δεν επηρέασε την αγροτική παραγωγή τους που συνέχισε ν’ αυξάνει. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησής της σε αυτές τις χώρες την προηγούμενη εικοσαετία ήταν περίπου 1,5%. Το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό ήταν αρνητικό (-0,2%)!  Ενώ την εικοσαετία πριν την ένταξη στην ΕΕ (1961-81) η αγροτική παραγωγή μας αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,7%!

Επιπλέον ο αγροτικός μας πληθυσμός -μεταξύ 1981 και 2001- σαν ποσοστό στον συνολικό ενεργό πληθυσμό μειώθηκε  στο μισό. Το ίδιο συνέβη και στις άλλες παραπάνω χώρες, αλλά ενώ εκεί μόνο 3% του ενεργού πληθυσμού βρήκε απασχόληση στον τομέα των σύγχρονων υπηρεσιών, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέβηκε σχεδόν στο 16% του πληθυσμού. Αναγκάστηκε δηλαδή αυτό το ποσοστό να στραφεί όχι στον σύγχρονο τομέα των υπηρεσιών-εκτός ίσως του τραπεζικού-αλλά στις συνήθως αεριτζίδικες «υπηρεσίες» και στα «μικρομάγαζα» στις πόλεις.
Έτσι εξηγείται το πώς χάθηκε η αυτοδυναμία στα περισσότερα αγροτικά προϊόντα που είχαμε προπολεμικά και μέχρι και τη δεκαετία του ’50. Έχουμε μετατροπή του έλληνα αγρότη από παραγωγό γεωργικών προϊόντων, σε παραγωγό πρώτων υλών για τη βιομηχανία τροφίμων. Μέσω επιδοτήσεων της ΚΑΠ(Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε.) ευνοήθηκαν οι επιλέξιμες μεγάλες μονοκαλλιέργειες (βαμβάκι, τεύτλα, σιτηρά, βιομηχανική ντομάτα, ροδάκινα, καπνά). Η παραγωγή μετατράπηκε σε κυνήγι των επιδοτήσεων και όχι για να ικανοποιεί τη ζήτηση και την κατανάλωση, στη χώρα. Είχαμε μέχρι και εγκατάλειψη της παραγωγής, αφού οι αγρότες επιδοτούνταν άσχετα με το εάν παράγανε ή όχι. Δόθηκε τέλος στην τοπική παραγωγή διαφορετικών σοδειών και ζώων προσαρμοσμένων στο κλίμα και το έδαφος των περιοχών. Είχαμε εκτόπισμα από λίγες βελτιωμένες ποικιλίες ανά είδος και ορισμένα υβρίδια , που θέλουν πολύ νερό, φυτοφάρμακα, λιπάσματα. (π.χ. μέχρι 1950 είχαμε: 111 ντόπιες ποικιλίες μαλακού σταριού, 139 σκληρού, 99 κριθαριού, 294 καλαμποκιού, 39 βρώμης. Τώρα έχουν διασωθεί 2-3% αυτών). Η δε ΕΕ θέλει να προωθήσει και τις μεταλλαγμένες ποικιλίες των πολυεθνικών για καλλιέργεια στη χώρα μας, ώστε να εξαρτηθεί 100% ο έλληνας αγρότης από αυτές.

Ταυτόχρονα είχαμε και κάθετη μείωση των ιχθυαποθεμάτων και οικονομικό μαρασμό της παράκτιας αλιείας. Οι επιχειρήσεις αλιείας με τις μηχανότρατες έγιναν αιτία για κατάρρευση του οικοσυστήματος του Αιγαίου.

Ο μαρασμός αυτός του αγροτικού τομέα –σαν συνέπεια της ένταξης-είχε και έχει καταστροφικές συνέπειες και σε σχέση με τον κρίσιμο τομέα διατροφής μας και συνακόλουθα και στην οικονομική αυτοδυναμία της χώρας:

Εισάγουμε: κρεμμύδια από την Ινδία, λεμόνια- πορτοκάλια από την Ν. Αφρική. δαμάσκηνα και αχλάδια από τη Χιλή, φακές από τον Καναδά, φασόλια από την Κίνα, ρεβίθια από το Μεξικό, φιστίκια Αίγινας από την Τουρκία, μπάμιες- φασολάκια- πατάτες από την Αίγυπτο κ.λπ., γιατί οι κάτοικοι των πόλεών μας τα θέλουνε όλα αυτά εκτός εποχής βέβαια. Μειώσαμε την παραγωγή ζαχαρότευτλων...για να εισάγουμε 200.000 τόνους ζάχαρη. Για την εισαγωγή σιτηρών δαπανάμε 250. εκατομμύρια ευρώ. Σε 30 χρόνια η Ελλάδα εξελίχθηκε σε ελλειμματική χώρα στον αγροτικό τομέα: μέχρι το 1980 είχε πλεόνασμα που έφθανε κατά μ.ό. τα 45 εκ. δολ. το χρόνο. Από δω και πέρα όμως έχουμε έλλειμμα. Την περίοδο 1981-85 το πλεόνασμα μετετράπη σε σημαντικό ετήσιο έλλειμμα 254 εκ. δολ. Το 1997 το έλλειμμα έφθασε τα 1.860 εκ δολ.. Το πώς εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια πριν τη κρίση[1], φαίνεται από το παραπάνω διάγραμμα .Το έλλειμμα αυτό συνέβαλε και στην διόγκωση των χρεών της χώρας μας φυσικά, αυτά τα χρόνια.

Και όχι μόνο. Γιατί ο τρόπος που καλλιέργησαν όλα αυτά τα χρόνια οι συμβατικοί αγρότες μας δημιούργησε και οικολογικά χρέη, τα οποία θα πληρώσουν οι νέες γενιές μας, αν θέλουν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον που να αξίζει να ζει κανείς, γιατί συνέβαλαν:

·         Στην υποβάθμιση και ρύπανση των εδαφών, μόλυνση και ρύπανση των επιφανειακών και των υπογείων νερών (π.χ. το επίπεδο των νιτρικών αλάτων στο 25% των υπογείων νερών ξεπέρασε τα 50 mg/l ενώ το φυσιολογικό είναι τα 5 mg/l).

·         Στη ρύπανση της ατμόσφαιρας (π.χ. το μεθάνιο και το υποξείδιο του αζώτου που προέρχονται απ’ τα αζωτούχα λιπάσματα συμμετέχουν στο «φαινόμενο του θερμοκηπίου»).

·         Στην έλλειψη νερού (π.χ. η βαμβακοκαλλιέργεια στη Θεσσαλία έχει εξαντλήσει τα νερά: μέχρι και 400 μ. οι γεωτρήσεις. Απαίτηση για εκτροπή του Αχελώου).

·         Στο τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος, το οποίο προστιθέμενο στο κοινωνικό κόστος απ’ την παρακμή της υπαίθρου και της δημόσιας υγείας, δημιουργεί ένα εξωτερικό κόστος, που το πληρώνει η ίδια η κοινωνία. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή τη στιγμή η ελληνική γεωργία είναι αντιπαραγωγική.

Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν της ελληνικής γεωργίας, που έγινε μέσω της ΚΑΠ και του ΠΟΕ(Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, που αντιμετωπίζει την Ε.Ε. σαν ενιαία αγορά), ήταν καταστροφική για τη χώρα, γιατί συνέβαλε τα μέγιστα στο να διαστρεβλωθεί η παραγωγική της δομή με βάση τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς και όχι τις ανάγκες του ντόπιου πληθυσμού και έτσι να ελεγχθεί πλήρως από κέντρα έξω από τη χώρα. Έτσι οι μεν αγρότες  μας έγιναν αποδέκτες  τιμών που διαμορφώνουν οι μεταπράτες και τα καρτέλ των βιομηχανιών μεταποίησης και διατροφής. Οι δε καταναλωτές πληρώνουν τιμές 4-6 φορές μεγαλύτερες από αυτές που εισπράττουν οι παραγωγοί. Από μια τέτοια κατάσταση κανένας δε μπορεί να είναι ευχαριστημένος, εκτός ίσως από τη μειοψηφία που ευνοήθηκε από τη παγκοσμιοποίηση.

Ποια είναι η διέξοδος;

Η διέξοδος και στον αγροτοδιατροφικό τομέα συνδέεται με τη συνολική διέξοδο που θα χρειασθεί να αναζητήσει η ελληνική κοινωνία από τη σημερινή κρίση, που είναι συνολική και δομική για τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Η στρατηγική που προτείνουμε να επιλέξουμε είναι της αποανάπτυξης τοπικοποίησης:

•          Να  αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με έξοδο από την Ε.Ε. Θα πρέπει να αρνηθούμε τις ρυθμίσεις που επιβάλει η παγκοσμιοποίηση(μέσω κύρια του ΠΟΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμιας τράπεζας).  Δεν πληρώνουμε τα οικονομικά χρέη, για να αρχίζουμε να πληρώνουμε τα οικολογικά χρέη προς τα παιδιά μας. Παγκόσμια Σεισάχθεια!

•          Για να μην «πληρώσουμε» όμως τους δανειστές μας θα χρειασθεί να αρνηθούμε τα «λεφτά» τους και καινούργια δάνεια. Άρα να δομήσουμε μια αυτοδύναμη οικονομία στηριζόμενοι στις δυνατότητές μας και να επαναπροσδιορίσουμε τις βασικές μας ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους, επιδιώκοντας την ευζωία μέσω της «ατομικής εγκράτειας» και της «συλλογικής αφθονίας».

•          Να ξαναγίνουμε σε μεγάλο βαθμό κοινωνία των κάθε είδους παραγωγών, των πολυλειτουργικών αγροτών , οικο-παραγωγών-χειροτεχνών-μεταποιητών, που θα ικανοποιούν τις ανάγκες της αλυσίδας: οικογένεια, κοινότητα, δήμος, περιφέρεια, χώρα. Ότι δεν παράγουμε να το εξασφαλίζουμε με δίκαιες ανταλλαγές.

•          Να δημιουργήσουμε ομάδες παραγωγών, συνεταιριστικές-συνεργατικές δομές παραγωγωαναλωτών για απευθείας διακίνηση χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικά-συνεργατικά μικρά μαγαζιά, δίκτυα διανομής και ανταλλαγής προϊόντων-υπηρεσιών ακόμα και με τοπικά νομίσματα.

•          Να αποκαταστήσουμε στη διατροφή μας το μεσογειακό διατροφικό μοντέλο με μείωση της κατανάλωσης κρέατος

•          Να μετατρέψουμε τη χώρα σε ζώνη οικο-βιο-γεωργίας και ζώνη ελεύθερη από μεταλλαγμένα με ποιοτικά προϊόντα

•          Να  αναβλαστήσουμε τα καμένα δάση, να αποκαταστήσουμε τις λίμνες ,τα ποτάμια, τους βιοτόπους(έλη), τις παραλίες.

Να στραφούμε σε:

•          Οικοτουρισμό, ηλεκτροκίνηση, εξοικονόμιση ενέργειας, αποκεντρωμένες ΑΠΕ, ενεργειακή αυτονομία δήμων με δημοτικοποίηση μονάδων παραγωγής και δικτύου διανομής ενέργειας.

•          Τοπικά βιομηχανικά οικοσυστήματα(απόβλητα μονάδων, επεξεργάσιμη ύλη για άλλες). Επανασύσταση της κλωστοϋφαντουργίας-βιομηχανίας ζάχαρης κ.λπ.

•          Εσωτερική μετανάστευση με συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης. Οικο-κοινότητες με τη μορφή διευρυμένων οικογενειών(όχι γενετικής συγγένειας, αλλά ιδεολογικής συγγένειας), κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων.

•          Να στηριχθούμε περισσότερο στα συλλογικά και κοινωνικά αγαθά προωθώντας από τώρα την κοινωνική οικονομία των αναγκών και της αλληλεγγύης με το μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα.

•          Να συρρικνώσουμε το συγκεντρωτικό κεντρικό και περιφερειακό κράτος(Καλλικράτης) μεταφέροντας δικαιοδοσίες και πόρους προς μια όσο γίνεται πιο αποκεντρωμένη Τοπική Αυτοδιοίκηση και κοινωνία.

Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης, αλλά και το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία

•       Οι νεοέλληνες κοινοτιστές προτείνανε πάντα κατά τις περιόδους κρίσης τη κοινοτική οργάνωση της καθημερινής ζωής. Αλλά και γενικότερα θεωρούσαν ότι η κοινοτική μορφή του κράτους θα ήταν η καλύτερη λύση για την νεοελληνική κοινωνία.

•       Και σήμερα να αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή

•        Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.

•       Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)

Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 3000 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή την «κυβέρνηση της αριστεράς» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».

Η δική μας συνολική πρόταση:

Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:

•       στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,

•       στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,

•       στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,

•       στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,

•       στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης.

Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού.

Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής θέσμισης οι τοπικές ριζοσπαστικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς στους δήμους. Στη συνέχεια, όταν πλειοφηφίσουν σε κάποιους από αυτούς, τους ομοσπονδοποιούν, έως ότου καταλήξουμε σε συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια.


[1] Ο αγροτικός τομέας είναι ο μόνος που δεν συρρικνώθηκε μετά το 2008(από 6,18 δισ. προστιθέμενη αξία το 2008 στο 7,79 δισ. το 2010, αύξηση 26%, ενώ κατασκευές: -18%, μεταποίηση: -11,8%).
Μεταξύ 2008-2011: 60.000 νέες θέσεις εργασίας. Το έλλειμμα: 2007 3δισ., ενώ 2010 1,8 δισ., μείωση εισαγωγών και αύξηση εξαγωγών κατά 725 εκατομ. ευρώ το ίδιο διάστημα.
0 Comments

Παγκόσμια σεισάχθεια με αποανάπτυξη

4/9/2013

1 Comment

 
  Οι σημερινοί μας πολιτικοί «ηγέτες» και τα κόμματα εξουσίας κάνουν πως δε βλέπουν ότι η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Η σχέση πραγματικών αξιών (πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) προς χρηματικές αξίες(διάφορες μορφές χρήματος-χάρτινες ή ηλεκτρονικές- που κυκλοφορούν από τους κατέχοντες) είναι 1: 10 (πολλές εκτιμήσεις την ανεβάζουν στο 1: 15 ή 1:17).

Υπάρχει δηλαδή μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ, που αποτελεί το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν, γιατί έχει καταφέρει να εξαρτήσει από αυτό το χρήμα, την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού.

1.      Τα χρηματοοικονομικά χρέη

Η οικονομική κρίση, όπως φαίνεται να εκφράζεται σήμερα, οφείλεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία κινείται  πλέον με βάση το χρέος[1].  Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια(βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

(«Δεν έχεις τα λεφτά για μεγαλύτερο και καινούργιο αυτοκίνητο; Πάρε το με χρηματοδότηση από την τράπεζά σου». «Δεν έχεις όλα τα λεφτά για ιδιόκτητο και μεγάλο σπίτι; Πάρε στεγαστικό δάνειο». Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος και η μεσαία τάξη).

Βέβαια δεν ήταν όλες οι οικονομίες το ίδιο επιρρεπείς στη δυναμική αυτή των χρεών. Στις λεγόμενες «αναδυόμενες» οικονομίες(π.χ. Κίνα, Ινδία) μάλιστα είχαμε αποταμιεύσεις από το 2001 μέχρι 2008. Το ίδιο διάστημα στις «προηγμένες» οικονομίες είχαμε βασικά δύο διαφορετικές συμπεριφορές σε σχέση με τα χρέη.

Στις «φιλελεύθερες οικονομίες της αγοράς»(π.χ. ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία κ.λπ.) είχαμε ενθάρρυνση για υψηλότερα επίπεδα καταναλωτικού χρέους, από ότι στις λεγόμενες «συντονισμένες οικονομίες της αγοράς»(π.χ. Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία, Σκανδιναβία κ.λπ.).

Με την εμφάνιση της παρούσας κρίσης, που την παρουσιάζουν σαν κρίση βασικά «δημοσιονομικών χρεών», κατάρρευσε η εμπιστοσύνη των «αγορών» προς τους δημόσιους τομείς της οικονομίας κάποιων χωρών-κύρια των νοτίων χωρών της ευρωζώνης.

Για να ξεπερασθεί η κρίση, παρόλο που και στα δύο είδη καπιταλισμού συμφωνούν ότι θα πρέπει να επιδιώκεται η «ανάπτυξη», διαφέρουν στον τρόπο και στη σειρά των επι μέρους στόχων:

i) Οι μεν στηρίζουν την ανάπτυξη στη μεγέθυνση της κατανάλωσης. Να πέσει καινούργιο χρήμα στις επιχειρήσεις-νοικοκυριά, να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη των πολλών για αγορά των παραγόμενων προϊόντων των επιχειρήσεων, ώστε αυτές αποκομίζοντας κέρδη να επενδύσουν εκ νέου στην παραγωγή δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας αυξάνοντας τα ΑΕΠ σε κάθε χώρα( βλέπε Σοσιαλδημοκρατία-Ομπάμα).

ii) Οι δε επιδιώκουν τη λιτότητα καταρχήν, στη συνέχεια την αποταμίευση ώστε να είναι δυνατές οι  παραγωγικές επενδύσεις και η αύξηση των θέσεων εργασίας για τον τελικό ίδιο στόχο της αύξησης των ρυθμών ανάπτυξης(βλέπε Χριστιανοδημοκρατία-Μέρκελ).

Και οι δύο πολιτικές αυτές γραμμές συμπίπτουν στον τελικό στόχο: μια από τα ίδια «ανάπτυξη», ώστε να επιστρέψουν οι οικονομίες σε ρυθμούς μεγέθυνσης του παγκόσμιου ΑΕΠ της τάξης 2-3% ετησίως, που επιτυγχανόταν στην προ της κρίσης χρονική περίοδο.

Και στις δύο περιπτώσεις οι κυβερνήσεις τείνουν να δανείζονται χρήματα για να τονώσουν την «ανάκαμψη»(χρειάσθηκαν τεράστια χρηματικά ποσά π.χ. στο τέλος του 2008 και αρχές 2009, ώστε να «σταθεροποιηθεί» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, και αυτά εξασφαλίσθηκαν από αυξημένο δημόσιο δανεισμό σε όλες τις πληγείσες από την κρίση χώρες: υπολογίζεται πάνω από 7-8 τρισεκατομμύρια δολάρια το καινούργιο χρέος).

Αν τα καινούργια χρέη προστεθούν στα παλιά έχουμε ένα τέτοιο όγκο χρεών, που θα πρέπει να αναρωτηθούμε επειγόντως σαν ανθρωπότητα, αν όλο αυτό το χρέος είναι «βιώσιμο». Αν οι μελλοντικές γενιές μας θα είναι σε θέση να το αποπληρώσουν κάποτε.

Πραγματικά ο μηχανισμός του χρέους χρησιμοποιείται έτσι ώστε συνεχώς να αυξάνονται τα χρέη, η εξάρτηση και η εξαθλίωση, παρόλο που τις περισσότερες φορές αποπληρώνεται σημαντικό ποσοστό τους.

Παράδειγμα: στις αρχές του 1980 το χρέος που είχαν 109 «πιστολήπτριες» χώρες ήταν 430 δισ. δολάρια. Μέχρι το 1986 είχαν πληρώσει σε τόκους 336 δισ. δολάρια, αλλά χρωστούσανε ακόμα 880 δις δολάρια. Σε μια εξαετία χρωστούσαν ποσό υπερδιπλάσιο από το αρχικό, ενώ ήδη είχαν πληρώσει σε τόκους τα 4/5 των αρχικών δανείων!

Η αποπληρωμή όλων αυτών των χρεών στους δανειστές θα απαιτήσει τέτοια ανάπτυξη-μεγέθυνση-επέκταση της υπερχρήσης των φυσικών πόρων για υπερπαραγωγή-υπερκατανάλωση-υπερκέρδη, που αυτό θα οδηγήσει σε κατάρρευση του ολικού πλανητικού οικοσυστήματος-σε πτώχευση της «Α.Ε. Γης».

2.      Το οικολογικό χρέος, οικολογικό-κοινωνικό αποτύπωμα

Προς το παρόν οι «παγκόσμιοι παίκτες» στο παγκόσμιο καπιταλιστικό «καζίνο»-η παγκόσμια χρηματοοικονομική ελίτ- που είναι και οι δανειστές σήμερα, χρησιμοποιούν τον μηχανισμό του χρέους για την επίτευξη πειθαρχίας όσον αφορά στο στόχο της «ανάπτυξης» και της μεγέθυνσης των πραγματικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Ώστε αυτές να επιφέρουν κέρδη στους επιχειρηματίες της πραγματικής οικονομίας, για να πληρωθούν τα χρέη τους προς τη χρηματική -ηγεμονική σήμερα-οικονομία.

Όμως αυτή η μεγέθυνση απαιτεί αυξημένη παραγωγή, αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας και η αυξημένη κατανάλωση όλων αυτών των υλικών αγαθών, ενώ παράλληλα απαιτεί και αυξημένη εκμετάλλευση του εξίσου σημαντικού πόρου, της ανθρώπινης εργασίας, με μειωμένες αποδοχές . Επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.

Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη και του περιβάλλοντος καθώς και της αναπαραγωγής της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Υπάρχει ήδη η συνειδητοποίηση των αγορών ότι έχουν πλέον μεγάλο πρόβλημα στον εφοδιασμό. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία(αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης(τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.

Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των οικονομικά δρώντων ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους-ιδίως των πραγματικά εργαζομένων με χαμηλούς μισθούς.

Οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μέχρι τώρα «ανάπτυξης» είναι εξίσου υπεύθυνες για τη κρίση, όσο και οι επιπτώσεις της δράσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Μέχρι το 1960 καταναλώναμε το 70% των πόρων του πλανήτη, το 1980 το 100%, το 1999 φθάσαμε στο 120%, το 2008 στο 130% και με τους ρυθμούς που είχαμε μέχρι το 2008- λόγω κρίσης έχουμε κάποια μείωση στο μεταξύ- η πρόβλεψη ήταν ότι το 2030 θα φτάσουμε στο 200%(θα χρειαζόμαστε δηλαδή δύο πλανήτες σαν τη Γη).

Η συνεχής αύξηση της κατανάλωσης των φυσικών πόρων και η αντίστοιχη αύξηση των αποβλήτων μας οδήγησε  σήμερα ήδη να ζούμε σε βάρος του μέλλοντος και των επόμενων γενεών. Δημιουργούμε εκτός των οικονομικών χρεών και συνεχώς αυξανόμενα οικολογικά χρέη. Κυρίως θα συμβεί αυτό γιατί υπάρχουν τα πλανητικά όρια σε πόρους, υλικά και ενέργεια, καθώς και τα όρια στην ενσωμάτωση των τεράστιων απόβλητων των οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως επίσης οι κλιματικές αλλαγές και οι συνακόλουθες καταστροφές.  

Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές-που αυξάνουν το κοινωνικό τους αποτύπωμα με την έννοια ότι αυξάνουν την κοινωνική εκμετάλλευση- συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές-αύξηση συνεχής του οικολογικού αποτυπώματος.

Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά-θα πρέπει να πληρώσουν τους πιστωτές μας-θα είναι και οικολογικά, προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα-που θα πρέπει να αποκαταστήσουν, αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.

Θα καλούνται να τα πληρώσουν, με την έννοια ότι θα πρέπει να λάβουν μέτρα για την ανανέωση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων και την αύξηση των δυνατοτήτων των οικοσυστημάτων για απορρόφηση των απόβλητων π.χ. επιστροφή εκτάσεων στην άγρια φύση, «ανάπαυση» εδαφών, επιστροφή στην αγροτο-οικογεωργία για απορρόφηση της περίσσειας του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, μέσω της βιομάζας και επιστροφή στον εδαφολογικό άνθρακα. 

Προς το παρόν και τα οικολογικά μας χρέη είναι το ίδιο «επισφαλή», όσο και τα χρηματοοικονομικά. Κανένα από τα δύο χρέη δεν αντιμετωπίζεται , όσο επιμένουμε στη κατεύθυνση της καταναλωτικής ανάπτυξης. Η με αυτόν τον τρόπο επιδιωκόμενη –έστω και βραχυπρόθεσμα-επάνοδο στην «ευημερία», δεν πρόκειται να έρθει και να είναι βιώσιμη. Είμαστε καταδικασμένοι σε αποτυχία, αν επιμένουμε στη ποσοτική μεγέθυνση των ΑΕΠ και των κάθε είδους οικονομικών δραστηριοτήτων και κατανάλωσης, που μπορεί να υπονομεύουν τη μελλοντική μας ύπαρξη.

Γιατί η κακώς εννοούμενη σημερινή ευημερία, μπορεί να υπονομεύει πραγματικά τις συνθήκες στις οποίες μπορεί να βασισθεί η αυριανή μας ευζωία. Η παρούσα κατάρρευση, που βιώνουμε και σαν ελληνική κοινωνία, είναι ένα μήνυμα ότι το «αύριο είναι ήδη εδώ», αν δεν αλλάξουμε ρότα.

3.      Το αδιέξοδο του Ελληνικού Καπιταλισμού:

  •  Είχαμε το 11ο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν οικολογικό αποτύπωμα στον κόσμο, 4ο μεγαλύτερο στην ΕΕ. Καταναλώναμε 181% πάνω από το όριο βιωσιμότητας. Είχαμε π.χ. το 2ο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αποτύπωμα κατανάλωσης νερού στον κόσμο. Αυτό οφείλεται βασικά  στο μεγάλο «ενεργειακό μας αποτύπωμα», δηλαδή στις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες μας σε ενέργεια (ετήσια αύξηση 2,4%  μεταξύ 1990-2004 – πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), και στο πολύ μεγάλο «υδατικό μας αποτύπωμα», το οποίο οφείλεται στην αυξημένη χρήση νερού για τη γεωργία (87%), στις απώλειες που παρουσιάζει το απαρχαιωμένο αρδευτικό και υδρευτικό δίκτυο της χώρας, αλλά και στη συνολική κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων. Υπερμεγέθης τριτογενής τομέας με βάση τις τράπεζες. Χάριν σε αυτόν στην 10ετία του ευρώ είχαμε αύξηση του ΑΕΠ κατά 60% περίπου, πράγμα που επέτρεψε την ανοχή στην φοροδιαφυγή και τη μείωση των φορολογικών συντελεστών από τη μία και την αύξηση της αγοραστικής δύναμης της μεσαίας τάξης και  των "απο κάτω"-μέσω και δανείων από την άλλη.
  • Ο «εκσυγχρονισμός»: με μεγάλο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό(Ολυμπιακοί 2004). Η είσοδος στο ευρώ αύξησε τη πιστωτική ικανότητα, τις εισαγωγές, την οικοδομή κ.λπ.
  • Ο αδύνατος κρίκος: γιατί οι κινητήρες του όπως η οικοδομή, ο μαζικός τουρισμός και ιδίως ο τραπεζικός τομέας έχουν καταρρεύσει. Η εμπορική ναυτιλία(τα κινούμενα φουγάρα) που έχει διατηρηθεί δεν προσφέρει τίποτα στο κράτος, αφού κινείται κοσμοπολίτικα.
  •  «Μνημόνια σωτηρίας»: με καινούργια δάνεια, φαστ-τρακ «ανάπτυξη» όπως χρυσός στη Χαλκιδική , πάρκο Ελληνικό κ.λπ. , προϋποθέτουν ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και των συλλογικών αγαθών(όπως το νερό και η ενέργεια ή τα σκουπίδια, τα δάση και οι παραλίες), μεταφορά των συνεπαγόμενων βαρών μόνο στους «από κάτω» για την περίφημη «βιωσιμότητα του χρέους». Να ζούμε για να πληρώνουμε χρέη, και όσο κι αν τα πληρώνουμε τόσο αυτά να μεγαλώνουν. Και το χρηματοοικονομικά και τα οικολογικά. Και να ζούμε οι «από κάτω» έναν «βίο αβίωτο», αφού εκείνο που θέλουν είναι να μας έχουν αλυσοδεμένους στο μαγγανοπήγαδο της κατανάλωσης μέσω νέων δανεισμών και χρέους, που θα ζούμε ίσα-ίσα ώστε να πληρώνουμε για πάντα  στους «από πάνω».
4.      Η απάντηση σ’ αυτούς τους καταναγκασμούς είναι η παγκόσμια «σεισάχθεια» καταρχήν και στη συνέχεια οι κοινωνίες της αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης.

  • Η σημερινή κρίση των δημοσιονομικών χρεών να λυθεί υπέρ των κοινωνιών και όχι για άλλη μια φορά υπέρ των «από πάνω». (Οι ιδιώτες επενδυτές-αγοραστές των κρατικών ομολόγων και οι παγκόσμιοι παίκτες, έπαιξαν και έχασαν. Στο παγκόσμιο καζίνο τους προβλέπονται και οι ζημιές, όχι μόνο τα κέρδη).
  • Να  αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης. Επιστροφή σε νόμισμα, που θα είναι μέσο ανταλλαγής και όχι πλουτισμού. Δεν έχει νόημα το δίλημμα ευρώ ή δραχμή, από τη στιγμή που και τα δύο είναι εμπόρευμα και γενούν από χρήμα νέο χρήμα. Απεξάρτηση από το χρήμα εμπόρευμα με εκπαίδευση μέσω δημιουργίας τοπικών νομισμάτων σαν μέσα ανταλλαγών.
  • Ούτε η «επιμήκυνση». Ούτε ο «λογιστικός» προσδιορισμός του «καλού» και του «κακού» χρέους. Ούτε τα «κουρέματα». Αλλά ούτε και να δουλεύουμε περισσότερο με «κινεζοποίηση» των μισθών για να εξασφαλίζουμε τη συνέχιση της κατανάλωσης ή της επιβίωσης (για τους περισσότερους πια).
Δεν πληρώνουμε τα οικονομικά χρέη, για να μπορέσουμε να εξοφλήσουμε το οικολογικό χρέος προς τις ερχόμενες γενιές. Σε παγκόσμιο επίπεδο να διεκδικήσουμε τη συνολική διαγραφή χρεών!

·         Όχι άλλες «δόσεις» και δάνεια!

·         Παγκόσμια «σεισάχθεια» του οικονομικού χρέους!

·         Στροφή σε αποκεντρωμένες, τοπικοποιημένες, αμεσοδημοκρατικές κοινωνίες ίσης κατανομής και του μικρότερου δυνατού οικολογικού αποτυπώματο

[1] Από μελέτη π.χ. της γνωστής εταιρείας συμβούλων  McKinsey: το συνολικό παγκόσμιο χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, στις 31/12/10 άγγιζε το ποσό των 158 τρίς δολαρίων. Εξ αυτών 41 τρίς αποτελούσαν κρατικά χρέη, 42 τρίς κυκλοφορούντα ομόλογα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, 10 τρίς εταιρικό χρέος μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και τα υπόλοιπα 64 τρίς ήσαν χρέη νοικοκυριών. Αντίστοιχα το παγκόσμιο ΑΕΠ ανήλθε το 2010 σε περίπου 60 τρίς δολάρια, δηλαδή το χρέος ήταν  263% του ΑΕΠ.  Τη χρονιά της κρίσης ο συνολικός δανεισμός παγκοσμίως ήταν 300% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Μια δεκαετία πριν, το 1995, ήταν στο 200%.
1 Comment

Το αδιέξοδο του κεφαλαίου

26/7/2013

0 Comments

 
Τις μέχρι τώρα κρίσεις του το κεφάλαιο, για να εξασφαλίζει τη συνέχιση της μεγέθυνσης και της παραπέρα συσσώρευσής του, τις αντιμετώπιζε μετασχηματίζοντας και αναδιαμορφώνοντας τα συστήματα διακυβέρνησης και τις ταξικές σχέσεις στον κοινωνικό σχηματισμό.

Τον περασμένο αιώνα το έκανε αυτό π.χ. μετά τη κρίση του 1929 και κυρίως μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, υιοθετώντας τον Κεϋνσιανισμό, ενώ έκανε το ίδιο και μετά τη κρίση του `70-στις αρχές της 10ετίας του`80-περνώντας στον νεοφιλελευθερισμό.

Μέχρι τώρα είχε φαίνεται τη δυνατότητα να αφομοιώνει κάποιους σε έξαρση κοινωνικούς αγώνες με ελκυστικές συμφωνίες με κάποια τμήματα της εργατικής τάξης στη δύση-βορρά, επειδή μπορούσε να μεταθέσει το κόστος της αναδιανομής της πίττας σε άλλα τμήματα του πληθυσμού και σε απομακρυσμένα περιβάλλοντα –οικοσυστήματα, σε άλλες γωνιές του πλανήτη.

Κάποιες φορές –όταν οι κοινωνικοί αγώνες βρίσκονταν σε ύφεση- πέρναγε σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, επιβάλλοντας μέτρα μεγιστοποίησης της συσσώρευσής του. Πάντα η ταχτική που ακολουθούσε ήταν η κάθετη διαίρεση του κοινωνικού σώματος και η άνιση διανομή της πίττας.

Στη σημερινή όμως κρίση, η οποία δεν είναι απλά μια ύφεση, αλλά πρόκειται να εξελιχθεί σε κρίση κοινωνικής σταθερότητας,  τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα. Το κεφάλαιο αντιμετωπίζει ένα αδιέξοδο, γιατί  αμφισβητείται η δυνατότητά του να πετύχει κοινωνική συναίνεση και δεν έχει την κοινωνική υποστήριξη που θα χρειαζόταν για να πετύχει την αναζωογόνησή του. Και αυτό συμβαίνει για τους εξής σοβαρούς λόγους:

α) Από τη μια είναι υποχρεωμένο να παράγει όλο και περισσότερα υλικά-άυλα αγαθά, ώστε πουλώντας τα σε τιμές που εξαρτώνται και από την αγοραστική δύναμη των πολλών καταναλωτών, να μεγιστοποιεί τα κέρδη του κάθε χρονιά(τις χρονιές του οικονομικού «μπουμ» π.χ. οι μεγάλες εταιρείες, οι εισηγμένες στα χρηματιστήρια, έπρεπε να παρουσιάζουν αυξήσεις της τάξης του 20% ετησίως για να επενδύουν οι επενδυτές στις μετοχές τους). Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αυξάνει και τη συνολική αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ώστε να εξασφαλίζεται η αγορά όλων αυτών των διαφορετικών προϊόντων. Όσα θαύματα να κάνει η διαφήμιση, αν δεν υπάρχουν και τα χρήματα δε μπορούν να αγορασθούν τόσα-πολλές φορές και αχρείαστα-προϊόντα.

Από την άλλη είναι υποχρεωμένο να «αγοράζει» όλο και φθηνότερα την εργατική δύναμη. Άρα και να αμείβει τους  εργαζόμενους-παραγωγούς (που είναι και η πλειοψηφία των καταναλωτών), όσο γίνεται λιγότερο. Πολλούς μάλιστα να τους θέτει εκτός σχέσεων μισθωτής εργασίας, με επιδόματα ανεργίας. Αλλά μειωμένη αγοραστική δύναμη σημαίνει μειωμένη κατανάλωση, άρα πτώση τιμών και άρα μείωση κερδών. Να λοιπόν μια πρώτη αξεπέραστη αντίφαση που λύνεται μόνο με συναίνεση των «κοινωνικών εταίρων», ώστε να επιτυγχάνεται η περίφημη κοινωνική σταθερότητα για το κεφάλαιο.

Αυτή η αντίφαση γίνεται ακόμα μεγαλύτερη από το εξής γεγονός: όταν κάποια από τα εμπορεύματα αγορασθούν από κάποιους καταναλωτές(νοικοκυριά, δίκτυα, σωματεία κ.λπ.) εξέρχονται από τη σφαίρα της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και μπαίνουν συνήθως σε μη καπιταλιστικές σφαίρες κοινωνικής συνεργασίας, αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας. Μπορεί να μπαίνουν-και αυτό συμβαίνει σήμερα όλο και πιο συχνά-στη σφαίρα που έχουμε ονομάσει γενικά «τα κοινά».

  Έτσι η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης συμβαίνει εν μέρει και εκτός των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής-αναπαραγωγής. Αν και σε στενή ακόμα σχέση με την καπιταλιστική σφαίρα, οι σχέσεις που δημιουργούνται στα πλαίσια των «κοινών» διεκδικούν ένα μεγάλο μέρος της πολιτισμικής και υλικής αναπαραγωγής των εργαζομένων που συμμετέχουν σε αυτά τα «κοινά». Ιδίως τα τελευταία 30 χρόνια, που υπάρχει μείωση των μισθών και της πρόνοιας χωρίς προοπτική βελτίωσης.

Αυτό οδηγεί και σε αμφισβήτηση των καπιταλιστικών σχέσεων από τη μεριά των εργαζομένων και των καταναλωτών, όσον αφορά στη μοναδικότητα των παραπάνω σχέσεων να αναπαράγουν τη καθημερινή ζωή τους. Αυτή η πιθανή στάση των εργαζομένων, πέρα από το ότι δεν είναι υποστηρικτική για το κεφάλαιο, μπορεί να τους οδηγεί και στην απόρριψή του, ιδίως όταν βλέπουν- μέσω των παραδειγμάτων της οικονομίας των «κοινών» -ότι υπάρχει η δυνατότητα να επιβιώνουν και στα πλαίσια μη καπιταλιστικών σχέσεων.

β) Μια δεύτερη, πολύ πιο αξεπέραστη αντίφαση την οποία αντιμετωπίζει το κεφάλαιο για πρώτη φορά σήμερα, είναι το πεπερασμένο των φυσικών παραγωγικών πόρων και ενέργειας. Από τη μια χρειάζεται όλο και μεγαλύτερες ποσότητες από αυτά, σε όλο και φθηνότερες τιμές, αν όχι σε μηδενικές τιμές που πολλές φορές εξασφάλιζε μέχρι σήμερα. Από την άλλη, λόγω της σπανιότητάς τους που συνεχώς εξελίσσεται αφού υπήρξε κατασπατάλησή τους τη τελευταία 30ετία, είναι υποχρεωμένο να εκμεταλλευθεί και τα τελευταία δυσπρόσιτα αποθέματα με μεγάλο κόστος για να τα κάνει εκμεταλλεύσιμα.

Τα φυσικά οικοσυστήματα λοιπόν μπορούν όλο και λιγότερο να στηρίξουν το κεφάλαιο στη διαρκή αναζήτησή του για όλο και μεγαλύτερη και φθηνότερη απόσπαση πόρων από αυτά.  Το ίδιο συμβαίνει και με την αναγκαιότητα απόθεσης στο περιβάλλον όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων απόβλητων.

Δεν είναι χωρίς κόστος η όλο και μεγαλύτερη χρήση της ατμόσφαιρας π.χ. σαν απύθμενη αποθήκη εναπόθεσης των αερίων του θερμοκηπίου. Γιατί αυτό οδηγώντας στην όξυνση του φαινομένου του «θερμοκηπίου» έχει σαν αποτέλεσμα την κλιματική αλλαγή με τις επακόλουθες καταστροφές, που στο μέλλον θα είναι μη αντιστρέψιμες και για την ίδια τη συσσώρευση του κεφαλαίου(προς το παρόν αυτό φαίνεται από τον κίνδυνο που διατρέχει το μέρος του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί στις ασφάλειες και που έχει τεράστιες ζημιές πια, αποζημιώνοντας τους ασφαλισμένους έναντι αυτών των καταστροφών: πλημμύρες, ανεμοστρόβιλοι, τυφώνες κ.λπ).

Το ίδιο και με τη χρήση του εδάφους και των θαλασσών σαν αντίστοιχες αποθήκες όλο και περισσότερων τοξικών αποβλήτων, με επακόλουθο π.χ. τη μείωση ή μόλυνση της φυτικής-ζωικής τροφής και των αλιευμάτων.

Σύμφωνα με όσα περιγράψαμε περιληπτικά πιο πάνω λοιπόν, ο καπιταλισμός έχει φθάσει σε ένα μεγάλο αδιέξοδο. Δε μπορεί να υποσχεθεί πια νέες μέρες αφθονίας και ευημερίας για τις πλειοψηφίες των πληθυσμών, εκτός ίσως για κάποιες στις αναδυόμενες περιοχές(π.χ. Κίνα), που όμως γρήγορα θα του τελειώσει αυτή η δυνατότητα και σε αυτές.

Αν αυτό το αδιέξοδο θα ξεπερασθεί με τους όρους που βάζει το κεφάλαιο, δηλαδή υπό τον έλεγχό του, τότε πάμε προς μια διέξοδο κοινωνικής και οικολογικής «αποκάλυψης». Πάμε προς μια δυστοπία του λυκόφωτος για την ανθρωπότητα και τις άλλες μορφές ζωής στον πλανήτη. Στην καλύτερη περίπτωση οδεύουμε προς σκληρές κοινωνικές συγκρούσεις.

Οι στρατηγικές και οι «ρυθμίσεις που μπορεί να έχει στη διάθεσή του το κεφάλαιο σήμερα οδηγούν στην επιτάχυνση της κρίσης, όσον αφορά στην κοινωνική και οικολογική παραγωγή-αναπαραγωγή της ζωής στον πλανήτη. Αυτό θα οδηγεί και στην επιτάχυνση και την ενίσχυση της αντίστασης της ίδιας της ζωής παντού. Το αν θα είναι επιτυχής ή όχι αυτή η συνεπαγόμενη αντίσταση θα εξαρτηθεί από το αν θα μπορέσει να δώσει μια μετακαπιταλιστική διέξοδο, εστιάζοντας στο κέντρο του αδιεξόδου που αναφερθήκαμε.

Αν η αντίσταση περιορισθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού, τότε αυτός θα μπορέσει και πάλι να διαμορφώσει τους όρους για μια τέτοιας μορφής διαχείριση και διακυβέρνηση των «από κάτω», που θα του επιτρέψει να συγκρατήσει την κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής στα μέτρα του. Επιβάλλοντας δηλαδή περικοπές στις δαπάνες για την κοινωνική αναπαραγωγή του( π.χ. περικοπές του κοινωνικού μισθού, μείωση μισθών-συντάξεων κ.λπ.).

Με την επικοινωνιακή διαχείριση του φόβου για τα επερχόμενα «χειρότερα», με την ιδεολογική επιβολή της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης»(«ώστε να υπάρξει βελτίωση στο μέλλον»), με τη χρήση της βίας των κατασταλτικών μηχανισμών του, όπου οι εξέγερση των «από κάτω» θα εκδηλώνεται, μπορεί και να τα ξανακαταφέρει το κεφάλαιο να ξεπεράσει το σημερινό του αδιέξοδο. Αυτό όμως θα εξαρτηθεί στην ουσία και από το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδα και το κίνημα των «από κάτω». Από το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδά του και το κίνημα των «κοινών». Αλλά για το αδιέξοδο των «κοινών» σε ένα επόμενο άρθρο.  

 

0 Comments

Ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός(Κομμουναλισμός)

23/4/2013

0 Comments

 
Ο ελευθεριακός κοινοτισμός με την έννοια της πρότασης ενός συνόλου πολιτικών που ενισχύουν προνομιακά το τοπικό επίπεδο με κύτταρο την έννοια της κοινότητας, είναι η ουσιαστική απάντηση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Παρέχει το πλαίσιο που οι άνθρωποι και οι κοινοτικές τους συλλογικότητες θα μπορέσουν  να επαναπροσδιορίσουν και να ελέγξουν τη ζωή τους και την τοπική οικονομία, ώστε να επιτευχθεί η υποχώρηση της φτώχειας και των ανισοτήτων, η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής και της πρόνοιας, η αναβίωση της συνοχής της ανθρώπινης κοινότητας και της περιβαλλοντικής προστασίας, η αποκατάσταση του αισθήματος ασφαλείας για το μέλλον. Το πλαίσιο του κομμουναλισμού απορρίπτει τον ανταγωνισμό σαν διαδικασία ανάπτυξης και δίνει έμφαση στη συνεργασία και την αλληλεγγύη για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Γιατί η μάχη μπορεί να δοθεί καλύτερα στην καθημερινή μας ζωή και δράση και στα μικρά υποσύνολα της κοινωνίας. Ο κοινός τρόπος ζωής, οι κοινοί χώροι δουλειάς και σχόλης κ.λ.π. ,όπου ο ένας γνωρίζει τον άλλο και είναι ευχερέστερη η επαφή, η φιλία, η αλληλεγγύη και ο αλληλοέλεγχος, ευνοούν στο να τεθούν οι βάσεις  αυτής της πολιτικής. 

Με ένα αντίστοιχο αξιακό σύστημα, με μια επιστημονική κοσμοθεωρία και κατανοητή σε όλους τεχνολογία(ξεπέρασμα του φόβου και της ανάγκης της μεγατεχνολογίας, του κοινωνικού μεγαθεσμού και των «ειδικών»). Με μια παραγωγή υλικών-άϋλων αγαθών που θα ικανοποιούν τις βασικές επαναδιατυπωμένες υλικές- πνευματικές ανάγκες, που δεν θα βάζει σε κίνδυνο τους φυσικούς πόρους, τα οικοσυστήματα και τα άλλα είδη. Με ένα αντίστοιχο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα(ξεπέρασμα του καπιταλισμού της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κομματικού συστήματος).

Μπορεί να τις δημιουργήσει μόνο ένα κίνημα, βασικά νέων ανθρώπων, που δεν αποδέχονται τις καθεστωτικές δομές και που: 1) διαχειριζόμενοι την κρίση του δυτικού πολιτισμού ) ενστερνιζόμενοι ιδέες από την παράδοση του ουμανιστικού σοσιαλισμού, του ελευθεριακού κοινοτισμού και της κοινωνικής οικολογίας, θα τις συνθέσουν έτσι ώστε να εμπνεύσει την πλειοψηφία των ανθρώπων να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμικό ρεύμα και μια νέα αυτοκαθοριζόμενη κοινωνία, ξεκινώντας από την τοπική κοινωνία, σε σχέση απόρριψης, αναδιάρθρωσης και ρήξης με την «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση και το κεντρικό εθνικό κράτος.

Τα παραπάνω ισχύουν και για τον ελλαδικό χώρο. Εδώ  η Τ.Α. ασκεί έτσι και αλλιώς  ασήμαντη εξουσία.  Και αυτή όμως είναι συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων τοπικών πολιτικών, συνεργαζόμενων κατά το πλείστον με τα κόμματα και τους αντίστοιχους επαγγελματίες πολιτικούς του κέντρου. Με τον νόμο «Καποδίστριας» παλιότερα και με τον νόμο του "Καλλικράτη" τελευταία, τα κόμματα εξουσίας , εκτός των άλλων  στόχων πέτυχαν και την παρά πέρα ενίσχυση των ιεραρχικών δομών στο τοπικό επίπεδο, σε βάρος της άμεσης ουσιαστικής δημοκρατίας. Ο «εκσυγχρονισμός» της Τ.Α δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την αποκέντρωση ούτε με την οικονομική ανάπτυξη της υπαίθρου, πολύ περισσότερο  δε με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων που έχουν ακόμη απομείνει σε αυτή. Απλώς μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική στην απορρόφηση κάποιων σχετικών κονδυλίων της ΕΕ και στη δημιουργία κάποιων έργων υποδομής, όπου το «μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», στην προσέλκυση δημοσίων κονδυλίων για «αναπτυξιακά έργα» κ.λ.π. Γιατί, αντί π.χ. τα τοπικά συμβούλια να είναι οι τοπικοί πυρήνες μιας τοπικής δημοκρατίας από την οποία να εκπορεύονται οι αποφάσεις, δεν είναι παρά ένας θεσμός των νέων υπερδήμων, που επισφραγίζουν τις αποφάσεις του δημ. συμβουλίου και κατ επέκταση τις αποφάσεις του κεντρικού κράτους, μέσο των τοπικών επαγγελματιών πολιτικών.

Πρέπει λοιπόν και η ελληνική κοινωνία να αποφασίσει να σταματήσει αυτή τη κατάσταση και εξέλιξη, να πει στοπ, δεν πάει άλλο. Για να το κάνει όμως θα έπρεπε η πλειοψηφία της να απορρίψει το δυτικό μοντέλο και να αναπτύξει όσο γίνεται πιο γρήγορα ένα νέο πολιτισμικό μοντέλο. Η κατεύθυνση του κομμουναλισμού μπορεί να βοηθήσει άμεσα σε αυτό αρκεί να εμπλέξει ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων κάθε τοπικής κοινωνίας για να θέσουν τις βάσεις του.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του κομμουναλισμού

1)Το αξιακό σύστημα: Το αξιακό του σύστημα έχει ένα παρελθόν που προέρχεται από την προσωκρατική θετική σκέψη, τις πλατωνικές ιδέες και την κοινωνική φιλοσοφία του δήμου(δημοκρατία) και από την άλλη τις πρωτοχριστιανικές ιδέες που είχαν διαδοθεί στον ελληνόφωνο τότε κόσμο[1]. Στη συνέχεια έχει να κάνει με τις ιδέες και τις αξίες: του ουμανιστικού, ελευθεριακού και «ουτοπιστικού» σοσιαλισμού, του κοινωνικού αναρχισμού, του κοινοτισμού, της οικολογικής ολιστικής σκέψης και των απόψεων της «γαίας»(η γη είναι η ίδια ένας οργανισμός), της «αντικουλτούρας», καθώς και με τις αξίες του ανατολικού τρόπου σκέψης και δράσης(Τάο-Γκάντι).

Ο άνθρωπος, σαν άτομο, δεν είναι σε καμιά περίπτωση «ότι έχει». Είναι κάτι πολύ περισσότερο[2]. Οι ανάγκες του μπορούν να καθορισθούν από τον ίδιο μέσα από την αυτοκριτική γνώση του εαυτού του, τη λογική αντιμετώπισή τους στα πλαίσια των δυνατοτήτων της κοινότητάς του(άρα σημαντικότερη η κοινοτική ιδιοκτησία) και σε διαρκή επικοινωνία και αλληλεπίδραση με τους γύρω του. Δεν είναι μόνο υλικές, αλλά σε μεγάλο βαθμό συναισθηματικές και πνευματικές. Η ικανοποίησή τους επομένως, ιδιαίτερα των τελευταίων, δεν εξασφαλίζεται μέσω της αγοράς-κατανάλωσης και της ποσότητας, αλλά κυρίως μέσω της ποιότητας στα πλαίσια του προσιτού κοντινού του κόσμου. Μέσα από την επιμήκυνση-βίωση των άπειρων στιγμών του χρόνου του και όχι μέσα από την ταχύτητα και την κυκλοφορία(στη δύση) και μέσα από τον διαλογισμό-έκσταση(στην ανατολή). Η αγάπη για τη ζωή, η οποία αποτελεί έκφραση της συσσωμάτωσης της συμπαντικής υλοενέργειας και η γνώση ότι ο θάνατος είναι  συνέπεια της αύξησης της «εντροπίας» του συγκεκριμένου «είναι» και άρα αναπόφευκτη κατάληξη της ίδιας της ζωής, οδηγεί τον «νέο» άνθρωπο στην αποδοχή του θανάτου,  στην εξάλειψη του φόβου και στην κατάκτηση του θεμελιακού αισθήματος της ασφάλειας. Όταν το κατορθώνει αυτό, τότε είναι σε θέση να αποδεχθεί και να δημιουργήσει τις νέες αξίες της ευζωίας, προσπερνώντας τις αξίες της επιβίωσης. Για αυτό χρειάζεται ένα ατομικό και δημόσιο χώρο σε ανθρώπινες διαστάσεις(τέσσερις τον αριθμό, μη ξεχνάμε τη σημαντική 4η διάσταση το χρόνο), που ενώ χαρακτηρίζεται από το μικρό μέγεθος, στην ουσία μπορεί να βιωθεί και σαν «μεγαχώρος» (αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας) και μπορεί να αποκτήσει και τα χαρακτηριστικά του αυτοδύναμου [3]. Γιατί θα στηρίζεται στον κοινωνικά ελεύθερο άνθρωπο, κάτοχο της συλλογικής γνώσης, επαναπροσανατολισμένο στο συνδυασμό των προσωπικών επιθυμιών με τα ευρύτερα κοινωνικά ιδεώδη, δημιουργικό και πλούσιο εσωτερικά, αλλά ταυτόχρονα και ολιγαρκή. Θα στηρίζεται όχι στον ανταγωνισμό αλλά στη συμμετοχικότητα -συνέργεια και αλληλεγγύη των ανθρώπων του. Σε ένα τέτοιο δημόσιο χώρο μπορεί να επικρατήσει η αγάπη, ο σεβασμός και η αλληλοεκτίμηση. Η ελευθερία σκέψης και έκφρασης, η ανεκτικότητα του διαφορετικού πλάι στη συνεκτικότητα και ομογενοποίηση, η οικουμενικότητα των ιδεών, η ισονομία και η κυριολεκτική δημοκρατία μπορούν  πραγματικά να αναμορφώσουν τον νέο άνθρωπο.

2) Η κοσμοθεωρία του

Στον 20ο αιώνα οι νέες θεωρίες της Σχετικότητας, της κβαντικής φυσικής και των στοιχειωδών σωματιδίων, των χορδών, του χάους, καθώς και των μη ευκλείδειων γεωμετριών, όπως επίσης των οικοσυστημάτων και της γαίας ή των υπεραισθητών φαινομένων(που μπορούν να γίνονται κατανοητά μέσω του εγκεφάλου και όχι των ατελών αισθήσεων) κ.λ.π, μας οδηγούν πλέον να αντιλαμβανόμαστε το σύμπαν που μας περιβάλει, όχι σαν μια τεράστια μηχανή, αλλά σαν ένα τεράστιο νου.. Τις νέες αυτές αλήθειες θα πρέπει να τις αποδεχτεί σαν πραγματικότητα και ο «κοινός νους» και να μη τις θεωρεί σαν μεταφυσικές ή θεολογικές αλήθειες. Η νέα αυτή γνώση, για να έχει και θετικές κοινωνικές συνέπειες, δε θα πρέπει να περιορισθεί στα πλαίσια ενός ιερατείου ή σέκτας ή «γκρουπούσκουλου» . Ο καθένας μας πρέπει να εξασκήσει τη νόησή του, ώστε να εξελιχθεί σε μια έκτη υπεραίσθηση και να «βλέπει» πέρα από τον κόσμο των αισθήσεων(ο οποίος είναι ένα μικρό υποσύνολο του συμπαντικού κόσμου) και να πηγαίνει πιο πέρα από τη φαινομενικότητα των πραγμάτων, στο βάθος τους («τα φαινόμενα εξαπατούν»). Για να μπορεί να το κάνει χρειάζεται χρόνο. Και ο χρόνος είναι πολύ σημαντική διάσταση στις καινούργιες αυτές αντιλήψεις και πρέπει να κυριαρχήσει στον τοπικοποιημένο χώρο σε βάρος της ταχύτητας. Μάλιστα όπως θεωρητικά έχει αποδειχθεί ότι ο χρόνος μπορεί να διαστέλλεται, έτσι και πρακτικά θα πρέπει να εφεύρουμε κοινωνικές πρακτικές που θα μας τον διαστέλλουν σαν βίωμα(γιατί μόνο έτσι μπορούμε να αντιληφθούμε την επιμήκυνσή του). Ένα άλλο κοινωνικό πρακτικό αποτέλεσμα της κβαντικής διακύμανσης που διέπει το σύμπαν μας είναι ότι η αντίληψη που πρέπει πλέον να μας διέπει δεν θα είναι η στατικότητα, αλλά η διακύμανση και ότι από το «πουθενά» μπορούν να εμφανίζονται και να δημιουργούνται γεγονότα και πραγματικότητες που ανατρέπουν το «status» και το χάος και δίνουν νόημα στο παρόν ατενίζοντας προς το μέλλον. Επίσης η αρχή της «αβεβαιότητας» μας οδηγεί στην επίγνωση ότι δεν μπορεί να είμαστε σίγουροι για την άποψή μας και άρα θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι (δεν μπορούν για παράδειγμα οι γενετιστές να ισχυρίζονται αλλαζονικά ότι η ζωή είναι μόνο τα γονίδια και ο γενετικός κώδικας, ενώ υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις σε αυτό από άλλους επιστήμονες). Εξάλλου σε οποιοδήποτε φαινόμενο σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξή του φαίνεται να είναι ο ίδιος ο παρατηρητής του, για όσο διάστημα δεν συγχωνεύεται με το φαινόμενο[4]. Υπάρχουν λοιπόν πολλές υποκειμενικές αλήθειες για όσο μένουμε στο «εγώ»(αυτό οδηγεί στη αμφισβήτηση της «αυθεντίας» και της ιεραρχίας) και αν περνάμε στο «εμείς» μπορούμε να δεχθούμε συλλογικές ολιστικές αλήθειες.  Η επιστήμη λοιπόν θα πρέπει να είναι ολιστική,  να ερευνά τα πράγματα από όλες τις πλευρές και να προβλέπει(όχι να μαντεύει) και ταυτόχρονα να είναι μέσο ανάπτυξης των φυσικών, νοητικών, ψυχικών και συναισθηματικών δυνατοτήτων του ανθρώπου. Ενώ η τεχνολογία με τη σειρά της να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις ανέσεις που μπορεί να προσφέρει, αλλά και τις ανεπιθύμητες παρενέργειες που μπορεί να φέρει και επειδή δε μπορούμε να είμαστε πάντα σίγουροι, δεν θα πρέπει να προχωράμε σε εφαρμογές που φέρνουν μαζί τους ρίσκο ή προωθούν ιεραρχικές-εξουσιαστικές σχέσεις(αυτό σημαίνει ήπια, ελεγχόμενη και προσιτή κοινωνικά τεχνολογία). Η τεχνολογία και η καινοτομία από μόνη της δεν παράγει αξία. Ούτε χρήσης ούτε ανταλλακτική. Χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τόσο φυσικούς πόρους(ύλη, ενέργεια), όσο και ανθρώπινη εργασία. Η ανθρώπινη εργασία(μορφή ενέργειας), από μόνη της πάλι δεν μπορεί να παράγει αξία και κέρδος, αν δεν χρησιμοποιήσει τη ζωντανή και την ανόργανη φύση. Έτσι θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ, που πίστευε ότι η εργασία ήταν ο μοναδικός παράγοντας της αξίας επειδή ήταν ο μοναδικός ζωντανός παράγοντας στην παραγωγή(και άρα μπορεί να προσφέρει περισσότερη ενέργεια από ότι απαιτεί για να αναπαραχθεί η ίδια). Το κέρδος σήμερα μεγαλώνει για το κεφάλαιο επειδή βασίζεται και στους φυσικούς πόρους και όχι μόνο στο εργατικό δυναμικό( αν και η παγκοσμιοποίηση διπλασίασε το εργατικό δυναμικό που έχει στη διάθεσή του το κεφάλαιο, ιδίως με την είσοδο της Κίνας και Ινδίας στο παγκόσμιο ελεύθερο εμπόριο). Θα πρέπει λοιπόν να θεωρήσουμε, πέρα από την εργασία, και τη φύση σαν στοιχείο του «μεταβλητού» και μόνο την τεχνολογία σαν το «σταθερό» παράγοντα στην παραγωγή(με την έννοια ότι αυτή είναι η αποκρυστάλλωση της νεκρής εργασίας και της νεκρής φύσης). Όπως το κέρδος βγαίνει για το κεφάλαιο επειδή το κόστος της αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού είναι μικρότερο από την αξία που προσθέτει η εργασία στην παραγωγή, έτσι βγαίνει και από το γεγονός ότι η αναπαραγωγή των άλλων φυσικών  πόρων κοστίζει λιγότερο από αυτά που προσθέτουν τα ίδια στα αγαθά. Σήμερα το κεφάλαιο δεν πληρώνει σχεδόν ποτέ το κόστος αναπαραγωγής της φύσης. Το θεωρεί «εξωτερικό» για το ίδιο κόστος και αν θέλει ας το πληρώσει η κοινωνία. Αντίθετα υποστηρίζει ότι το κέρδος βγαίνει από τις επιχειρησιακές ιδέες, την καινοτομία και τη τεχνολογία[5]. Θα πρέπει λοιπόν να θεσπίσουμε ένα νέο «προστατευτισμό», που θα αφορά και στους φυσικούς πόρους και όχι μόνο την εργασία. Το «εξωτερικό» κόστος της χρήσης των πλουτοπαραγωγικών φυσικών πόρων(θα έπρεπε να είναι το κόστος αναπαραγωγής τους ώστε να είναι πάλι έτοιμα προς χρήση), καθώς και της επακόλουθης περιβαλλοντικής υποβάθμισης και ρύπανσης(π.χ. το κόστος του καθαρού αέρα θα μπορούσε να είναι το κόστος αναπαραγωγής του καθαρού αέρα από τον μολυσμένο), πρέπει να «εσωτερικευθεί» στις οικονομικές δραστηριότητες με όρους που μένει να εφευρεθούν( τότε θα δούμε ποιες και ποιας μορφής επιχειρήσεις μπορούν να σταθούν). Η οικονομία λοιπόν αντί να στηρίζεται στην επέκταση- εξειδίκευση-συγκέντρωση και εκμετάλλευση της εργασίας και του περιβάλλοντος(μέσω των οποίων αναγκαστικά αποσπά από τη φύση και τον εργαζόμενο περισσότερα από όσα τους επιστρέφει, ενώ ταυτόχρονα ακολουθεί ένα αέναο κύκλο αντικατάστασης αγαθών με στόχο τη συσσώρευση του κέρδους), πρέπει να δημιουργεί πάγιες αξίες χρήσης και να ακολουθεί τους ρυθμούς της φύσης και του ανθρώπου. Να μη χρησιμοποιεί ιδιαίτερα το περιβάλλον(που από μόνο του δεν μπορεί να αντισταθεί, αν και κάποτε θα «εκδικηθεί») σαν ανεξάντλητη πηγή πρώτων υλών και σαν ένα απέραντο σκουπιδότοπο. Μόνο έτσι ο ρυθμός της ζωής του ανθρώπου θα εντάσσεται στους ρυθμούς της φύσης(«βασίλειο των αναγκών») και θα επιτρέπει τη πνευματικότητα, δηλ. τη σκέψη, τον διαλογισμό και το όνειρο μέσω των οποίων θα επιτυγχάνεται η δραπέτευσή του στο «βασίλειο της ελευθερίας». Αν και πολλές από αυτές τις ιδέες δεν είναι άμεσα εφαρμόσιμες, μπορούν να προσανατολίσουν την σκέψη, τη συλλογική δράση και την κοινωνική πρακτική.

3) Η κοινωνικοπολιτική δομή του

Οι καινούργιες δομές θα πρέπει να είναι ο πυλώνας έκφρασης αλλά και  στήριξης του συστήματος αξιών και της αντίστοιχης κοσμοθεωρίας του νέου ρεύματος, που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ο στόχος τους θα πρέπει να είναι ο «νέος» άνθρωπος, ο ενταγμένος αρμονικά στη φύση, που θα αισθάνεται ελεύθερος, αλλά θα έχει αναπτύξει μια δύναμη αυτοελέγχου μέσα του, ώστε να αυτοεξουσιάζει τις παρορμήσεις του χωρίς να χρειάζεται για αυτό ετεροκαθορισμένη εξουσία. Οι οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές δομές λοιπόν που πρόκειται να αναπτυχθούν στα πλαίσια του νέου προτάγματος δεν θα πρέπει να επιβάλουν, αλλά να ενισχύουν τις ψυχοσωματικές δυνάμεις του ανθρώπου για να βάζει σκοπούς και να τους επιτυγχάνει. Να προωθούν την ατομική-κοινωνική αυτοδυναμία, γιατί η εξάρτηση είναι αυτή που πάντα γεννά τον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό. Η ελευθερία, όπως και η εξάρτηση δεν είναι εγγεγραμμένες στο ανθρώπινο γενετικό κώδικα, αλλά αποκτούνται με την εκπαίδευση και την κοινωνική συμμετοχή. Αυτή η συμμετοχή στον κοινωνικό πειραματισμό θα οριοθετήσει και τη στάση του καθένα απέναντι στο περιεχόμενο της «προσωπικής ελευθερίας». Η πολιτική πλέον δεν θα ταυτίζεται με την άσκηση εξουσίας από τις προνομιούχες ομάδες, αλλά με την οργάνωση της συμμετοχής ολόκληρου του πληθυσμού στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με βάση την αλληλεγγύη και την αυτοδιαχείριση σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Ώστε όλοι οι πολίτες να ικανοποιούν τις ανάγκες τους στα πλαίσια των δυνατοτήτων που παρέχονται από τη πολιτεία του κοινοτισμού. Αυτό θα είναι δυνατό με την θεσμική οργάνωση του συμμετοχικού δημοκρατικού προγραμματισμού[6] στη παραγωγή και στη διανομή και θα μπορεί να ξεκινά από τη δημόσια συζήτηση του προϋπολογισμού κάθε χρονιάς, δηλαδή του συμμετοχικού δημοκρατικού προϋπολογισμού.

           Οι δομές αυτές θα πρέπει καταρχήν να εκφράζουν  ένα καινούργιο «κοινωνικό συμβόλαιο», που ταυτόχρονα θα είναι και ένα «συμβόλαιο» με τον εαυτό μας: «Να επιλέξουμε και να εξασφαλίσουμε ένα μέλλον όχι μόνο για μας και τα παιδιά μας, αλλά και για κείνους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμα, καταδικάζοντας το κέρδος που βγαίνει από τη συνειδητή ή αθέλητη εκμετάλλευση του ανθρώπου και τη καταστροφή του περιβάλλοντος».

Αυτό θα σήμαινε ότι βάζουμε τα εξής βασικά κριτήρια για τις μελλοντικές ανθρώπινες δραστηριότητες:

Να μη χρησιμοποιούμε τους ανανεώσιμους πόρους πέρα από όσο επιτρέπουν οι ρυθμοί ανανέωσής τους.

Να μη χρησιμοποιούμε τους μη ανανεώσιμους πόρους πέρα από τους ρυθμούς υποκατάστασής τους από τους ανανεώσιμους.

Να μη αποθέτουμε και να μη απορρίπτουμε στο έδαφος, στο νερό και στον αέρα τα υπολείμματα των δραστηριοτήτων μας σε μορφή και ποσότητες, που δεν μπορούν να απορροφηθούν από τα διάφορα οικοσυστήματα.

Να σεβόμαστε τις άλλες μορφές ζωής, τη διαφορετικότητα και τη βιοποικιλότητα

Οι κοινότητες ιδιαίτερα των ιθαγενών λαών, με τις παραδοσιακή τους πρακτική και τη θετική τους στάση απέναντι στη φύση, που σε μεγάλο βαθμό έχουν διατηρήσει μέχρι σήμερα, μπορούν να μας εμπνεύσουν για την ανάκτηση αυτών των κριτηρίων.

Θα πρέπει βέβαια όλα αυτά να υποστηριχθούν από την πλειοψηφία των κοινωνικών δυνάμεων που είναι ενάντια στην παγκοσμιοποίηση (και όχι μόνο από τους «ενεργούς πολίτες») και μάλιστα έγκαιρα, γιατί δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να αποφύγουμε την επικείμενη καταστροφή. Μεταξύ των δυνάμεων αυτών, που αποτελούν την «κοινότητα του κινδύνου», οι πιο σημαντικές είναι οι άνεργοι και οι φτωχοί εργαζόμενοι, τα εκτοπισμένα από την τεχνολογία στρώματα, οι νέοι με το αμφίβολο μέλλον και οι ηλικιωμένοι με τα αβέβαια γηρατειά, οι φθίνοντες μικρομεσαίοι αγρότες, οι μικροεπιχειρηματίες, τα γυναικεία κινήματα και γενικά οι γυναίκες, που είναι το βασικότερο στοιχείο αυτής της «κοινότητας», τα οικολογικά κινήματα, τα κινήματα των αυτοχθόνων και των μειονοτήτων, οι κάθε είδους μετανάστες και γενικώς εκείνοι που θα μπορούσαμε να τους κατατάξουμε στην κοινωνία «των από κάτω», που βρίσκονται σε κίνδυνο και είναι τα θύματα της παγκοσμιοποίησης. Οι δομές λοιπόν που είναι αναγκαίες να οικοδομηθούν, πρώτα από όλα θα πρέπει να βοηθούν στην αντίσταση και στην αντιστροφή του μοντέλου ανάπτυξης. Θα έχουν να κάνουν προφανώς με την οργάνωση της οικονομίας, της καθημερινής ζωής- διαμονής και των πολιτικών θεσμών. Η οικοδόμησή τους θα στηριχθεί στις αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της ποικιλομορφίας και της αυτοδιαχείρισης και θα απαιτήσει από τον καθένα «να προσφέρει  σύμφωνα με τις από τον ίδιο προσδιοριζόμενες ικανότητές του και να απολαμβάνει σύμφωνα με τη προσπάθεια, τις θυσίες και τις ανάγκες του, στα πλαίσια των δυνατοτήτων της κοινότητάς του»


[1] Ο ίδιος ο όρος ‘εκκλησία’ προέρχεται από την ‘εκκλησία του δήμου’, για να το τονίσει ότι οι πιστοί των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων λειτουργούσαν με βάση την άμεση δημοκρατία(σε αντιδιαστολή με τη σημερινή κατάσταση της εκκλησίας του μηχανισμού των ιερέων, των επισκόπων, των πατριαρχών και παπών, που αντιμετωπίζει τους πιστούς σαν «ποίμνιο»

[2] Ενώ δεν συγκροτεί ποτέ την κοινωνική ομάδα σαν «συλλογή ατομικοτήτων», προσδιορίζεται από τις σχέσεις του με τους άλλους στα πλαίσια της ομάδας καθώς και από τον εν γένει πολιτισμό και την ιστορία. Η ατομικότητα υπόκειται σε μια διαδικασία κοινωνικής και ιστορικής αυτοσυγκρότησης.

[3] Με την έννοια ότι στηρίζεται στις ενδογενείς δυνάμεις του. Όχι του αυτόνομου που συνδέεται περισσότερο με την έννοια της ανεξαρτησίας από σχέσεις ανταλλαγής και εμπιστοσύνης για την διατήρησή του.

[4] Έτσι ο αμέτοχος παρατηρητής καταλήγει στην υποκειμενική του αλήθεια. Από τη μεριά του «εγώ» η αλήθεια σχετικοποιείται. Μπορεί να αντικειμενικοποιηθεί όσο γίνεται περισσότερο, όταν το «εγώ» γίνεται μέρος της συλλογικότητας, η οποία βέβαια από τη μεριά της μπορεί καλύτερα και να το ολιστικοποιήσει.

[5] Λένε: «για να βγάλεις το πρώτο εκατομμύριο δε χρειάζεσαι τίποτε άλλο από μια καλή ιδέα και κάποιο νέο λογισμικό στο διαδίκτυο». Όμως οι υπολογιστές στην Ευρώπη και ΗΠΑ, Ενώ απασχολούν το 2% του εργατικού δυναμικού, χρειάζονται το 20% της ηλεκτρικής ενέργειας και έτσι είναι η κατεξοχήν βιομηχανία στην οποία η συμβολή της φύσης στην παραγωγή υπεραξίας είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τη συμμετοχή του εργατικού δυναμικού. Ταυτόχρονα η παραγωγή ενός PC απαιτεί 1,8 τόνους χημικών, ορυκτών καυσίμων και νερού, ενώ από τη λειτουργία του παράγεται το χρόνο 0,1 τόνοι CO2  

[6] Θα πρέπει να έχουν δημιουργηθεί θεσμοί τέτοιοι, που βασιζόμενοι στην ύπαρξη συμβουλίων, στην ισορροπημένη εργασία, στην αμοιβή με βάση τη προσπάθεια και τις θυσίες, στην αυτοδιαχειριστική διαπραγμάτευση των εισροών και εκροών της παραγωγής, στην ίση πρόσβαση πληροφοριών, στην κατάλληλη εκπαίδευση, στην έκφραση των ατομικών επιθυμιών και κοινωνικών αναγκών καθώς και στην αξιολόγηση των κοινωνικών και οικολογικών επιπτώσεων των ατομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, θα προωθούν την αταξικότητα από τη μια την οικολογική ισορροπία από την άλλη.

Για να επανέλθουν οι σημερινοί εξατομικευμένοι και απογοητευμένοι πολίτες στη δημόσια σφαίρα πρέπει, όπως είπαμε και στην αρχή, να δουν ότι αυτό θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα στην καθημερινή τους ζωή. Θα πρέπει να πεισθούν ότι η συμμετοχή τους θα συμβάλει σε αποφάσεις, που τους αφορούν άμεσα και όχι κάπου στο μακρινό μέλλον. Το κλειδί για αυτό είναι ο λεγόμενος «συμμετοχικός δημοκρατικός προϋπολογισμός». Έχει εφαρμοσθεί σε ορισμένες πόλεις της Ν. Αμερικής, όπως στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας με 1.300.000 κατοίκους.

     Ξεκίνησε μέσα από μια σειρά συγκεντρώσεων και συνελεύσεων στη διαιρεμένη σε πολλά μικρά τμήματα πόλη, όπου η δημαρχία καλούσε τον πληθυσμό να  συμμετάσχει στη συζήτηση και να συναποφασίσει για τα έργα που θα έπρεπε να μπουν σε προτεραιότητα από τη μεριά της, με βάση τους πόρους που είχε στη διάθεσή της. Οι γειτονιές επιλέγανε τους εκπροσώπους τους ανάλογα με τον αριθμό των συμμετεχόντων στην πρώτη πλατειά συγκέντρωσή τους(π.χ. ένας στους 10, άρα όσο περισσότεροι γείτονες πεισθούν να συμμετάσχουν τόσο περισσότερους εκπροσώπους στέλνει η γειτονιά στη διαδικασία του συμμετοχικού προϋπολογισμού ). Στη συνέχεια οι εκπρόσωποι αφού ενημερωθούν για τα πάντα από τη δημαρχία επιστρέφουν στις γειτονιές και κάνουν μικρότερες συγκεντρώσεις για να καθορισθούν από αυτές τα αιτήματα. Ακολουθεί νέα πλατειά συγκέντρωση ανά τμήμα της πόλης, όπου γίνεται απολογισμός της δημαρχίας και εκλέγονται οι  σύμβουλοι του συμμετοχικού προϋπολογισμού( τέτοιοι ,σύμβουλοι εκλέγονται και από άλλες θεματικές επί το πλείστο δομές και φόρα). Αυτοί οι σύμβουλοι έχοντας υπόψη τις προτάσεις και τις μελέτες της δημαρχίας και τα αιτήματα των τμημάτων της πόλης, αποφασίζουν τελικά για το τι θα υλοποιηθεί την επόμενη περίοδο Η διαδικασία συνεχίσθηκε και όσον αφορά στις αποφάσεις για τα έσοδα και τις δαπάνες του δήμου, καθώς και για το που θα πρέπει να γίνονται επενδύσεις κ.λ.π.

Η συμμετοχή των πολιτών αυξανόταν σιγά-σιγά και έφθασε στο 10%(130.000 κάτοικοι)καθώς διαπιστωνόταν από τον ένα χρόνο στον άλλο ότι η διαδικασία αυτή του καθορισμού του προϋπολογισμού με συμμετοχή των πολιτών δεν ήταν απλώς λόγια, αλλά εξελισσόταν σε ένα όργανο σχεδιασμού και ελέγχου της διοίκησης καθώς και σε όργανο ανακατανομής πόρων και ικανοποίησης αναγκών των αδύνατων κοινωνικών στρωμάτων, που ήταν και η πλειοψηφία προφανώς. Έβλεπαν δηλαδή οι πολίτες ότι από αντικείμενο διαχείρισης μετατρεπόταν σε υποκείμενο της διαχείρισης των συνθηκών της ζωής τους και ότι άξιζε τον κόπο να συμμετάσχουν.

Η εμπειρία αυτή μαζί με εμπειρίες από συμμετοχή σε διάφορους άλλους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, που μπορεί να δημιουργήσει ο δήμος, οδηγεί στην κινητοποίηση και τη κοινωνική και πολιτική δράση τους πολίτες και στη μετατροπή τους τελικά σε συλλογικούς πολίτες.

0 Comments

Η "διευρυμένη οικογένεια" και ο ανθρωπολογικός τύπος

15/4/2013

0 Comments

 
  Το κοινωνικό κίνημα του κοινοτισμού και της μετάβασης, καλείται να δημιουργήσει νέες κοινοτικές δομές , που στη συνέχεια θα ολοκληρώνει, όσο η κοινωνία θα μετατρέπεται σε επανατοπικοποιημένη οικολογική αταξική κοινωνία της ισοκατανομής. Η δομή της οικογένειας που θα αναπτυχθεί, θα είναι πολύ σημαντική, γιατί εκφράζοντας τη νέα κοινωνική πραγματικότητα, θα επηρεάσει με τη σειρά της και τις γενικότερες εξελίξεις στις κοινότητες, τους δήμους και την ομοσπονδία των δήμων. Θα επηρεάσει συνολικά την κοινωνία. Όπως συνέβηκε άλλωστε και στις προηγούμενες κοινωνίες(Οι κοινότητες π.χ. της ελληνικής πόλεως συγκροτήθηκαν από τους Οίκους, που ήταν αναγκαίοι για το ζην. Το ευ ζην εξασφαλίζονταν από τη κοινότητα και την πόλιν.)
Η κεντρική σημασία που απέδιδε ο παραδοσιακός άνθρωπος-κατά την περίοδο της μητριαρχίας, πατριαρχίας, αλλά και αργότερα στον Μεσαίωνα- στον οίκο ή την οικογένεια οφείλεται στο γεγονός πως ικανοποιούσε όλες τις βιοτικές του ανάγκες. Η παραγωγή των αγαθών μέσα στην οικογένεια, όπου υπήρχε και καταμερισμός, δημιουργούσε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων αλληλοαναγνώρισης. Η αρμονία στις σχέσεις θεωρούνταν απαραίτητη και επιδιωκόταν ενώ κάθε ενέργεια η οποία στρεφόταν ενάντια στο σύνολο καταδικαζόταν. Η παροχή υπηρεσιών στους άλλους αποτελούσε βασικό έργο των μελών από την οποία αντλούσαν αναγνώριση και ικανοποίηση και ήταν συνυφασμένες με την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών. Η θυσία ατομικών αναγκών και επιθυμιών, πράγμα συνηθισμένο, απέβλεπε στην ικανοποίηση των αναγκών της ομάδας και επομένως του ίδιου του ατόμου.
Για τη ελληνική πραγματικότητα της Τουρκοκρατίας και αργότερα πριν την αστικοποίηση, η σύνθεση και η εξέλιξη της οικογένειας επηρεάσθηκαν από τον πολύμορφο τοπολογικό χαρακτήρα της Ελλάδας και το γεγονός ότι οι άνθρωποι κατοικούσαν σε μικρά χωριά, μακριά από τα αστικά κέντρα σε απομακρυσμένες περιοχές . Έτσι είχαμε τις πολυμελείς οικογένειες των αδελφών-ξαδέρφων –γαμπρών, υπό τις συμβουλές και καθοδήγηση των γεροντότερων-απόρροια της δημογεροντίας, πατριαρχίας-οι οποίες στηρίζονταν στη συγγένεια και περιείχαν όλες τις ηλικίες(χαρακτηριστικό παράδειγμα η κοινότητα του διευρυμένου τσελιγκάτου με τις οικογένειες-τσελιγκάτα).
Στη συνέχεια η αστική οικογένεια (πυρηνική: με πυρήνα μαμά, μπαμπά και ένα-δύο κατά μέσο όρο παιδιά) , που επικράτησε μετά τον εμφύλιο, επηρεάστηκε από τη μετακίνηση του πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές στις μεγάλες πόλεις και έγινε παιδοκεντρική, γιατί αυτή η παιδοκεντρικότητα εξασφάλιζε σε ένα βαθμό τη σταθεροποίηση της οικογενειακής ενότητας που οι νέες συνθήκες ζωής απειλούσαν με διάλυση. Αυτή εκφράζεται μέσα από την υπερβολική προσήλωση στα παιδιά, όπου οι γονείς ζουν μέσα από τα παιδιά τους, προσδοκώντας την κοινωνική τους ανέλιξη.
Παρόλο που η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά(38%) πυρηνικών οικογενειών και τα υψηλότερα ποσοστά(22%) εκτεταμένων οικογενειών (Τα στοιχεία από τον ομότιμο καθηγητή Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτριο Γεώργα), έχει τη χαμηλότερη συχνότητα γάμων στην Ε.Ε μετά την Ιταλία και την Ιρλανδία, με 4,2 γάμους ανά 1.000 κατοίκους, τη χαμηλότερη συχνότητα διαζυγίων, με 1,1 διαζύγιο ανά 1.000 κατοίκους και το χαμηλότερο ποσοστό παιδιών άγαμων μητέρων, μετά την Ιταλία που είναι 5%. (Αντίθετα στο Βερολίνο π.χ. το 50% των παιδιών μεγαλώνουν όχι σε πυρηνικές οικογένειες, αλλά σε μονογονεϊκές, πολυγονεϊκές, κοινόβια ή με μη παντρεμένα ζευγάρια). Σύμφωνα με την έρευνα “Εξέλιξη της οικογένειας στην Ευρώπη”, που διενήργησε το Ινστιτούτο Οικογενειακής Πολιτικής στη Νορβηγία: Οι Έλληνες αποφεύγουν να παντρευτούν και τα διαζύγια έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ο αριθμός των γάμων στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 37% από το 1983 έως το 2008(στην επόμενη μεγάλη περίοδο της κρίσης θα μειωθεί ακόμα περισσότερο), ενώ ένας στους πέντε γάμους καταλήγει σε διαζύγιο.
Η είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας , η καθυστέρηση κατά 10 έως 15 χρόνια στη δημιουργία οικογένειας, η μείωση των γεννήσεων, η χαλάρωση των κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών και η σχεδόν ανύπαρκτη παρουσία του κράτους κάνουν μια οικογένεια εύθραυστη. Αλλά σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες , όπου η πυρηνική οικογένεια είναι σχεδόν σε διάλυση, οι προσπάθειες διατήρησης και σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ των μελών της ελληνικής οικογένειας-ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο κρίσης, όπου σχεδόν μέχρι τα 40 οι νέοι-ες μένουν με τους γονείς τους ακόμη, λόγω ανεργίας- κάνουν την ελληνική οικογένεια να μη διαλύεται εύκολα.
Μέχρι τώρα οι γονείς, ακόμα και σαν συνταξιούχοι, μπορούσαν με τις οικονομίες τους να βοηθήσουν τα παιδιά τους, σε κάθε περίοδο της ζωής τους. Από δω και πέρα όμως, με την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και τα νέα μέτρα, θα υπάρξει ένας δυσμενής συνδυασμός: οι νέοι άνεργοι, οι γονείς-γέροι με συντάξεις πείνας. Στα πλαίσια της περιορισμένης οικογένειας λοιπόν δεν θα μπορεί να εκφράζεται η μέχρι τώρα αλληλοστήριξη των γενεών και θα δημιουργηθούν εν δυνάμει οι προϋποθέσεις για «διευρυμένες» μορφές καθημερινής ζωής και συνύπαρξης.
Στις πόλεις οι νέοι θα προχωρήσουν σε κοινούς χώρους διαμονής(κοινόβια) για να μπορούν να μοιράζονται τα νοίκια και τα έξοδα. Πολλές τέτοιες κοινές διαμονές θα προχωρήσουν και σε κοινό ταμείο για τις ανάγκες διατροφής, όπου ο καθένας θα συνεισφέρει ανάλογα με το εισόδημα, με το αν δουλεύει ή όχι και τι δουλειά κ.λ.π. Πιθανά, ανάλογα με τις δυνατότητες και δεξιότητες «παρεών», να δημιουργηθούν «διευρυμένες οικογένειες» με βάση τη κοινή δραστηριότητα-εργασία σε αυτοδιαχειριζόμενες δομές παραγωγής προϊόντων ή υπηρεσιών.
Οι τελευταίες μορφές μπορούν να αναπτυχθούν περισσότερο στην περιφέρεια, όπου αναγκαστικά θα υπάρξει ρεύμα «επιστροφής» των νέων, γιατί υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες για ομαδική εγκατάσταση. Ειδικά αν πρόκειται για γεωργική παραγωγική δραστηριότητα. Εδώ ένας κάθε φορά «κρίσιμος» αριθμός ανθρώπων: νέων, ήδη ζευγαριών, ήδη οικογενειών με παιδιά, αλλά και ατόμων τρίτης ηλικίας-θα μπορούν να εγκατασταθούν σε κοινούς χώρους διαμονής και παραγωγής παίρνοντας τη μορφή «οικοκοινοτήτων»[1]. Ή αν δεν υπάρχουν κατάλληλοι χώροι, θα παίρνουν τη μορφή, είτε ομάδων κοινο-δραστηριότητας, είτε ομάδων παραγωγών, στα πλαίσια μιας υπάρχουσας τοπικής κοινότητας. Η λεγόμενη τρίτη ηλικία μπορεί να προσφέρει πολλά ακόμα στην κοινότητα, αρκεί να μη μπαίνει στο περιθώριο και να εντάσσεται οργανικά στη δομή της, δίνοντάς της ενεργό αντίστοιχο ρόλο, ανάλογα με τις ανάγκες της και τις ατομικές δυνατότητες και επιλογές των ατόμων της γ ηλικίας(π.χ. ενασχόληση με την προσχολική ηλικία, ενασχόληση στους κήπους ή μπαχτσέδες για παραγωγή σημαντικού μέρους της τροφής κ.λ.π. Πέρα από το γεγονός ότι, ειδικά στην αρχή, η ακόμα και πενιχρή τυχόν σύνταξη, μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη στη δημιουργία υποδομών για αυτά τα εγχειρήματα).
Τέτοιες δομές έχουν δημιουργηθεί ήδη στην Ευρώπη, από επιλογή των συμμετεχόντων(στη Γερμανία π.χ. υπάρχουν πολλές τέτοιες Landkommunen στην περιφέρεια, παράλληλα με Wohngemeinschaften στις πόλεις). Στη χώρα μας θα δημιουργηθούν όχι μόνο από επιλογή, αλλά κυρίως από ανάγκη, όταν ως διέξοδο από την εκ βάθρων κρίση, αναπτυχθεί ένα ρεύμα αντίστροφης εσωτερικής μετανάστευσης, από τις πόλεις προς τη περιφέρεια και υπάρξει αναζωογόνηση της τοπικής κοινωνίας. Η αποκέντρωση όμως θα μπορεί να είναι λύση για τον καθένα, αν η μετεγκατάσταση στην επαρχία δεν γίνει ατομικά-γιατί έτσι δεν θα είναι βιώσιμη και η μιζέρια της πόλης μπορεί να συνεχισθεί με την ακόμη μεγαλύτερη μιζέρια της επαρχίας-αλλά ομαδικά.
Όπως οι πολυμελείς παραδοσιακές οικογένειες αποτέλεσαν παλιότερα τη βάση για την επιβίωση των τότε παραδοσιακών κοινοτήτων, έτσι και σήμερα οι διευρυμένες μορφές οικογενειών(που δε θα στηρίζονται στο γένος όμως)θα αποτελέσουν τη βασική δομή της αναβίωσης των κοινοτήτων του νέου κοινοτισμού της μετά την ανάπτυξη εποχής. Θα μπορούν στα πλαίσιά τους να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων(να εξασφαλίζουν πάλι το «ζην») με σχέσεις αρμονίας και αποδοχής μεταξύ τους. Η λειτουργία τους με βάση τη συνέλευση των μελών και τον εσωτερικό κανονισμό τους, θα εξασφαλίζει την ισοκατανομή και όχι την επιβολή, σε όλα τα επίπεδα, από την αναγνώριση, μέχρι την απόρριψη ή ικανοποίηση των αναγκών ή των απόψεων του κάθε μέλους. Για την εξασφάλιση του «ευ ζην» θα πρέπει να ενδιαφέρονται και για τα τεκταινόμενα στα πλαίσια των ευρύτερων χωρικών τοπικών κοινοτήτων, που ανήκουν. Δηλαδή θα πρέπει να δραστηριοποιούνται και στην τοπική δημόσια σφαίρα και να μη γίνουν νησίδες επιβίωσης μόνο.


[1]  Βλέπε: http://www.topikopoiisi.com/2/post/2012/09/20.html
0 Comments

Η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και ο ανθρωπολογικός τύπος

15/4/2013

0 Comments

 
Ο  ανθρωπολογικός τύπος της μετάβασης που σκιαγραφούμε θα καθορισθεί όχι μόνο στα πλαίσια της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινωνικής οικονομίας. Θα συνδιαμορφωθεί και από την αντίστοιχη μορφή που θα πάρει η εκπαίδευση της νέας γενιάς. Το πρόβλημα για την εκπαίδευση στην κοινωνία της μετάβασης είναι και θα παραμένει καθαρά πολιτικό. Θα κριθεί, όπως και οι άλλοι θεσμοί, απ ' την πολιτική πάλη που θα διεξάγεται όλη την περίοδο μετάβασης.

Η κοινωνικοποίηση-τοπικοποίηση  της εκπαίδευσης κατά τη μετάβαση θα συνδέεται με το βαθμό κοινωνικοποίησης-τοπικοποίησης της οικονομίας της μετάβασης. Με το βαθμό εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα των πολιτών. Με το βαθμό ανάπτυξης της αυτοοργάνωσης, της αυτοδιαχείρησης και της αυτοδιακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα. Με το βαθμό ανάπτυξης και διαμόρφωσης του απαιτούμενου για όλα αυτά νέου ανθρωπολογικού τύπου.

Τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τώρα, μπορεί να τα κάνει ένα κίνημα χειραφετητικής εκπαίδευσης από εκπαιδευτικούς-μαθητές-φοιτητές, που θα συνδεθούν με τα ήδη υπάρχοντα εγχειρήματα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με τις ήδη υπάρχουσες αμεσοδημοκρατικές κοινότητες-συλλογικότητες, δρώντα κοινωνικά-οικολογικά δίκτυα, συνελεύσεις κ.λπ., ώστε να αποτελούν αυτά ήδη μέρος του «πεδίου» εκπαίδευσης. Που θα μετατρέπουν σιγά-σιγά το υπάρχον σχολείο σε χώρο άσκησης στην αυτοδιαχείρηση και τον αυτοκαθορισμό με την σχολική κοινότητα( μαθητές, καθηγητές-δάσκαλοι, γονείς) να αποφασίζει για τα σημαντικά της σχολικής ζωής. Το ίδιο και με την πανεπιστημιακή κοινότητα για την πανεπιστημιακή ζωή και τις σπουδές.

α) Η παραγωγή της γνώσης

Σήμερα –αλλά και παλιότερα-η γνώση έχει αναδειχθεί σε μέσο εξουσίας και επιβολής από αυτούς που τη κατέχουν. Όπως έχει αναφερθεί και στο προηγούμενο κεφάλαιο, η νέα παραγόμενη γνώση και καινοτομία προέρχεται από μια κοινωνικοποιημένη διαδικασία. Στηρίζεται σε προηγούμενη γνώση και παλιότερες καινοτομίες, που έχουν μεταδοθεί από χιλιάδες πρώην επώνυμους και ανώνυμους εργάτες της γνώσης των νυν και προηγούμενων κοινωνιών.

Πάντα ο κάθε επιστήμονας βασιζόταν και συνέχιζε τα επιτεύγματα των προηγουμένων. Αλλά η συλλογική αυτή διάσταση της επιστήμης δεν ήταν αποτέλεσμα συνειδητής και ταυτόχρονης συνεργασίας των επιστημόνων. Ήταν συνήθως αποτέλεσμα τυχαίας μετάδοσης της γνώσης στο χρόνο και το χώρο. Άρα η νέα γνώση είναι στην ουσία κοινωνικό προϊόν και ανήκει στην κοινότητα. Δε μπορεί να μετατρέπεται σε ιδιωτικό προϊόν. Δε μπορεί μέσω των νόμων της «πνευματικής ιδιοκτησίας» και των «πατεντών» να παίρνει τη μορφή «ιδιωτικού εμπορεύματος». Και όμως αυτό συμβαίνει βασικά σήμερα. Ακόμα και οι επιστήμονες στα κρατικά πανεπιστήμια και εργαστήρια-και όχι μόνο στα ιδιωτικά ή εταιρικά τέτοια-όταν ανακαλύπτουν κάτι νέο που έχει οικονομικό ενδιαφέρον, είτε συστήνουν οι ίδιοι μια ιδιωτική εταιρεία για την εκμετάλλευση της πατέντας, είτε συνήθως την πωλούν σε ενδιαφερόμενες εταιρείες. Έτσι η κοινωνικά παραγόμενη γνώση μετατρέπεται σε ιδιωτικό προϊόν προς εμπορευματοποίηση. Γίνεται προϊόν για πλουτισμό και απόκτηση οικονομικής και στη συνέχεια πολιτικής δύναμης και εξουσίας πάνω στην κοινωνία, για την υπηρέτηση της οποίας υποτίθεται ότι παράχθηκε.

Αλλά αφού τα «συστατικά» του καινούργιου προϊόντος έχουν κοινωνική προέλευση, αυτό που προσθέτουν οι δημιουργοί-κάτοχοι της νέας καινοτομίας είναι ίσως ένα νέο «συστατικό» και μια «νέα συσκευασία» στο προϊόν. Για τη προσθετική τους αυτή εργασία είναι σωστό και δίκαιο να αμείβονται από την κοινωνία με ένα αναγκαίο για την ευζωία τους εισόδημα. Όχι όμως να σφετερίζονται το προϊόν και να πλουτίζουν εις βάρος της κοινωνίας, καθώς και να της επιβάλλονται σαν «ειδικοί» και «επαΐοντες».

Καθώς τελευταία η γνώση έγινε σημαντικός παράγοντας του καπιταλισμού, ένα δρακόντειο καθεστώς πνευματικών δικαιωμάτων γιγαντώθηκε δραματικά. 

Ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός όμως έχει περάσει στη φάση (1980-και μετά) που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση του πληροφοριακού τεχνολογικού υποδείγματος και του κοινωνικού τρόπου παραγωγής εντός του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού(«δικτυακή κοινωνία», «κοινωνία της πληροφορίας», «πληροφοριακός καπιταλισμός» είναι μερικοί όροι που του έχουν αποδοθεί) . Το «πληροφοριακό τεχνολογικό υπόδειγμα» όμως φέρνει μαζί του και κάτι νέο. Δίνει έμφαση στην άτυπη δικτύωση και στην ευελιξία. Χαρακτηρίζεται από το ότι η τεχνολογία επενεργεί στις πληροφορίες και οι πληροφορίες επενεργούν στην τεχνολογία. Επίσης από την ενσωμάτωση διάφορων τεχνολογιών όπως η μικροηλεκτρονική, οι τηλεπικοινωνίες, η οπτικοηλεκτρονική και οι υπολογιστές σε ένα μεγαλύτερο σύστημα. Οι ίδιοι οι εργάτες της γνώσης είναι σημαντικό στοιχείο ή το πιο σημαντικό στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων του πληροφοριακού τεχνολογικού υποδείγματος.

«Η κεντρική φύση των πληροφοριών/γνώσεων και η δομή του δικτύου αντικρούουν εγγενώς τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η λογική του δικτύου απαιτεί ότι η γνώση που παράγεται σε κάθε κόμβο ενός παγκόσμια ολοκληρωμένου δικτύου θα πρέπει να ρέει ελεύθερα και οριζόντια προς όλες τις κατευθύνσεις σε όλους τους άλλους κόμβους. Η γνώση είναι μη ανταγωνιστικό αγαθό και μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς επιπλέον κόστος. Είναι επίσης καθολική, καθώς το ίδιο αντικείμενο της γνώσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα από όλους σε αυτόν τον πλανήτη»[1].  Έτσι σήμερα φαίνεται πάλι καθαρά ότι η γνώση είναι κοινωνικά παραγόμενο αγαθό. Μπορεί ο «ομότιμος» τρόπος παραγωγής της να μην είναι ακόμα κυρίαρχος, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε μπορεί να γίνει κυρίαρχος κατά τη περίοδο μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία.

  β) Παιδεία και εκπαίδευση

H παιδεία και η εκπαίδευση κατά τη περίοδο μετάβασης στην τοπικοποιημένη κοινωνία της αποανάπτυξης, από μέσο διατήρησης και αναπαραγωγής της εξουσίας της προνομιούχας τάξης που είναι σήμερα, θα πρέπει να γίνει μέσο ισοκατανομής της εξουσίας και μέσο προώθησης των νέων αξιών. Ένα μέσο διεύρυνσης της συλλογικής και ατομικής συνείδησης και εξέλιξης, προς όφελος της κοινότητας, αλλά και του ατόμου. Ένα μέσο δημιουργίας του νέου ανθρωπολογικού τύπου στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Η μορφή που θα παίρνει κάθε φορά θα αποφασίζεται από τις μελλοντικές δημοτικές συνελεύσεις των πολιτών και θα προωθείται από το αντίστοιχο συμβούλιο εκπαίδευσης. Γενικά πάντως θα πρέπει να παρέχεται στους πολίτες δια βίου και δωρεάν. Θα έχει σα στόχο να κατανοήσουν το κόσμο από τη μια και από την άλλη να αποκτήσουν τα γνωστικά εργαλεία για να φέρνουν σε πέρας κάθε δραστηριότητα που θα επιλέγουν, ώστε να συνεισφέρουν στις συλλογικές προσπάθειες της κοινότητάς τους για την κάλυψη των βασικών της αναγκών. Θα πρέπει να δίνει εξίσου βάρος στην επιστήμη και στην αισθητική αντίληψη-ευαισθησία. Πιο συγκεκριμένα η εκπαίδευση, ιδιαίτερα της νέας γενιάς, θα :

1. προάγει τις αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της ποικιλομορφίας, της αυτοδιαχείρισης, της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας

2. ενθαρρύνει τους εκπαιδευόμενους να ανακαλύπτουν, να εξερευνούν και να ικανοποιούν τις δυνατότητες και προοπτικές τους, να σκέφτονται ολιστικά(αναλυτικά-συνθετικά), να επιχειρηματολογούν και να αξιολογούν με κριτήριο την πράξη, να συνεργάζονται σε συλλογικές εργασίες, να μαθαίνουν από τους ήδη έμπειρους σε ένα θέμα, να μη διαχωρίζουν την διανοητική και χειρωνακτική εργασία κ.λ.π. Με αυτή την έννοια θα βοηθά και στη δημιουργία του απαιτούμενου και επιθυμητού ανθρωπολογικού τύπου.

3. δημιουργεί νέους εκπαιδευτικούς θεσμούς κατά βάση αυτοδιαχειριζόμενους. Οι σπουδαστές μαζί με τους εκπαιδευτές-διδάσκοντες, σε συνελεύσεις αποφασίζουν ισότιμα το πρόγραμμα σπουδών, τους χώρους και τη μορφή της εκπαίδευσης. Επικρατούν μη ιεραρχικές σχέσεις, όπου οι σπουδαστές μαθαίνουν από τους διδάσκοντες και αντίστροφα. Οι διδάσκοντες δεν θα είναι μόνο «διδάσκαλοι», αλλά θα ασκούν ένα σύνολο δραστηριοτήτων και πρακτικών. Το κύρος κάποιου επιβεβαιώνεται από τη γνώση-πείρα που θα έχει για μια δραστηριότητα ή ένα θέμα και όχι από κάποιο δίπλωμα. Ο κάθε θεσμός θα στηρίζεται βασικά στην αυτοπειθαρχία και αυτοαξιολόγηση. Κρίσιμο σημείο θα είναι το αν οι θεσμοί αυτοί θα πάρουν τη μορφή του σημερινού μαζικού σχολείου ή θα υπάρξει «αποσχολειοποίηση» με τη μορφή «εκπαιδευτικών ομάδων» («πρωτοβάθμιων» για το υποχρεωτικό στάδιο, «δευτεροβάθμιων» για ημιειδικευμένη εκπαίδευση και «τριτοβάθμιων» για εξειδικευμένη γνώση).

Η μετάβαση προς αυτή την παιδεία θα μπορούσε να ξεκινήσει από τώρα, αν υπήρχε ένα κίνημα χειραφετικής εκπαίδευσης, που σταδιακά θα ενέπλεκε σημαντικό αριθμό ανθρώπων και θα απαιτούσε μετατόπιση της πολιτικής από τη κεντρική σκηνή προς τη νέα πολιτική, καθώς θα δημιουργούσε ταυτόχρονα και τα στοιχεία του νέου αξιακού συστήματος και των αντίστοιχων θεσμών. Όλη αυτή η εξέλιξη θα γινόταν σε μια περίοδο έντασης με το κεντρικό κράτος, ώσπου σε κάποιο στάδιο θα οδηγούσε στην αντικατάστασή του.
Το πόση εκπαίδευση και για πόσο χρόνο θα παρέχεται σε σχέση με την ηλικία καθώς και πως θα συνδυάζεται με την επιθυμητή ολοκλήρωση του ενήλικα πολίτη, θα είναι επιλογή του κατάλληλου κοινωνικού θεσμού π.χ. του συμβουλίου εκπαίδευσης.

 

γ) Η εκπαίδευση στα πλαίσια της μετάβασης.

Ο στρατηγικός απώτερος στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και η ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία, σε ισορροπία με τη φύση, κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών-δημιουργών.

Μία παρένθεση εδώ είναι απαραίτητη για την έννοια του άμεσου παραγωγού-δημιουργού: κατ' αρχήν άμεσοι παραγωγοί-δημιουργοί δε θεωρούνται μόνο οι εργάτες στο εργοστάσιο ή οι αγρότες στο αγρόκτημα, αλλά και αυτοί που παράγουν και δημιουργούν σ' άλλα πεδία της παραγωγής,  Όπως π.χ. της γνώσης(ινστιτούτα, εργαστήρια, πανεπιστημιακά και άλλα ιδρύματα, πληροφοριακές κοινότητες όπως η Βικιπαίδεια ή ελεύθερου λογισμικού κ.λπ.), της κουλτούρας και τέχνης (λογοτέχνες, ζωγράφοι κ λ π .)  ή των μέσων επικοινωνίας (κινηματογραφιστές, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι κ λ π ).

 Έπειτα το πιο σημαντικό: Οι άμεσοι αυτοί παραγωγοί θα έχουν μία ειδίκευση, θα είναι δηλαδή φορείς μιας εξειδικευμένης γνώσης για να μπορεί να στηρίζεται ένας κοινωνικά αναγκαίος τεχνικός καταμερισμός της εργασίας. Όμως δε θα είναι υποταγμένοι στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Με την έννοια ότι όλη η πορεία της ζωής τους δε θα είναι υποταγμένη σε επί μέρους ειδικευμένες λειτουργίες, ώστε να παρουσιάζονται περισσότερο σαν εργάτες, πωλητές, δάσκαλοι, μηχανικοί, πολιτικοί, δικηγόροι κ.λπ.(«ηλίθιοι ειδικευμένοι»). Θα είναι κοινωνικά ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Ενάντια στη θρυμματισμένη προσωπικότητα του σημερινού ανθρώπου -παραγωγού, θα υπάρχει ο ολόπλευρα αναπτυγμένος και ολοκληρωμένος άνθρωπος-το «πρόσωπο»- θεμελιωμένος στην ενότητα των συνθηκών ζωής και εργασίας. Που θα μπορεί να προσανατολίζεται, να κριτικάρει, και ν' αλλάζει το σύστημα παραγωγής προς όφελός του, όχι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και της κουλτούρας, της ιδεολογίας και των κοινωνικών ή πολιτικών σχέσεων.

Που δε θα υποτάσσεται σε έξω απ ' αυτόν εξαναγκασμούς, γιατί η υποτακτική συμπεριφορά είναι πάντα αποτέλεσμα της κοινωνικής και πολιτικής αδυναμίας. Που θα μπορεί να λύνει τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα σύμφωνα με την ατομική του κλίση και τις ανάγκες της κοινωνίας.

Μιας κοινωνίας όπου η ειδίκευση δε θα συνεπάγεται κοινωνική διαφοροποίηση των φορέων της, με την έννοια ότι θα υπάρχουν ανάλογα υλικά και κοινωνικά προνόμια, αλλά η ίδια η εργασία σιγά - σιγά από «μέσο ζωής» θα γίνεται κύρια έκφραση και ανάγκη του ατόμου.

Οι άμεσοι λοιπόν αυτοί παραγωγοί-δημιουργοί, όντας σε θέση να ελέγχουν τις συνθήκες της ζωής τους, θα μπορούν να ελέγχουν και την εκπαίδευση, η οποία θα είναι η ίδια ένα μέρος της ζωής τους.

Αυτή η κοινωνικοποίηση της παιδείας και γενικά της μάθησης θα πετύχει  σε μια κοινωνία συνειδητή[2] σε τέτοιο βαθμό που θα είναι πραγματικά ικανή για παιδεία χωρίς να στηρίζεται στη διαμεσολάβηση του «ειδικού» δασκάλου - καθηγητή - εκπαιδευτή.  Αυτό σημαίνει ότι οι αντιθέσεις σ' αυτή την κοινωνία δε θα είναι ταξικές - ανταγωνιστικές με τη σημερινή έννοια.

Θα είναι μια κοινωνία αταξική, αυτοδιευθυνόμενη σ' όλα τα επίπεδα, που η οργάνωση της θα στηρίζεται στην κοινότητα με άμεση δημοκρατία και αυτοδιαχείριση.


[1] Από άρθρο"Ομότιμη παραγωγή": μορφή κοινωνικής συνεργατικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο πεδίο της γνώσης του Jakob Rigi, που είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ευρώπης, στη Βουδαπέστη Μπορείτε να το διαβάσετε στο: http://www.topikopoiisi.com/4/post/2012/10/13.html [2] Μπορεί να κατηγορηθούμε ότι η πρότασή μας είναι πολύ ουτοπική-οραματική, αλλά και ως εκπαιδευτικοί που είμαστε δε θα μπορούσαμε να αποφύγουμε την πρόκληση να σκιαγραφήσουμε μια δυνατότητα για την εκπαίδευση της κοινωνίας της μετάβασης. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι μια κοινωνία , από τη στιγμή που θα αποφασίσει να μπει σε περίοδο μετάβασης θα εφεύρει τέτοιους κοινωνικούς θεσμούς, που από σήμερα ούτε μπορούμε να φαντασθούμε.

0 Comments

Η συμβολή της κοινωνικής, συνεργατικής και αλληλέγγυας οικονομίας στη δημιουργία του ανθρωπολογικού τύπου

13/4/2013

0 Comments

 
            Στις μέρες μας σχεδόν παντού ξεφυτρώνουν συλλογικότητες, ομάδες, κινήσεις και πολίτες που υιοθετούν άλλα νοήματα, άλλες σημασίες και άλλα προτάγματα στη ζωή τους με τα οποία και για τα οποία αξίζει κανείς να ζει σήμερα και όχι περιμένοντας με μεταφυσικό τρόπο την «έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα».

Η κοινωνία που θέλουμε να δημιουργήσουμε δε θα βρεθεί «στα σπήλαια της ιδιώτευσης και της απάθειας» αλλά στις θορυβώδεις συνελεύσεις και δράσεις, όπου καθημερινά ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο και τη χαρά του δημιουργικού και συλλογικού βίου, μετατοπίζοντας το «εγώ» μας προς το «εμείς». Τοποθετεί την οικονομία στη θέση του μέσου και όχι του σκοπού της ζωής υιοθετώντας αξίες ξεχασμένες από το καπιταλιστικό φαντασιακό, όπως η αυτενέργεια, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η χαρά του ελεύθερου χρόνου, ο αυτοπεριορισμός, η οικονομία της εγγύτητας, η διατροφική και ενεργειακή αυτάρκεια, ο πολίτης-δημιουργός έναντι του παθητικού καταναλωτή (προϊόντων και πολιτικών). Δημιουργεί ανταλλακτικές κοινότητες χρόνου, προϊόντων, χαριστικά παζάρια, τράπεζες σπόρων, συλλογικούς αυτοδιαχειριζόμενους λαχανόκηπους, συνεταιρισμούς παραγωγών και καταναλωτών, αλληλέγγυο εμπόριο, αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς χώρους, αυτοδιαχειριζόμενες πρώην ιδιωτικές επιχειρήσεις που κλείνουν, κινήσεις πολιτών για την κοινωνικοποίηση του νερού και της ενέργειας, δίκτυα οικοκοινοτήτων, πολίτες που εναντιώνονται και συγκρούονται για να μη γίνει στη Χαλκιδική το ορυχείο χρυσού και για να μην εγκατασταθούν οι ανεμογεννήτριες στην Χίο, να μη γίνει η επένδυση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στο όρος Οίτη και αλλού. Οργανώνει κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά φαρμακεία, συλλογικές κουζίνες, ραδιοσταθμούς στο διαδίκτυο, και έναν απίστευτο αριθμό καινούργιων αντικαπιταλιστικών, αυτοδιαχειριζόμενων, αντιιεραρχικών συλλογικοτήτων. Όλα αυτά διέπονται από την αντίληψη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας μέσα από το πρόταγμα της αποανάπτυξης και της άμεσης δημοκρατίας, δημιουργώντας έναν άλλο ανθρωπολογικό τύπο και μια νέα νοηματοδότηση της ζωής.

 Όλες οι παραπάνω κινήσεις είναι δράσεις ενός «δημιουργικού πράττειν» και αποτελούν φαντασιακή σύλληψη αυτοθέσμισης εν δυνάμει νέων κοινοτήτων που δεν αρκούνται στη διαπίστωση ότι για όλα φταίει ο καπιταλισμός και οι τραπεζίτες, επιλέγοντας έτσι τη θυματοποίησή τους είτε υιοθετώντας παθητική στάση είτε αναθέτοντας την ελπίδα στο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αντίθετα,  διεκδικούν χρόνο να ερωτευτούν, να παίξουν με τα παιδιά τους, να τεμπελιάσουν, να δημιουργήσουν, να επαναφέρουν το μεσημεριανό ύπνο, κτίζοντας ταυτόχρονα μια νέα μορφή κοινωνικότητας και οικονομίας. Οι κοινότητες αυτές δρουν παράλληλα και ενάντια στον καπιταλισμό (η αυτενέργεια και η αλληλεγγύη του κινήματος της πατάτας κατέστησε αχρείαστους τους νόμους της αγοράς). Αν σ’ όλα αυτά προσθέσουμε και κάποια δειλά και μικρής διάρκειας κινήματα, όπως η κατάληψη και λειτουργία χώρων εστίασης στη Θεσσαλονίκη, το αυτοδιαχειριζόμενο νοσοκομείο στο Κιλκίς, η έκδοση της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» από τους εργαζόμενους, το παράδειγμα της ΒΙΟΜΕΤΑΛ στη Θες/νίκη και αν ευοδωθούν και κάποιες προτάσεις για ίδρυση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που θα ενισχύει φιλικές προς το περιβάλλον δράσεις και αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις, τότε θα φανούν καλύτερα οι ρωγμές που δημιουργούν στον καπιταλισμό οι μορφές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Οι ρωγμές αυτές που άλλοτε θα συγκλίνουν, άλλοτε θα αποκλίνουν, άλλοτε θα γίνονται ορμητικά μεγάλες, δεν αποτελούν βέβαιες απαντήσεις στον καπιταλισμό. «Ρωτώντας προχωράμε» για να χρησιμοποιήσουμε και ένα Ζαπατίστικο σύνθημα. Νομίζουμε όμως ότι επανανοηματοδούν τη ζωή των ανθρώπων που συμμετέχουν σ’ αυτές. Συνιστούν μια ριζική πολιτική ρήξη με το σύστημα και ένα βαθύ ανθρωπολογικό μετασχηματισμό. Αυτός ο ανθρωπολογικός μετασχηματισμός δεν αποτελεί ούτε δευτερεύον εποικοδόμημα ούτε ρητορικό σχήμα. Είναι βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι του αναγκαίου μετασχηματισμού της κοινωνίας. Η δημιουργία του νέου αυτού ανθρωπολογικού τύπου αποκτά στις μέρες μας τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εφόσον μια αυτόνομη και δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να απαρτίζεται ούτε φυσικά και να δημιουργηθεί από τον τύπο του ανθρώπου που δημιουργεί η καταναλωτική κοινωνία.

Το κύτταρο της κοινωνίας που θα αγαπήσουμε είναι εν σπέρματι αυτές οι κοινότητες ανθρώπων που περιγράψαμε με τα νοήματα και τις σημασίες που προτάσσουν. Η δική μας προσδοκία -ή ουτοπία ίσως- είναι στη θέση του κεντρικού κράτους που θα περιορίζεται σιγά-σιγά να ανθίσουν αμεσοδημοκρατικές κοινότητες ανθρώπων, έθνη κοινοτήτων και κοινότητες εθνών.

Η θέση μας στο ερώτημα για το αν όλα αυτά αποτελούν συμπλήρωμα στο υπάρχον ή αν το σύστημα μπορεί να καταστήσει ακίνδυνες τις παραπάνω κοινότητες ανθρώπων είναι ότι αυτό το ερώτημα πρέπει να τίθεται διαρκώς από αυτούς που συμμετέχουν σ’ αυτές τις συλλογικότητες και διαρκώς να επαναπροσδιορίζονται με βάση αυτό το ερώτημα. Αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα εμφάνισης ενός άλλου μας εαυτού, αυτού που τόσα χρόνια το εκπαιδευτικό σύστημα, ο στρατός, η δικαιοσύνη, το οικονομικό σύστημα και οι λειτουργίες του κράτους πάλεψαν με ζήλο να διαμορφώσουν «για το καλό μας» πάντα. (Τον καπιταλισμό δε γνωρίζουμε πως και αν μπορούμε να τον αλλάξουμε, αλλά ας φροντίσουμε να μην του μοιάσουμε, γράφει ο Χρόνης Μίσσιος). Γι αυτό θα χρειασθεί:

  • Να συνηθίσουμε να καταναλώνουμε λιγότερα και διαφορετικά μαθαίνοντας εκ νέου τις χαρές της ζωής, να απαλλάξουμε, όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης, την καλημέρα στο διπλανό μας από την προσδοκία του κέρδους.
  • Να αναπτύξουμε δίκτυα αλληλοϋποστήριξης και πιλοτικές εμπειρίες αυτοοργάνωσης.
  • Να αντιταχθούμε στην κατασκευή υποδομών που προβάλει η διαρκής ανάπτυξη (μεγάλα φράγματα, πυρηνικά εργοστάσια, πολυκαταστήματα τύπου Mall).
  • Να προωθήσουμε εναλλακτικές υποδομές, όπως ποδηλατοδρόμους, ηλιακή ενέργεια, ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση υλικών, κ.ά.
  • Να προτάξουμε το δίκαιο μοίρασμα του πλούτου, της ενέργειας και της εργασίας σε μια κοινωνία ισοκατανομής και άμεσης δημοκρατίας.
  • Να ανακτήσουμε τη διατροφική μας αυτάρκεια.
  • Να επανατοπικοποιήσουμε την παραγωγή προϊόντων και ενέργειας.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση δραστηριοποιούνται συλλογικότητες, όπως:

  • Το «Πελίτι» και ο «Αιγίλοπας», που ασχολούνται με την εύρεση, συλλογή και διαφύλαξη και διάδοση ντόπιων σπόρων και ποικιλιών.
  • Δίκτυα πολιτών εναλλακτικών νομισμάτων και υπηρεσιών, όπως το ΤΕΜ Μαγνησίας και η οικοκοινότητα.
  • Περιαστικές καλλιέργειες, όπως η «ΠΕΡΚΑ» Θεσσαλονίκης στο στρατόπεδο Καρατάσου, ο αυτοδιαχειριζόμενος αγρός στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού και το «ανταμικό» αυτοδιαχειριζόμενος αγρός στα Τρίκαλα.
  • Δίκτυα δίκαιου εμπορίου, όπως ο «Σπόρος» και το «Συνάλλοις» στην Αθήνα, ο «ΣΠΑΜΕ» (Συνεταιρισμός Παράκαμψης Μεσαζόντων) Θεσσαλονίκης, Terra Verde στα Χανιά
  • Οικογιορτές σαν την πανελλήνια και την Πανθεσσαλική του Βόλου.
  • Θεματικές για την άμεση δημοκρατία, που λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.
  • Τοπικές συλλογικότητες, όπως το «Από Κοινού» στα Τρίκαλα
  • Εργασιακές κολεκτίβες όπως το παγκάκι και η Κολεκτίβα Ζερμινάλ
  • Συνελεύσεις γειτονιών όπως  Πετραλώνων- Κουκακίου- Θησείου, Χαλανδρίου
  • Αντιρατσιστικά φεστιβάλ, όπως αυτά της Λάρισας και των Χανίων.
  • Συνεταιριστικοί- αυτοογρανωμένοι πολυχώροι όπως το Κουκούτσι, Νοσότρος, Μικρόπολις και ο εκδοτικός συνεταιρισμος-βιβλιοπωλείο «οι εκδόσεις των συναδέλφων»
  • Κοινωνικά Ιατρεία όπως Θεσ/νίκης, Ρεθύμνου και Ιεράπετρας.
  • Συλλογικές Κουζίνες όπως Χανίων, Σκαραμαγκά
  • Ιστοσελίδες, όπως της τοπικοποίησης, πρόταγμα, αποκοινού, egainst και άλλες.
  • Πρωτοβουλίες συλλογικοτήτων που εναντιώνονται στην φρενήρη εγκατάσταση ανεμογεννητριών, όπως αυτή της Πανελλαδικής Επιτροπής Κατά των Βιομηχανικών Αιολικών Εγκαταστάσεων, της Χίου και της Κρήτης
  • Πολίτες που εναντιώνονται στη fast track επένδυση στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας.
  • Πολίτες που είναι ενάντια στα ορυχεία χρυσού στη Χαλκιδική-Κιλκίς και στους Βωξίτες στην Οίτη.
  • Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να κάνουμε στο αυτοδιαχειριστικό εγχείρημα των εργαζομένων της ΒΙΟΜΕΤΑΛ
  • Λεπτομερειακός κατάλογος των παραπάνω εγχειρημάτων: Φως στην άκρη του τούνελ - Ένας άλλος κόσμος είναι υπαρκτός... π.χ.  στο: http://www.drasi-politon-tinou.gr/syntonistikokykladwn/36-fos-stin-akri-tou-tounel
Όλα αυτά , κατά τη γνώμη μας, αποτελούν μορφές αντίστασης και αποδόμησης του κεντρικού φαντασιακού της διαρκούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Δείχνουν σε επίπεδο νοήματος ζωής έναν άλλο ανθρωπολογικό τύπο ο οποίος από τώρα και στο εξής θα είναι το ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία. Για την κοινωνία που θα θελήσει να μπει σε μια περίοδο μετάβασης και να αναζητήσει τη διέξοδο πέρα από τα «μνημόνια», τον καπιταλισμό, τον ευρωμονόδρομο ή τον «σοσιαλισμό του κεντρικού πλάνου».

0 Comments

Ο ανθρωπολογικός τύπος της μετάβασης σε αμεσοδημοκρατικές κοινωνίες αποανάπτυξης-τοπικοποίησης και ισοκατανομής

13/4/2013

0 Comments

 
  Προφανώς θα έχει τα βασικά βιολογικά χαρακτηριστικά του είδους, που αναφέρθηκαν στην ανάρτησή μας: ο ανθρωπολογικός τύπος της νεωτερικότητας (http://www.topikopoiisi.com/1/post/2013/04/338.html) Σε αυτό το επίπεδο θα χρειασθεί να αναβαθμιστούν πιθανά οι φυσικές συνθήκες ζωής. Ή εκεί που δεν υπάρχουν πια να δημιουργηθούν. Αλλά στη συνέχεια θα πρέπει να αναβαθμισθούν και οι κοινωνικές συνθήκες, ώστε να ανθίσουν ξανά αυτά τα χαρακτηριστικά των ατόμων και των ομάδων του είδους, τα οποία σήμερα έχουν παραγκωνισθεί για την πλειοψηφία τους.

Οι νέες κοινωνικές δομές και οι κοινωνικές συνθήκες που θα δημιουργηθούν θα εξασφαλίσουν τη δυνατότητα εξάλειψης κάποιων αρνητικών επίκτητων χαρακτηριστικών του σημερινού ανθρωπολογικού τύπου. Ταυτόχρονα να ενισχύσουν τη δυνατότητα δημιουργίας θετικών επίκτητων χαρακτηριστικών, απαραίτητων για τον νέο ανθρωπολογικό τύπο, αντίστοιχο στον νέο πολιτισμό της αποανάπτυξης. Αυτός ο πολιτισμός και η κοινωνία θα χρειασθεί να μετατρέψει το κυρίαρχο τώρα πολιτισμικό είδος homo economicus στο νέο του homo ecosoziologicus (ας μας επιτραπεί η έκφραση)

Θα χρειασθεί, στην αρχή, ένας κρίσιμος αριθμός σημερινών ανθρώπων, που έχουν διατηρήσει τα χαρακτηριστικά ολόπλευρων-προσώπων και έχουν απορρίψει τα επίκτητα του «μαζικού» ανθρώπου-καταναλωτή που τα ενδιαφέροντά του διαμεσολαβούνται από τα κομματικά συστήματα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως επίσης και του «νεωτερικού» ανθρώπου-ιδιώτη, που ενδιαφέρεται μόνο για τα ατομικά του συμφέροντα, να γίνουν «σχολή» δια του παραδείγματος.   Ώστε ένα κίνημα κοινωνικό που θα στήνει ευνοϊκές για τον νέο ανθρωπολογικό τύπο οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικές δομές , να βοηθήσει και τους υπόλοιπους ανθρώπους να απορρίψουν και αυτοί τα επίκτητα χαρακτηριστικά που έχουν αποκομίσει από το πρότυπο του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και να αποκτήσουν ξανά τα βιολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των ατόμων και της ομάδας.

 Αυτό το κίνημα μπορεί να στηριχθεί περισσότερο στις κοινωνικές κατηγορίες των «από κάτω», που όλο το προηγούμενο διάστημα της «ανάπτυξης» δεν είχαν την «πολυτέλεια» να διαβρωθούν από το καταναλωτικό μοντέλο. Μπορεί επίσης να διδαχθεί από τις κοινότητες των αυτόχθονων-ιθαγενών ανατολής και δύσης και από τα απομεινάρια των θετικών στοιχείων του κοινοτικού τρόπου ζωής στην περιφέρεια.

Η επιλογή ενός κρίσιμου αριθμού ανθρώπων κάθε φορά θα χρειασθεί να συναντηθεί με τις ανάγκες μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων, για να μπουν σε εφαρμογή κοινωνικοί πειραματισμοί αποδεκτοί από κοινωνικές πλειοψηφίες. Αν κινηθούν τέτοιες κοινωνικές πλειοψηφίες, ίσως μπορέσουν να  θεσμοθετήσουν τέτοιες δομές του επερχόμενου πολιτιστικού προτύπου, που σήμερα πιθανά δε μπορούν να φαντασθούν ούτε και οι πρωταγωνιστές της προς τα εκεί μετάβασης. Ο σημερινός «μετα-νεωτερικός»-μετά το 1990 και την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»- ανθρωπολογικός τύπος του καταναλωτή-ιδιώτη, έχει ένα θετικό στοιχείο σε σχέση με τον προηγούμενο του μαζικά-διαμεσολαβούμενου. Έχοντας βάλει στο επίκεντρο το άτομο και μη δεχόμενος εύκολα τη διαμεσολάβηση, έχει περισσότερες πιθανότητες- αν του δοθεί η δυνατότητα- να μετατρέψει το άτομο σε πρόσωπο. Αρκεί να έχει μπροστά του την σκιαγραφημένη μορφή αυτού του επιθυμητού προσώπου, ο οποίος θα δώσει λύσεις για το ξεπέρασμα του ανθρωπολογικού τύπου που δημιούργησε ο καταστροφικός πολιτισμός της «ανάπτυξης-μπούμερανκ».

Το λιγότερο που θα χρειασθεί λοιπόν είναι το να σκιαγραφήσουμε αυτόν τον νέο τύπο(όχι φυσικά να τον προσχεδιάσουμε σαν μηχανικοί ή τεχνοκράτες). Και να γίνει πλατειά συζήτηση επ` αυτού στα πλαίσια του κινήματος για τη μετάβαση προς την μετακαπιταλιστική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών, της κοινωνίας της αποανάπτυξης με τη στρατηγική της τοπικοποίησης-κοινωνικοποίησης: 

Ο αντίστοιχος σε αυτήν απαραίτητος ανθρωπολογικός τύπος θα έχει απορρίψει καταρχήν τα χαρακτηριστικά του εγωισμού-ανταγωνισμού, της απληστίας, της ανευθυνότητας, της ανάθεσης  κ.λπ.- που έχουν αναφερθεί και πιο πάνω- καθώς και τα χαρακτηριστικά του «μετανθρώπου». Ενός «μετανθρώπου» που θα προέλθει από την «υβριδικοποίηση» ανθρώπου-μηχανής[1]. Που προοπτικά θέλει να διαμορφώσει το σύστημα, το οποίο μελλοντικά  θα εξελίσσεται σε τεχνοφασιστικό.

Στη συνέχεια θα αποκτήσει κάποια άλλα χαρακτηριστικά, όπως π.χ. της συμμετοχικότητας –συνέργειας- αλληλεγγύης, του ανιδιοτελή έρωτα, του  σεβασμού προς όλα τα είδη ζωής, της αλληλοεκτίμησης- ανεκτικότητας του διπλανού, της επιδίωξης της  ελευθερίας σκέψης και έκφρασης καθώς και έναντι των εξαναγκασμών, της επιδίωξης της οικουμενικότητας των ιδεών και των φυσικών-κοινωνικών αγαθών, της ευζωίας μέσα από την εγκράτεια και τη συλλογική αφθονία, της ισονομίας και της αυτοεκπροσώπησης, της επιδίωξης της κυριολεκτικής άμεσης δημοκρατίας [2].

Όταν αρχίσει να αποκτά αυτά τα επίκτητα χαρακτηριστικά, προφανώς θα βγουν και πάλι στην επιφάνεια και τα καταχωνιασμένα βιολογικά θετικά χαρακτηριστικά του:  το «δέος» προς την «μάνα φύση», η ανάγκη της ανθρώπινης «ομάδας», της συλλογικότητας και της κοινότητας, σαν συστατικά και ισορροπητικοί  παράγοντες των φυσικών πολυποίκιλων οικοσυστημάτων. Θα ξαναγίνει ο άνθρωπος του «οίκου»[3], όχι από ανάγκη, αλλά από επιλογή.

Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής, της αλλοτρίωσης, είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε. Είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε άλλα νοήματα, άλλες σημασίες και άλλα προτάγματα στη ζωή μας με τα οποία θα αξίζει να ζει κανείς σήμερα και όχι περιμένοντας την έφοδο στα «χειμερινά ανάκτορα». Διότι, ο άνθρωπος, εκτός από κοινωνική κατασκευή, είναι ταυτόχρονα και δημιουργός της ζωής του. Ο ετερόνομος άνθρωπος, που σαν  καταναλωτής, υπακούει και εκτελεί νόμους, εντολές και αφηγήσεις άλλων, χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στη λήψη των αποφάσεων, είναι απαραίτητο να αντικατασταθεί από τον αυτόνομο τύπο ανθρώπου, εκείνου που αυτοθεσμίζεται, που διαμορφώνει δηλαδή ο ίδιος τους θεσμούς και τους αναιρεί αν χρειαστεί.

Το δικαίωμα του «συνανήκειν» είναι σύμφυτο με το δικαίωμα του «συναποφασίζειν» και είναι ίσως ο μόνος τρόπος προαγωγής της αίσθησης της κοινότητας. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην κοινότητα των άλλων ανθρώπων ένα μέρος της ύπαρξής του που της το οφείλει. Έτσι, καλλιεργείται και η ξεχασμένη στις μέρες μας αίσθηση της ατομικής ευθύνης απέναντι στην κοινότητα.

Ο οικονομισμός που μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα και κέρδος οδήγησε στην παγκοσμιοποίηση. Το άκρατο χέρι των αγορών, των τραπεζών και των χρηματιστηρίων μετέτρεψε την παγκόσμια κοινωνία σε πλανητικό καζίνο. Ας θυμηθούμε για λίγο και το παραλήρημα των κατοίκων τούτης της χώρας με το χρηματιστήριο Αθηνών, όταν ο καθένας υιοθετούσε ως στάση ζωής να μπορεί να κερδίζει χρήματα ξεγελώντας το διπλανό του, το γείτονα, τον αδερφό του χωρίς να κοπιάσει, χωρίς να παράγει.

Αν στις μέρες μας η αλλαγή του πολιτεύματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι ζητούμενο, αν η αλλαγή της ισχύουσας θέσης της οικονομίας από σκοπό σε μέσο ζωής, είναι ζητούμενο, η αλλαγή τους ανθρωπολογικού τύπου που «τζογάρει», καταστρέφει, αδιαφορεί, ιδιωτεύει και εντέλει μοιάζει ολόιδιος με το σύστημα που τον αναπαράγει, αποκτά τη διαδικασία του κατεπείγοντος.

Αξίες ξεχασμένες από το καπιταλιστικό φαντασιακό σύμφωνα με το Latouche πρέπει να προταχθούν. Η αλληλεγγύη έναντι του ατομισμού. Η συνεργασία έναντι του εγωισμού. Η χαρά του ελεύθερου χρόνου έναντι της αλλοτριωτικής εργασίας. Η δημιουργικότητα του συλλογικού βίου έναντι της απεριόριστης κατανάλωσης. Ο άνθρωπος άμεσος παραγωγός προϊόντων και πολιτικών έναντι του πολίτη καταναλωτή.

Θα χρειασθεί να περάσουμε: από τον καταναλωτή βιοτικών, χρηστικών, ιδεοπολιτικών  αξιών στον ταυτόχρονο παραγωγό τους, στον παραγωγοαναλωτή τους. Από τον ανασφαλή και κατεχόμενο από τον φόβο της απώλειας και του θανάτου άνθρωπο, στη φιλοσοφημένη, προσγειωμένη προσωπικότητα, που αποδέχεται ότι δεν γεννήθηκε σε αυτόν τον κόσμο μόνο για να καταναλώνει, αλλά για να ζήσει βιώνοντας τον πεπερασμένο χρόνο του όσο γίνεται πιο ποιοτικά, βελτιώνοντας τον εαυτό και τους άλλους γύρω του.

Ο νέος άνθρωπος θα είναι  βασικά απαλλαγμένος από τον φόβο αποδεχόμενος τη φθαρτότητα και την περατότητά του. Τον  θάνατο θα τον βιώνει σαν φυσικό γεγονός ενταγμένο στη ζωή της κοινότητάς του και όχι στους χώρους  των απρόσωπων νοσοκομείων-νεκροτομείων-νεκροταφείων των μεγαλουπόλεων.
Η αγάπη για τη ζωή, η οποία αποτελεί έκφραση της συσσωμάτωσης της συμπαντικής υλοενέργειας και η γνώση ότι ο θάνατος είναι συνέπεια της αύξησης της «εντροπίας» του συγκεκριμένου «είναι» και άρα αναπόφευκτη κατάληξη της ίδιας της ζωής, οδηγεί τον «νέο» άνθρωπο στην αποδοχή του θανάτου, στην εξάλειψη του φόβου και στην κατάκτηση του θεμελιακού αισθήματος της ασφάλειας.
Όταν το κατορθώσει αυτό, τότε είναι σε θέση να αποδεχθεί και να δημιουργήσει τις νέες αξίες της ευζωίας, προσπερνώντας τις σημερινές κυρίαρχες αξίες της επιβίωσης. Έτσι θα μπορούσε να κάνει μεταστροφή, να αλλάξει συνειδησιακό καθεστώς και να δημιουργήσει ένα νέο  πολιτισμό.
Το πρώτο βήμα λοιπόν θα ήταν το ξεπέρασμα του φόβου για τη στέρηση, την ύπαρξη και το θάνατο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ανθρώπου της σημερινής κοινωνίας είναι ο φόβος. Πολλές συμπεριφορές του σημερινού «μέσου» ανθρώπου  οφείλονται στο φόβο. Αυτός δημιουργείται από την έννοια της ανάγκης. Φοβάμαι γιατί θα στερηθώ κάτι που έχω ανάγκη. Όταν δημιουργώ πλασματικές ανάγκες, δημιουργώ παραπανίσιους φόβους. Άρα το φούσκωμα των αναγκών δημιουργεί γιγάντεμα των φόβων. Και ένας φοβισμένος άνθρωπος, ποτέ δε μπορεί να είναι ελεύθερος άνθρωπος.
Να λοιπόν το πρώτο βήμα: να περιορίσουμε τις ανάγκες μας, για να περιορίσουμε τους φόβους μας. Έτσι κάθε μέρα θα γινόμαστε όλο και πιο ελεύθεροι.


[1] Βλέπε Γ. Κολέμπας, Τοπικοποίηση σελ.128-129, εκδόσεις Αντιγόνη

[2] Η άμεση δημοκρατία ήταν ο παλαιότερος και μακροβιότερος τύπος πολιτικής συνύπαρξης της προϊστορικής  και ιστορικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας και θα πρέπει να ξαναγίνει το πρόγραμμα της ανθρώπινης χειραφέτησης, γιατί εκτός του ότι αποδομεί την κυριαρχία των ελίτ, εκπαιδεύει τους ανθρώπους ώστε να αποκτήσουν τα παραπάνω επίκτητα χαρακτηριστικά.

[3] Με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου και όχι του «οικολογικού» μόνο.
0 Comments

Για τη διατροφή

27/2/2013

0 Comments

 
Σε παγκόσμιο επίπεδο: η υπάρχουσα παραγωγή τροφίμων μπορεί να θρέψει με τροφή 2700 θερμίδων ημερησίως, 12 δισεκατομ. ανθρώπους. Δεν θα έπρεπε να πεινάει κανείς, δεδομένου ότι είμαστε προς το παρόν περίπου 7 δις. Όμως 40 εκατομ. πεθαίνουν από πείνα κάθε χρόνο και κάπου 850 εκατομ. υποφέρουν από υποσιτισμό, εκ των οποίων το 34% (Αφρικανοί) ζουν με κάτω από 300 θερμίδες την ημέρα. Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι της παραγωγής, που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά της διανομής της τροφής και του εισοδήματος (φτώχεια) και άρα κοινωνικοπολιτικό και παίρνει διαφορετική μορφή, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.

Στη χώρα μας το πρόβλημα εκφράζεται με 3 διαφορετικές μορφές ανάλογα με το εισόδημα του πληθυσμού:

1.            Η έλλειψη θερμίδων αφορά στα φτωχά λαϊκά στρώματα(κύρια άνεργους και συνταξιούχους), λόγω της ακρίβειας και χαμηλού εισοδήματος. Η ακρίβεια όπως είναι γνωστό οφείλεται λιγότερο στο μεγάλο κόστος παραγωγής των εγχώριων γεωργικών προϊόντων και περισσότερο στο όλο σύστημα διανομής τους. Το οποίο σύστημα αντιμετωπίζει το θέμα της ακρίβειας, όχι συμπιέζοντας τα δικά του κέρδη (αντίθετα προσπαθεί να τα μεγιστοποιεί κάθε φορά), αλλά συμπιέζοντας τις τιμές παραγωγού, που φθάνει μέχρι την εισαγωγή φθηνότερων υποβαθμισμένων ομοειδών προϊόντων από τρίτες χώρες και την εισαγωγή παράνομων μεταλλαγμένων. Τα φτωχά λαϊκά στρώματα από τη μεριά τους θα μπορούσαν να το ξεπεράσουν εν μέρει, αν διέθεταν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για τροφή (σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο μέσος καταναλωτής διαθέτει περίπου το 18% του εισοδήματός του για αυτό) και εν μέρει αν απαιτούσαν μεγαλύτερα εισοδήματα ικανά για να τρέφονται καλά, όχι μόνο από άποψη θερμίδων, αλλά με ποιοτικά και υγιεινά προϊόντα.

2.            Η ποιότητα της τροφής και η επιβάρυνσή της με ανθυγιεινά και χημικά-τοξικά κατάλοιπα και γ.τ.ο., αφορά στην πλειοψηφία του πληθυσμού και για ένα μέρος του (χωρίς οικονομικό πρόβλημα, αλλά που έχει ενστερνισθεί τον καταναλωτισμό) έχει πάρει τη μορφή της παχυσαρκίας(κατανάλωση λιπαρών τροφών κ.λ.π.). Εδώ το ζήτημα έχει να κάνει με την ενημέρωση και την αλλαγή της νοοτροπίας, ιδίως της ταχυφαγίας.

3.    Η φυσική και υγιεινή τροφή αφορά ένα μικρό μέρος του πληθυσμού, όχι κατ ανάγκην «πλούσιου», αλλά «συνειδητού» (με την έννοια ότι προτιμούν την ποιότητα παρά την ποσότητα), που όμως από την μια αντιμετωπίζει το πρόβλημα της έλλειψής της (δεν καλύπτεται η ζήτηση από την παραγωγή ποιοτικής τροφής ) και από την άλλη των υψηλότερων τιμών της. Εδώ το ζήτημα έχει να κάνει με την στήριξη και επέκταση της βιολογικής και οικο-γεωργίας, που αν γενικευθεί θα μπορέσει να απαντήσει όχι μόνο στο πρόβλημα της έλλειψης και της σχετικής ακρίβειας, αλλά θα μπορέσει να θρέψει όλο τον πληθυσμό και  γενικότερα να αναζωογονήσει την επαρχία, να μειώσει την ανεργία και να βοηθήσει στην αλλαγή της νοοτροπίας, ώστε να  στραφούμε  προς την ποιότητα και να μη προσκολλάμε στην ποσότητα.

Βασικά λοιπόν σημεία ενός προγράμματος επίτευξης διατροφικής αυτοδυναμίας της τοπικής κοινωνίας είναι:

Ø    Στήριξη των αιτημάτων των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για μεγαλύτερα εισοδήματα και των συνταξιούχων για μεγαλύτερες συντάξεις.

Ø    Μποϋκοτάζ των ακριβών και των υποβαθμισμένων ποιοτικά προϊόντων των μεγάλων εταιρειών καθώς και των μεταλλαγμένων στα μεγάλα σουπερμάρκετς. Απαίτηση από τη Τ.Α. να οργανώσει ειδική υπηρεσία, που θα μας εξασφαλίζει όχι μόνο από την είσοδο των μεταλλαγμένων, αλλά και από την επιβάρυνση των λαχανικών και των άλλων ειδών διατροφής από τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα .

Ø    Όχι στα πτηνοτροφικά προϊόντα από μεγάλες αποστειρωμένες πτηνοτροφικές μονάδες που με τα αντιβιοτικά που περιέχουν μας διαλύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα (στήριξη προϊόντων οικόσιτων πουλερικών) Προώθηση της αντίληψης ότι η ποιότητα της τροφής αφορά στην υγεία μας και στην ίδια την ποιότητα της ζωής μας και άρα αξίζει περισσότερης προσοχής. Όχι στην  ταχυφαγία, ναι στην αναζήτηση ποιοτικής τροφής και στην μεσογειακή δίαιτα.

Ø    Στήριξη των τοπικών ποιοτικών προϊόντων και ιδιαίτερα βιολογικών. Λαϊκές αγορές με ασφαλή ελεγμένα προϊόντα από τους ίδιους τους παραγωγούς (σήμερα τα περισσότερα διακινούνται από εμπόρους, είναι ανώνυμα και επιβαρημένα με κάθε είδους φυτοφάρμακα). Οργάνωση αυτοδιαχειριζόμενης λαϊκής αγοράς βιολογικών προϊόντων

Ø    Οργάνωση Καμπάνιας για στροφή προς ένα νέο μοντέλο ζωής, που δεν θα στηρίζεται στην κατανάλωση, αλλά στη δημιουργία, στην αυτοεκπαίδευση και αυτοβελτίωση, στην αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη με προτροπή των πολιτών να παράγουν (υλικά και πνευματικά), όσο γίνεται περισσότερο για τον εαυτό τους και τους γύρω τους (π.χ συλλογικοί ή οικογενειακοί μπαχτσέδες, δημοτικοί λαχανόκηποι, καλλιέργεια ξανά των παρατημένων κτημάτων στα χωριά κ.λ.π.) κάνοντας ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών.

Ø    Ποιοτικά είδη διατροφής στα κυλικεία των σχολείων και των πανεπιστημίων με αυτοδιαχείρισή τους από τη σχολική κοινότητα και τους φοιτητές αντίστοιχα.

 

0 Comments

Για την υγεία

27/2/2013

0 Comments

 
Αναφερόμαστε πολύ συχνά στην οικονομική ή την οικολογική κρίση που μαστίζει τον κόσμο, αλλά πολύ λίγο στην εξίσου σοβαρή, σε έκταση και συνέπειες βιολογική κρίση και την παγκοσμιοποίηση της ασθένειας.

Αυτή είναι μέρος της πολυδιάστατης (οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, οικολογικής) κρίσης και αφορά στη βιόσφαιρα και στον άνθρωπο. Οφείλεται ουσιαστικά στην επιδείνωση του περιβάλλοντος (γενικευμένη μόλυνση του αέρα, των νερών, του εδάφους, της θάλασσας, των τροφίμων κ.λ.π.), στο καταναλωτικό πρότυπο (ανθυγιεινές συνήθειες των ανθρώπων από μικρή κιόλας ηλικία), στην ταχύτητα που διέπει τη σύγχρονη ζωή των ανθρώπων και τους βιορυθμούς που δεν επιτρέπουν τη φυσική αναζωογόνησή τους, καθώς και στις κοινωνικές ανισότητες (φτώχεια, ανέχεια, ανεργία, κοινωνική εξαθλίωση, υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα των ιατρικών -νοσηλευτικών συστημάτων κ.λ.π.), που προωθεί η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική αγορά.
Χρόνιες εκφυλιστικές αρρώστιες, σ’ ένα σημαντικό ποσοστό του ενήλικου πληθυσμού των ανεπτυγμένων κυρίως χωρών. Σοβαρές αρρώστιες που προσβάλλουν ολοένα και περισσότερους σε όλο και νεώτερες ηλικίες, σ’ ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες,  όπως καρκίνοι παντός είδους, διαβήτης, στεφανιαία, αρτηριοσκλήρυνση, υψηλή πίεση, αρθρίτιδα, ελκώδης κολίτιδα, αλτσχάιμερ, σκλήρυνση κατά πλάκας, άσθμα και αλλεργίες, επιληψία και κατάθλιψη, διανοητική αδυναμία, πνευματική κάμψη, σεξουαλική αδυναμία, ακόμη και σε νέους άνδρες, στειρότητα σε γυναίκες και άνδρες, με ανήσυχη εξασθένιση του ανδρικού σπέρματος. Η παχυσαρκία είναι η μεγαλύτερη μάστιγα στην εποχή μας στον ανεπτυγμένο κόσμο (και τα Ελληνόπουλα είναι από τα πιο παχύσαρκα και υπέρβαρα παιδιά στον κόσμο).

Σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.O.Y.): Μεγάλος αριθμός θανάτων συνοδεύεται από την υποβαθμισμένη ποιότητα ζωής και τη φτώχεια στις αναπτυσσόμενες χώρες: 1,73 εκατομμύρια θάνατοι από ακάθαρτο πόσιμο νερό, έλλειψη υγιεινής και αποχέτευσης, 1,6 εκατομμύρια από τη χρήση ξύλου και βιομάζας για μαγείρεμα και θέρμανση, 0,84 εκατομμύρια από έλλειψη σιδήρου, 0,77 από έλλειψη βιταμίνης Α και 0,79 από έλλειψη ψευδαργύρου, λόγω κακής διατροφής.
Η αστική ατμοσφαιρική ρύπανση είναι υπεύθυνη για 0,8 εκατομμύρια θανάτους, τα 3/4 των οποίων συμβαίνουν σε μεγάλες πόλεις των αναπτυσσόμενων χωρών. Περίπου 500.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από μη ασφαλείς ιατρικές επεμβάσεις, κυρίως σε χώρες με ελλιπώς οργανωμένες ιατρικές υπηρεσίες. Ακολουθούν άλλες αιτίες, όπως η έκθεση σε καρκινογόνες ουσίες στο εργασιακό περιβάλλον (0,47 εκατομμύρια θάνατοι), τα εργατικά ατυχήματα (0,31 εκατομμύρια, εκ των οποίων το 70% στις αναπτυσσόμενες χώρες), η ρύπανση του αέρα, του νερού και του εδάφους από μόλυβδο (0,23 εκατομμύρια θάνατοι) και η χρήση ναρκωτικών ουσιών με 0,2 εκατομμύρια θανάτους ετησίως. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του παιδικού άσθματος(1). Εξάλλου η Διακυβερνητική Ομάδα Ειδικών για το Κλίμα προειδοποιεί ότι θα έχουμε αύξηση της θνησιμότητας, εξαιτίας της έξαρσης των μολυσματικών ασθενειών από τις προβλεπόμενες κλιματικές αλλαγές (δάγκειος πυρετός, χολέρα, ελονοσία κύρια στην Αφρική, διαρροϊκές ασθένειες και αλλεργίες στην υποσαχάρια Αφρική και Ασία, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες, ιδίως στις πόλεις θα έχουμε έξαρση των αναπνευστικών και καρδιαγγειακών νοσημάτων, λόγω κυρίως του καύσωνα).

 Η βιολογική κρίση, ενώ επιδεινώνεται σταδιακά σε όλο τον κόσμο, δεν γίνεται τίποτε ουσιαστικό για την αναχαίτισή της. Από πλευράς Ιατρικής γίνεται προσπάθεια για το μετριασμό, την ανακούφιση και την καταστολή των συμπτωμάτων της βιολογικής κρίσης -δηλαδή των διαφόρων μορφών της αρρώστιας και της νοσηρότητας γενικά- αλλά σχεδόν τίποτε ουσιαστικό για την απομάκρυνση και διόρθωση των βασικών αιτιών της.

Στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, έχει δημιουργηθεί ένας κόσμος του παράλογου, στον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά μας και θα μεγαλώσουν οι επόμενες γενιές, ζώντας αφύσικα σε ένα τοξικό νοσηρό περιβάλλον από τα γενοφάσκια τους, με τραγικές συνέπειες στη ζωή τους, στην υγεία τους, στη βιολογική τους υπόσταση. Η οικονομία της αγοράς βάζει την οικονομική λεγόμενη ανάπτυξη πιο πάνω από την ευζωία, την υγεία και ευεξία των πολλών και πάνω από τη βιολογική ακμή του ανθρώπινου είδους.

Η υγεία στα πλαίσια της τοπικοποιημένης κοινωνίας
Δεν θα πρέπει να ταυτισθεί η έννοια της υγείας με την ιατρική περίθαλψη. Το γενικό επίπεδο υγείας συνδέεται άμεσα με την οικονομική ζωή, τις ανισότητες και τη μόλυνση του περιβάλλοντος και έτσι η δράση σε αυτούς τους τομείς θα έχει να κάνει και με την υγεία. Ταυτόχρονα το ενδιαφέρον θα πρέπει να στραφεί και στον τομέα της λήψης περίθαλψης από τον πληθυσμό. Οι δαπάνες για αυτό θα πρέπει να ωφελούν το σύνολο των πολιτών και όχι τους λίγους. Η φροντίδα της υγείας θα οργανωθεί στη βάση της κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης με αυτοδιαχείριση (π.χ. συμβούλιο υγείας)

Ø    Προώθηση του αιτήματος για βελτιωμένη δημόσια υγεία στοχεύοντας κατ αρχάς στη βελτίωση των περιβαλλοντικών παραγόντων που την επιβαρύνουν και στην εξασφάλιση του απαραίτητου χρόνου για την βιολογική μας αναπαραγωγή και ανανέωση. Στην ποιότητα του αέρα και της τροφής,  στην ποιότητα του πόσιμου νερού. Είναι απαραίτητες πολιτικές που θα εξασφαλίζουν την πρόσβαση όλων των πολιτών στο ποιοτικό νερό .Αυτό συνδέεται με την ανανέωση των δικτύων, ώστε να μην χάνεται το νερό, με καμπάνιες μείωσης της αλόγιστης χρήσης του, με επεκτεινόμενη χρήση ανακυκλωμένου νερού(από την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων) για πότισμα και καθάρισμα, με προστασία των πηγών, των υδροφόρων στρωμάτων και των συνδεόμενων με αυτά οικοσυστημάτων.

Ø    Εντοπισμός των διάφορων τοξικών υλικών της καθημερινής χρήσης(π.χ. τοξικά χρώματα, μονώσεις, παρασιτοκτόνα κ.λ.π.) στους χώρους διαμονής και εργασίας, ευαισθητοποίηση των πολιτών για μη χρήση τους και μέτρα που μπορεί να φθάνουν μέχρι απαγόρευσή τους από την τοπική αρχή.

Ø    Προώθηση συστήματος αγωγής υγείας με βασικό άξονα την πρόληψη. Υγεία σημαίνει ισορροπία και μέσα και έξω από μας.

Ø    Βελτίωση των συνθηκών νοσοκομειακής περίθαλψης (επαναπροσδιορισμός του νοσοκομειακού συστήματος και από άποψη θέσης και από άποψη εξοπλισμών και προσωπικού, καθώς και των μεθόδων περίθαλψης) (2)


Ø    Αναγνώριση των εναλλακτικών μορφών ιατρικής και δημιουργία κέντρων εναλλακτικών θεραπειών.  

Γενικά θα χρειασθεί να αλλάξει και η σχέση των κατοίκων με την αναπόφευκτη ασθένεια και τον τραυματισμό. Αυτή η σχέση συνδέεται άμεσα και με τη σχέση που έχουμε σαν άνθρωποι με το φόβο του θανάτου στην κοινωνία που ζούμε. Η διαχείριση αυτού του φόβου αποτελεί βασικό στοιχείο της κοινωνικής οργάνωσης που έχουμε. Αν αυτή η οργάνωση θα έχει σαν κύτταρο την κοινότητα, αυτό σημαίνει ότι και η γνώση της θεραπείας θα πρέπει να είναι κτήμα της κοινότητας. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι η σημερινή σχέση εξουσίας μεταξύ γιατρού/ασθενή, που στηρίζεται στη σχέση γνώσης/άγνοιας, θα πρέπει να αρθεί αφενός μέσω της αγωγής υγείας και πρόληψης για τους πολίτες και αφετέρου μέσω της μετατραπής της σχέσης μελών γιατρών/μελών ασθενών της κοινότητας  σε σχέση αλληλεγγύης.          

(1) Για το οποίο οι συντάκτες της Έκθεσης αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Γινόμαστε μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο αύξησης του άσθματος στα παιδιά της Ευρώπης», επισημαίνοντας ότι στην Αγγλία σχετικά προβλήματα εντοπίζονται στο 32,2% των παιδιών, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες συνολικά παρουσιάζεται με συχνότητα 10 φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με τις χώρες του τρίτου κόσμου.

(2) Αντιμετώπιση ιδιαίτερα των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, που σήμερα αποτελούν σημαντικότατη αιτία θανάτων στα νοσοκομεία, με καλύτερες τεχνικές καθαριότητας και ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών. Γιατί το 70% των νοσοκομειακών λοιμώξεων είναι ανθεκτικές στα υπάρχοντα αντιβιοτικά, ακριβώς γιατί υπάρχει υπερβολική χρήση τους, που οφείλεται βέβαια στην πολιτική των φαρμακευτικών εταιρειών και του ιατρικού συστήματος.

0 Comments
<<Previous
Forward>>

    Αρχείο

    November 2020
    October 2020
    July 2020
    March 2020
    February 2020
    October 2019
    September 2019
    August 2019
    May 2019
    March 2019
    February 2019
    December 2018
    November 2018
    July 2018
    April 2018
    October 2017
    September 2017
    July 2017
    June 2017
    May 2017
    April 2017
    March 2017
    February 2017
    December 2016
    November 2016
    July 2016
    June 2016
    March 2016
    October 2015
    July 2015
    May 2015
    April 2015
    March 2015
    January 2015
    December 2014
    October 2014
    September 2014
    June 2014
    March 2014
    February 2014
    September 2013
    July 2013
    April 2013
    February 2013
    December 2012
    November 2012
    October 2012
    September 2012
    August 2012
    July 2012

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΕΜΠΑΣ 

    Πρώην εκπαιδευτικός ΜΕ(Μαθηματικός)και οικο-γεωργός στο Πήλιο. Από το 1990, που "επανατοπικοποιήθηκε", προσπαθεί δια του "παραδείγματος" να συμβάλει στη διαμόρφωση της κατεύθυνσης της τοπικοποίησης 

    Επικοινωνία: gkolempas@yahoo.gr 

    Κατηγορίες

    All
    Διατροφική Κυριαρχία
    Η διευρυμένη οικογένεια
    Η κατεύθυνση της τοπικοποίησης
    Μια ανάλυση που οδηγεί σε άλλα μονοπάτια.
    Οι δομές της κοινωνίας της αποανάπτυξης
    Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης
    Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα
    Το κίνημα του Κοινοτισμού σήμερα
    Το νέο είδος πολιτικής και οργάνωσης
    Το πλαίσιο της Τοπικοποίησης

    RSS Feed

© Copyright 2018 Topikopoiisi all rights preserved.                                                                                            Webpage designed by PowerGraph